Φιλοναζιστὲς οἱ Ὁλλανδοὶ (κατὰ τὸν Ἐρντογάν)

Ὁ Ἐρντογὰν ἀπεκάλεσε τὴν Ὁλλανδία «ἀπομεινάρια τῶν ναζί», φασίστες», ἐχθές, ὅταν πλέον ἡ ὁλλανδικὴ κυβέρνησις ἀνεκάλεσε τὴν ἄδεια προσγειώσεως στὴν Ὁλλανδία, τοῦ ἀεροπλάνου ποὺ μέτεφερε τὸν Τοῦρκο Ὑπουργὸ Ἐξωτερικῶν.

Γιὰ νὰ μὴν ξεχνᾶμε τὴν ἱστοριά, ἂς θυμηθοῦμε τὶς στενὲς σχέσεις τῶν ναζὶ μὲ τοὺς Τούρκους…

Οἱ κυβερνῶντες στὴν Ἄγκυρα φαίνεται νὰ «ξεχνοῦν» τὸ ποιὰ ἦταν ἡ ἐπίσημος στάσις τῆς Τουρκίας, ἔναντι τῶν χιτλερικῶν, καθ’ ὅλην τὴν διάρκεια τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ἂς θυμηθοῦμε λοιπόν, ἐν συντομίᾳ, τὶς σχέσεις τῆς Τουρκίας μὲ τὴν Γερμανία τοῦ Χίτλερ:

«…Αθετώντας τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, τόσο με το Βαλκανικό Σύμφωνο και το πλέγμα των ελληνοτουρκικών συμφωνιών όσο και από την αγγλογαλλοτουρκική συνθήκη συμμαχίας του 1939, η Τουρκία υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με την Γερμανία, τον Ιούλιο του 1941, σε μια εποχή δηλαδή που ολόκληρη η Ευρώπη αγωνιζόταν κατά των δυνάμεων του Άξονος.

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, το διάστημα εκείνο, παρά τις περί «ουδετερότητος» διακηρύξεις της, η Τουρκία διαπραγματευόταν την έξοδό της στον πόλεμο στο πλευρό των ναζιστών έναντι εδαφικών ανταλλαγμάτων. Τα ίδια ανταλλάγματα η Αγκυρα ζητούσε κρυφά και από την Βρεταννία, παίζοντας ταυτόχρονα «σε δύο ταμπλό». Στις διαπραγματεύσεις οι Τούρκοι απαιτούσαν όχι μόνον εδάφη, όπως την Θράκη, την Κριμαία, την Υπερκαυκασία, αλλά και δικαιώματα με το αναχρονιστικό σύστημα των «εντολών» στην Συρία, στο Ιράκ, στην Αίγυπτο και στην Αλβανία. Επίσης, εξέφραζαν την επιθυμία να αποκτήσουν ελληνοκατοικημένες περιοχές, όπως τα ανατολικά νησιά του Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, την Κύπρο και επιπλέον το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, την ώρα ακριβώς που οι Έλληνες έδιναν ηρωικές μάχες κατά των χιτλεροφασιστικών δυνάμεων….

Αντίθετα, τέσσερις ημέρες πριν από την επίθεση της Γερμανίας κατά της Σοβιετικής Ενώσεως, και συγκεκριμένα στις 18 Ιουνίου 1941, υπεγράφη ­ μετά από διαπραγματεύσεις, ανάμεσα στον Φον Πάπεν και στην τουρκική κυβέρνηση, ­ γερμανοτουρκική συμφωνία «μη επιθέσεως». Με βάση την συμφωνία που ακυρώνει την αγγλοτουρκική συνθήκη του 1939, εξασφαλίζεται η νοτιοανατολική πτέρυγα της Γερμανίας, ενώ με το εμπορικό σύμφωνο, στις 9 Οκτωβρίου 1941, η Τουρκία μετατρέπεται σε πηγή πρώτων υλών για την γερμανική πολεμική βιομηχανία, καθώς αναλαμβάνει να εφοδιάσει την Γερμανία με δεκάδες χιλιάδες τόνους χρωμίου και μερικές άλλες πρώτες ύλες την περίοδο 1943-44….

Την 1η Ιουνίου 1942 υπογράφεται μία ακόμη εμπορική συμφωνία Βερολίνου – Αγκύρας: η Γερμανία παραλαμβάνει 45.000 τόνους χρωμίου και στέλνει σε αντάλλαγμα οπλισμό. Ενώ από το 1943 ως το 1944 θα εξαχθούν από την Τουρκία στην ναζιστική Γερμανία άλλοι 90.000 τόνοι χρωμίου. Ο Χίτλερ, από τον οποίο δεν διαφεύγει η φασιστική τάση της ηγεσίας της Αγκύρας, δηλώνει στον Μουσολίνι, στις 29 Απριλίου 1942 στο Σάλτζμπουργκ, ότι η Τουρκία πολύ γρήγορα θα γίνει σύμμαχος και συζητάται να της παραχωρήσουν τα ελληνικά νησιά.

Ακολουθώντας πιστή φιλογερμανική πολιτική κατά το μεγαλύτερο μέρος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Τουρκία επιτρέπει στα γερμανικά πολεμικά σκάφη να εισέρχονται στην Μαύρη Θάλασσα, σε αντίθεση με την Συνθήκη του Μοντρέ για το καθεστώς των Δαρδανελίων, που υπεγράφτη στις 30 Ιουλίου 1935, απαγορεύοντας την διέλευση από τα Στενά πλοίων των εμπολέμων χωρών….…Τελικά η Τουρκία θα εγκαταλείψει την γερμανόφιλη «ουδετερότητα» και θα κηρύξει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και της Ιαπωνίας μόλις στις 23 Φεβρουαρίου 1945, όταν δηλαδή το βαρειά λαβωμένο ναζιστικό θηρίο είναι έτοιμο να ξεψυχήσει….»

 Θεοφανάκης Στέφανος

Ο Σπύρος Κουζινόπουλος εξηγεί πώς τα αποθέματα χρυσού 27 τόνων στις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφθασαν στο τέλος τους 216 τόνους

Η Άγκυρα, το χρώμιο και ο χρυσός των Εβραίων

Η έκθεση που δόθηκε στην δημοσιότητα από το τμήμα Ιστορίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αναφορικά με τον εφοδιασμό της χιτλερικής Γερμανίας από την Τουρκία κατά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με χρώμιο και άλλα μέταλλα, γεγονός που συνέβαλε στην ενίσχυση της πολεμικής μηχανής των ναζιστών, φέρνει για μία ακόμη φορά στην επιφάνεια την τουρκική στάση στον πόλεμο, αλλά και την συμπεριφορά της γειτονικής μας χώρας έναντι των Εβραίων.

Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, που συντάχθηκε υπό την εποπτεία του υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Στούαρτ Αϊζενστάτ και με βάση στοιχεία που δόθηκαν από την CIA και τα υπουργεία Εξωτερικών, Αμύνης, Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εμπορίου, τα απαραίτητα για την κατασκευή όπλων μέταλλα οι Γερμανοί τα πλήρωναν στην Τουρκία με χρυσό που έκλεβαν από τις κατεκτημένες χώρες. Ένα μέρος δε του χρυσού αυτού προερχόταν από τα θύματα ­ κυρίως Εβραίους ­ της ναζιστικής βαρβαρότητας στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

Στις καταγγελίες αντέδρασε η τουρκική κυβέρνηση. Και ο υπουργός Εσωτερικών και εκπρόσωπος Τύπου Σουκρού Γκιουρέλ ισχυρίσθηκε ότι όχι μόνον η χώρα του δεν συμμετείχε στην ρευστοποίηση του χρυσού, που άρπαξαν οι ναζιστές από τους Εβραίους, αλλά και ότι η Τουρκία «συγκαταλέγεται στις χώρες που αντιπαρατάχθηκαν στην ναζιστική Γερμανία».

Οι κυβερνώντες στην Αγκυρα φαίνεται να «ξεχνούν» ποια ήταν η στάση της επίσημης Τουρκίας έναντι των χιτλερικών καθ’ όλη την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Την ώρα δηλαδή που ο ελληνικός λαός μέσα από τις αντιστασιακές του οργανώσεις, όπως και οι λαοί των υπολοίπων υπόδουλων ευρωπαϊκών λαών, πολεμούσαν με νύχια και με δόντια κατά των χιτλεροφασιστών κατακτητών. Ας θυμηθούμε σύντομα τις σχέσεις της Τουρκίας με την Γερμανία του Χίτλερ:

Όταν στις 6 Απριλίου 1941 τα χιτλερικά στρατεύματα εισέβαλαν στα Βαλκάνια και η Αγγλία ζήτησε από την Άγκυρα να διακόψει τουλάχιστον τις διπλωματικές της σχέσεις με τον Αξονα, ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τους Έλληνες, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Ρουστού Σαράτσογλου όχι μόνο αρνήθηκε να προσχωρήσει η χώρα του στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων, αλλά απέρριψε ακόμη και μια απλή συμβολική διπλωματική αποδοκιμασία της επιθέσεως κατά της Ελλάδος.

Το σύμφωνο με την Γερμανία

Αθετώντας τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, τόσο με το Βαλκανικό Σύμφωνο και το πλέγμα των ελληνοτουρκικών συμφωνιών όσο και από την αγγλογαλλοτουρκική συνθήκη συμμαχίας του 1939, η Τουρκία υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με την Γερμανία, τον Ιούλιο του 1941, σε μια εποχή δηλαδή που ολόκληρη η Ευρώπη αγωνιζόταν κατά των δυνάμεων του Άξονος.

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, το διάστημα εκείνο, παρά τις περί «ουδετερότητος» διακηρύξεις της, η Τουρκία διαπραγματευόταν την έξοδό της στον πόλεμο στο πλευρό των ναζιστών έναντι εδαφικών ανταλλαγμάτων. Τα ίδια ανταλλάγματα η Αγκυρα ζητούσε κρυφά και από την Βρεταννία, παίζοντας ταυτόχρονα «σε δύο ταμπλό». Στις διαπραγματεύσεις οι Τούρκοι απαιτούσαν όχι μόνον εδάφη, όπως την Θράκη, την Κριμαία, την Υπερκαυκασία, αλλά και δικαιώματα με το αναχρονιστικό σύστημα των «εντολών» στην Συρία, στο Ιράκ, στην Αίγυπτο και στην Αλβανία. Επίσης, εξέφραζαν την επιθυμία να αποκτήσουν ελληνοκατοικημένες περιοχές, όπως τα ανατολικά νησιά του Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, την Κύπρο και επιπλέον το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, την ώρα ακριβώς που οι Έλληνες έδιναν ηρωικές μάχες κατά των χιτλεροφασιστικών δυνάμεων.

Βλέποντας τις πρώτες επιτυχίες των στρατιών της Βέρμαχτ, οι Τούρκοι ιθύνοντες αποφασίζουν να αγνοήσουν συμφωνίες και συμμαχίες που είχαν συνάψει, προσδοκώντας καιροσκοπικά οφέλη, ανάλογα με την έκβαση του πολέμου. Η βρεταννική κυβέρνηση, δυσαρεστημένη έντονα από την τουρκική στάση, στέλνει τον Φεβρουάριο του 1941 στην Άγκυρα τον υπουργό Εξωτερικών Άντονι Ίντεν. «Φυσικά, οι πιο ειλικρινείς συμπάθειές μας είναι με το μέρος της Αγγλίας, δυστυχώς όμως οι πρακτικές βάσεις της αγγλογαλλοτουρκικής συμφωνίας έχασαν την ισχύ τους. Η Γαλλία είναι κατεστραμμένη, ενώ η Βρεταννία δεν είναι ισχυρή στον βαθμό που πρέπει για να μας προσφέρει βοήθεια, ακόμη και με την προμήθεια όπλων και άλλου εξοπλισμού» δηλώνει ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Ρ. Σαράτσογλου.

Οι σύμμαχοι διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν να ελπίζουν σε βοήθεια της Τουρκίας για αντίσταση στην γερμανική εισβολή στα Βαλκάνια. Αντίθετα, τέσσερις ημέρες πριν από την επίθεση της Γερμανίας κατά της Σοβιετικής Ενώσεως, και συγκεκριμένα στις 18 Ιουνίου 1941, υπεγράφη ­ μετά από διαπραγματεύσεις, ανάμεσα στον Φον Πάπεν και στην τουρκική κυβέρνηση, ­ γερμανοτουρκική συμφωνία «μη επιθέσεως». Με βάση την συμφωνία που ακυρώνει την αγγλοτουρκική συνθήκη του 1939, εξασφαλίζεται η νοτιοανατολική πτέρυγα της Γερμανίας, ενώ με το εμπορικό σύμφωνο, στις 9 Οκτωβρίου 1941, η Τουρκία μετατρέπεται σε πηγή πρώτων υλών για την γερμανική πολεμική βιομηχανία, καθώς αναλαμβάνει να εφοδιάσει την Γερμανία με δεκάδες χιλιάδες τόνους χρωμίου και μερικές άλλες πρώτες ύλες την περίοδο 1943-44.

Το φλερτ όμως Αγκύρας – Βερολίνου δεν σταματά εκεί. Έτσι, κατά την επιδρομή των ναζιστικών ορδών στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, ο Αδόλφος Χίτλερ και ο Τούρκος πρόεδρος Ισμέτ Ινονού ανταλλάσσουν μηνύματα. Στην απάντησή του, με ημερομηνία 14 Νοεμβρίου 1941, ο Ινονού τονίζει ότι «δεν υπάρχουν αιτίες για οποιανδήποτε σύγκρουση ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και στα στρατεύματα του Ράιχ».

Στις 15 Δεκεμβρίου 1941, κι ενώ ο ελληνικός λαός γνωρίζει το μαρτύριο της πείνας, λόγω της καταληστεύσεως των ειδών διατροφής από τις αρχές κατοχής*, καταφθάνει στο λιμάνι του Πειραιά το φορτηγό πλοίο «Κουρτουλούς»**, μεταφέροντας βοήθεια της τουρκικής «Ερυθράς Ημισελήνου», κυρίως σε τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Η ανθρωπιστική χειρονομία*** της Τουρκίας, που επανελήφθη άλλες δύο φορές και χαιρετίσθηκε δεόντως από τους πεινασμένους Αθηναίους της εποχής, διεκόπη ανεξήγητα από τις τουρκικές αρχές.

Τελικά, μόνο το ένα τρίτο των ειδών που συγκεντρώθηκαν μετεφέρθη στην Ελλάδα. Σύμφωνα δε με την «Ελληνική Ένωση Κωνσταντινουπολιτών», από τους 50.000 τόνους της βοήθειας που είχε συγκεντρωθεί, χάριν κυρίως στην πρωτοβουλία των κοινοτικών, φιλανθρωπικών, πολιτικών και θρησκευτικών συλλόγων των Ελλήνων της Πόλεως, μόνο οι 17.500 τόνοι μεταφέρθηκαν στην Αθήνα. Τον Δεκέμβριο του 1941 το τουρκικό υπουργικό συμβούλιο απηγόρευσε την περαιτέρω μεταφορά τροφίμων στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να περιέλθουν στο τουρκικό κράτος σημαντικές ποσότητες σιταριού που είχαν συγκεντρωθεί στις αποθήκες της τουρκικής Ερυθράς Ημισελήνου και στο λιμάνι του Γαλατά.

Το επόμενο διάστημα οι τουρκικές αρχές, υιοθετώντας την άποψη των πιο ακραίων σοβινιστικών κύκλων, ότι οι υπαίτιοι της αθλίας οικονομικής καταστάσεως της χώρας ήταν οι Ελληνες, οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι έμποροι, επέβαλαν στις 11 Φεβρουαρίου 1942, με πρόσχημα την πάταξη της κερδοσκοπίας και την αντιμετώπιση των οικονομικών συνθηκών που δημιούργησε ο πόλεμος, έκτακτο φόρο επί της περιουσίας, τον γνωστό φόρο «βαρλίκ βεργκισί».

Ο φόρος υπολογιζόταν αυθαίρετα με τρόπο κατάφωρα άδικο για τους Εβραίους, τους Έλληνες και τους Αρμενίους, που κλήθηκαν να πληρώσουν ποσά πολλαπλάσια από όσα ζητήθηκαν από τους άλλους κατοίκους της χώρας. Στην πράξη, σύμφωνα με τον ανώτατο λειτουργό του τουρκικού υπουργείου Οικονομικών εκείνης της εποχής Faik Okte, ο φόρος αυτός έγινε όργανο φυλετικού κεφαλαίου, δεδομένου ότι καθοριστικό στοιχείο ήταν το θρήσκευμα και η εθνικότητα των φορολογουμένων. Όσοι δεν κατέβαλαν μέσα σε 15 ημέρες τον φόρο, στέλνονταν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας, στο Askale, όπου απασχολούντο καταναγκαστικά σε έργα οδοποιίας και εκχιονισμού. Οι μισοί περίπου από τους εκτοπισμένους ήταν Εβραίοι, ενώ οι Ντονμέδες, οι εξισλαμισμένοι από τον ΙΖ’ αιώνα Εβραίοι, έτυχαν δυσμενέστερης μεταχειρίσεως από τους άλλους μουσουλμάνους.

Η περίπτωση του «Στρούμα»

Ακολουθώντας μια ρατσιστική πολιτική, οι τουρκικές αρχές δεν χορηγούσαν όπλα στους Εβραίους που επιστρατεύθηκαν στα χρόνια του πολέμου (όπως και στους Έλληνες άλλωστε), ενώ αφαιρέθηκε η τουρκική υπηκοότητα από Τούρκους Εβραίους που ζούσαν εκτός της χώρας, με τραγικές συνέπειες για όσους κατοικούσαν σε χώρες υπό γερμανική κατοχή. Επίσης, απηγορεύθη η διαμονή σε Εβραίους με ξένη υπηκοότητα που προσπάθησαν να καταφύγουν στο τουρκικό έδαφος. Αναφέρεται χαρακτηριστικά η περίπτωση του πλοίου «Στρούμα», που έφθασε από την Ρουμανία στην Κωνσταντινούπολη τον Δεκέμβριο του 1941, μεταφέροντας επάνω από 760 Εβραίους. Οι αρχές απηγόρευσαν στους επιβάτες να αποβιβασθούν και τον Φεβρουάριο του 1942 η τουρκική κυβέρνηση διέταξε να ρυμουλκηθεί με την βία το πλοίο έξω από τα χωρικά της ύδατα, στην Μαύρη Θάλασσα, όπου παρέμεινε ακυβέρνητο, για να βυθισθεί από έκρηξη, με συνέπεια μόνο ένας από τους 760 επιβάτες του «Στρούμα» να σωθεί.

Μία από τις συνέπειες του νόμου «βαρλίκ» ήταν να υποστεί δεινό πλήγμα η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινουπόλεως, δεδομένου ότι οι Ελληνες αναγκάσθηκαν, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, να πληρώσουν 80 εκατ. τουρκικές λίρες από το συνολικό ποσό των 435 εκατ. λιρών. Κι έτσι, ενώ οι 100.000 περίπου ομογενείς της Κωνσταντινουπόλεως αποτελούσαν το 0,5% του πληθυσμού της Τουρκίας, πλήρωσαν γύρω στα 20% του συνολικού φόρου βαρλίκ.

Την 1η Ιουνίου 1942 υπογράφεται μία ακόμη εμπορική συμφωνία Βερολίνου – Αγκύρας: η Γερμανία παραλαμβάνει 45.000 τόνους χρωμίου και στέλνει σε αντάλλαγμα οπλισμό. Ενώ από το 1943 ως το 1944 θα εξαχθούν από την Τουρκία στην ναζιστική Γερμανία άλλοι 90.000 τόνοι χρωμίου. Ο Χίτλερ, από τον οποίο δεν διαφεύγει η φασιστική τάση της ηγεσίας της Αγκύρας, δηλώνει στον Μουσολίνι, στις 29 Απριλίου 1942 στο Σάλτζμπουργκ, ότι η Τουρκία πολύ γρήγορα θα γίνει σύμμαχος και συζητάται να της παραχωρήσουν τα ελληνικά νησιά.

Ο εφοδιασμός των ναζιστών καθ’ όλη την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από την Τουρκία με χρώμιο και άλλα απαραίτητα για την κατασκευή όπλων μέταλλα, θα οδηγήσει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να δώσει στην δημοσιότητα με καθυστέρηση μισού και πλέον αιώνα την έκθεση που προαναφέραμε. Στην έκθεση σημειώνεται ότι η Τουρκία και άλλες τρεις επίσης «ουδέτερες» εκείνη την εποχή χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία και Σουηδία) με τις εξαγωγές μετάλλων διεδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην συντήρηση της πολεμικής μηχανής του Χίτλερ. Παρατίθεται δε ένα μνημόνιο του υπευθύνου του εξοπλιστικού προγράμματος των ναζιστών, Άλμπερτ Σπίερ, ο οποίος τον Νοέμβριο του 1943 ενημέρωνε τον Χίτλερ ότι αν τερματιζόταν η παροχή χρωμίου από την Τουρκία, ο πόλεμος θα τελείωνε σε δέκα μήνες, δηλαδή τον Οκτώβριο του 1944. Σχετικά δε με τον χρυσό, με τον οποίο πλήρωναν οι Γερμανοί τους Τούρκους για τις υπηρεσίες τους, στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι τα αποθέματα χρυσού της Τουρκίας από 27 τόνοι που ήταν στην αρχή του πολέμου έφθασαν στο τέλος του σε περισσοτέρους από 216 τόνους.

Η πρόταση του φον Πάπεν

Ακολουθώντας πιστή φιλογερμανική πολιτική κατά το μεγαλύτερο μέρος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Τουρκία επιτρέπει στα γερμανικά πολεμικά σκάφη να εισέρχονται στην Μαύρη Θάλασσα, σε αντίθεση με την Συνθήκη του Μοντρέ για το καθεστώς των Δαρδανελίων, που υπεγράφτη στις 30 Ιουλίου 1935, απαγορεύοντας την διέλευση από τα Στενά πλοίων των εμπολέμων χωρών.

Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1942 η τουρκική κυβέρνηση, κάτω από την επίδραση της γερμανικής επιθέσεως στον Καύκασο, συμφωνεί με την πρόταση του Φον Πάπεν να συγκεντρώσει τουρκικά στρατεύματα στα νότια σύνορα της Ρωσσίας. «Καμμία πίεση από την πλευρά των Αγγλοαμερικανών δεν θα είναι σε θέση να υποκινήσει την Τουρκία να κάνει ακόμη και το πιο ασήμαντο βήμα προς ζημία των γερμανικών συμφερόντων» διαβεβαιώνει επίσημα ο πρόεδρος Ινονού τον φον Πάπεν.

Παρά τις βρεταννικές και αμερικανικές πιέσεις για εγκατάλειψη της φιλογερμανικής «ουδετερότητος» και έξοδο της Τουρκίας στο πλευρό των συμμάχων, η Άγκυρα κωλυσιεργεί επιδιώκοντας να κερδίσει χρόνο, αν και βλέπει ότι η Γερμανία χάνει τον πόλεμο. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση το Λονδίνο αναγκάζεται να διακόψει στις 4 Φεβρουαρίου 1944 τις σχετικές αγγλοτουρκικές διαπραγματεύσεις, ενώ τον Μάιο του ιδίου έτους ο Τσώρτσιλ δηλώνει: «… Διακόψαμε την βοήθεια αφού δόσαμε 20 εκατ. λίρες στερλίνες σε αγγλικά και αμερικανικά όπλα μόνον για το έτος 1943. Δεν ενθαρρύνουμε πλέον την Τουρκία να ευρίσκεται παρά τω πλευρώ των νικηφόρων εθνών».

Τελικά η Τουρκία θα εγκαταλείψει την γερμανόφιλη «ουδετερότητα» και θα κηρύξει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και της Ιαπωνίας μόλις στις 23 Φεβρουαρίου 1945, όταν δηλαδή το βαρειά λαβωμένο ναζιστικό θηρίο είναι έτοιμο να ξεψυχήσει. Ενώ στο τέλος του πολέμου ο τότε πρωθυπουργός Σουκρού Σαράκιογλου αποφαίνεται με την μεγαλύτερη σοβαρότητα: «Η Τουρκική Δημοκρατία από τις πρώτες στιγμές, με τις δηλώσεις της, τα όπλα της και την καρδιά της ήταν στο πλευρό των δημοκρατικών εθνών». Και όπως θα σχολιάσει μερικά χρόνια αργότερα ο διαπρεπής Τούρκος εκδότης και συγγραφέας Καμουράν Μπεκίρ Χαρπουτλού, «εάν ο φασισμός ήταν νικητής είναι φανερό ότι η ίδια φράση θα είχε λεχθεί υπέρ αυτού».

βῆμα

* Ὁ κυριότερος ἀποκλεισμὸς ἦταν ἀπὸ τοὺς «συμμάχους» κι ὄχι ἀπὸ τοὺς Γερμανούς.

** Τὸ «Κουρτουλοῦ» ἐβυθίσθη στὶς 20 Φεβρουαρίου τοῦ 1942, ἐντὸς μίας καταιγίδος.

*** Δὲν ἦταν ἀνθρωπιστικὴ βοήθεια ἐκ Τουρκίας, ἀλλὰ ἀπὸ Ἕλληνες ποὺ διέμεναν στὴν Τουρκία.

(Visited 95 times, 1 visits today)




Leave a Reply