Μετακινώντας τὸ κλασσικὸ στὸ πιὸ …«σύγχρονο»!!!

Στὸ σχολεῖο εἴπαν στὸ παιδί μου ὅτι τὸ παρακάτω εἶναι «κλασσικό» «ποιήμα».

Ἐρώτησα τὸ παιδί μου τὸ πότε εἶναι γραμμένο καὶ ἀπὸ ποιὸν ἢ ποιάν, ὅταν μοῦ τὸ διάβασε…

Τῆς εἶπα ὅτι κατὰ τῇ γνώμῃ μου κάτι ἔχουν μπερδέψει ἐκεῖ στο Ὑπ. Παιδείας.

Ἕλληνες Κλασσικοὶ Ποιητὲς εἶναι οἱ Γεώργιος Βιζυηνός, Ἀνδρέας Κάλβος, Ἀλέξανδρος Σοῦτσος, Τέλλος Ἄγρας, Κώστας Βάρναλης, Λιλὴ Ἰακωβίδου, Λορέντζος Μαβίλης, Στρατὴς Μυριβήλης, Κωστὴς Παλαμᾶς, Εὐτυχία Παπαγιαννοπούλου, Γιῶργος Σεφέρης, Γεώργιος Σουρῆς, Νικηφόρος Βρεττάκος, Γιάννης Ῥίτσος καὶ πολλοὶ ἄλλοι.

Ξένοι Κλασσικοὶ Ποιητὲς εἶναι οἱ Ὄσκαρ Οὐάιλτ, Ῥάντυαρτ Κίπληνκ, Ἀλεξάντρ Πούσκιν καὶ πολλοὶ ἄλλοι, γιὰ νὰ μὴν κουράσω μὲ ὀνόματα.

Ὄχι, δὲν τοὺς ἔχω διαβάσει ὅλους, δὲν εἶναι τὸ …φόρτε μου, τὸ παραδέχομαι, κρεμᾶστε με…
Ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνῃ κάτι κλασσικό, σὲ μίαν χώρα ἢ παγκοσμίως, ἀπὸ ἕνα κτίριο ἔως ἕνα ποιήμα, πρέπει νὰ περάσουν χρόνια, κατὰ τὴν γνώμη μου καὶ νὰ ἀντέξουν στὸν χρόνο.

Ὅπως τὰ κλασσικὰ ῥὸκ κομμάτια τοῦ ’60 καὶ τοῦ ’70, ποὺ ἀκούγονται μέχρι σήμερα, ἀκόμη κι ἀπὸ νεαροὺς ῥόκερ, γιὰ παράδειγμα.
Χιλιάδες κομμάτια βγῆκαν ἐκεῖνες τὶς δύο δεκαετίες, ἐλάχιστα ἔμειναν μέχρι σήμερα.

Πότε πρόλαβε ἕνα ποιήμα τοῦ 1995 καί ἔγινε «κλασσικό»;;;
Δὲν κρίνω ἐὰν εἶναι καλὸ ἢ κακὸ ἢ ἐὰν μοῦ ἀρέσῃ ἢ ὄχι, ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμη μου κλασσικὸ δὲν εἶναι, κι ἂς μοῦ κρατᾷ μούτρα ἡ ποιήτρια.

Παπανικολάου Σωτήρης

Για ένα παιδί που κοιμάται

Στην διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού αιώνα, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων των ανατολικών χωρών, μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους μετακινήθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες, με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Από την εποχή αυτή και ως τις ημέρες μας ζουν και βιοπαλεύουν στην χώρα μας χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, όπως το παιδί του ποιήματος, που κερδίζει το ψωμί του στα φανάρια της λεωφόρου και κοιμάται στο μηχανοστάσιο του εργοστασίου. Το ποίημα περιλαμβάνεται στην συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995).

Νύκτα. Η κίνηση αραιή στην λεωφόρο.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες* μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στην σκάρα του ατμού,*
Με του αδερφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη την ημέρα δουλεύει στα φανάρια*
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη* αγανάκτηση. Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί
Και το μερίδιο του νυκτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.

Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο,
Τον δάσκαλο που πληρωνόταν με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,*
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,

Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμμιά φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.

Δ. Χ. Χριστοδούλου, Το κυπαρίσσι
των εργατικών, Καστανιώτης

ebooks.edu.gr

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

 

(Visited 213 times, 1 visits today)




2 thoughts on “Μετακινώντας τὸ κλασσικὸ στὸ πιὸ …«σύγχρονο»!!!

  1. Σαν ποιο συντηρητικός να προτείνω κάτι πιο παλιό και κλασσικό.

    Ο Σκοταδόψυχος

    Φαρμάκι έχω στην Ψυχή
    Φέρνει μαυρίλα θολερή

    Στα στήθια μου

    Νύχτα αξημέρωτη ξανά
    Με το πιοτό της με κερνά
    Εβίβα μου

    Σκοτάδι πίνω για πιοτό
    Πω πω πω πω
    πω πω πω πω

    Ντέφι της λύσσας μου κρατώ
    Πω πω πω πω
    πω πω πω πω

    Και το μυαλό μου είναι θολό
    Πω πω πω πω
    πω πω πω πω…..
    Πω

    του ποιητού Τιμολέοντος Φανφάρα

    και εναλλακτικά κάτι πιο καταξιωμένο.

    του ποιητή Αυγερινού με το ψευδώνυμο Βέγγος.

    «Ήσυχο ήσυχο το ποταμάκι – αργοκυλάει το γαλάζιο του νεράκι – και τραγουδάει την αγάπη τη χρυσή – μια και ήρθες αγαπούλα μου εσύ»…

    Στην ανάγκη και το “άρες μάρες κουκουνάρες” της γιαγιάς μου ίσως σας πείσει

Leave a Reply