Καμμία θυσία δὲν πάει χαμένη…

Καμμία θυσία δὲν πάει χαμένη...Και εγώ δάκρυσα, και δε μπόρεσα να του το κρύψω. Με είδε και με μάλωσε τρυφερά. Μου είπε:«Μην λυπάσαι! Καμμιά θυσία δεν πάει χαμένη. Η Ελλάδα ελευθερώθηκε, αυτό έχει σημασία!». Η νύκτα προχωρούσε και σύντομα θα έπρεπε να φύγω. Σηκώθηκα για να τον χαιρετήσω. Του είπα: «Γρηγόρη, πρέπει να φύγω τώρα. Πες μου, τι θέλεις να πω στους Έλληνες του 2015;». Με κύτταξε στα μάτια με το διεισδυτικό του βλέμμα. Μου απάντησε: «Να τους πεις, ότι εμείς εδώ, κάναμε ότι μπορούσαμε. Τώρα, ήλθε η ώρα να κάνετε και εσείς ό,τι μπορείτε. Αυτό μόνο». Τον ασπάστηκα με συγκίνηση και πριν φύγω, είδα να έρχεται προς το μέρος μας μια μικρή ομάδα ανθρώπων. Παραμέρισα και στάθηκα να δω ποιοι ήταν. Έτσι και αλλιώς αθέατος ήμουν.

Ήταν ήδη περασμένη η νύκτα, όταν ο παπαγιώργης ήρθε μαζύ με τον Αμερικανό φιλέλληνα και ιατρό, Σάμιουελ Χάου, 24 χρόνων, ο οποίος είχε γλιστρήσει κρυφά στο στρατόπεδο. Ήθελε να δει ποιος ήταν ο αρχηγός, που είχε το κουράγιο να σταθεί, να πολεμήσει τον Ιμπραήμ. Με έκπληξη αναγνώρισε τον υπουργό Εσωτερικών, που τον είχε φιλοξενήσει κάποτε στο Ναύπλιο. Τον φίλεψαν κρασί και φαγητό και δυο-τρεις από τους οπλαρχηγούς, είχαν έλθει να πιουν και αυτοί με τον ξένο. «Αύριο τέτοια ώρα, θα δειπνάμε με τον Πλούτωνα…», είπε ο Παπαφλέσσας. Μα καθώς οι αρχηγοί τον κύτταζαν στα μάτια, τους λυπήθηκε η καρδιά του και πρόσθεσε για χατίρι τους: «Ή θάμαστε νικηταί!…». Πλάι του, καθόταν και ένας Γάλλος φιλέλληνας, που του είχε δώσει ο στρατηγός Ρος. Όσο και αν έψαξα, δε μπόρεσα ποτέ να μάθω το όνομα του. Ήταν ένα ξανθό παλικάρι, σφικτοδεμένο, με ζωηρά, έξυπνα μάτια. Ήταν εύθυμος και γελαστός, σα να τον είχαν σε πανηγύρι. Βρέθηκε και αυτός νεκρός δίπλα στον Παπαφλέσσα, ανάμεσα σε σωρούς σκοτωμένων Αιγυπτίων.

Η αυγή άρχιζε να γαλαζώνει την ανατολή, όταν κίνησα πια να φύγω από το Μανιάκι. Έριξα πίσω μου μια τελευταία ματιά. Από όλους, μόνο ο Χάου θα έφευγε το ξημέρωμα. Όλοι οι άλλοι θα έμεναν για πάντα εκεί.

«Τοιουτοτρόπως ό φιλόπατρις και φιλοκίνδυνος και επιχειρηματίας αρχιμανδρίτης, άφού κατόρθωσε τήν Έπανάστασιν είς τήν Πελοπόννησον έξεπλήρωσε τόν όρκον του και άπέθανεν ώς άλλος Λεωνίδας δια τήν πίστιν καί τήν πατρίδα θάνατον ένδοξότατον και μετέβη είς τήν άτελείωτον ζωήν μετά των άλλων μαρτύρων…».
=========================
Απόσπασμα από το ιστορικό μου διήγημα «Η τελευταία νύκτα στο Μανιάκι»
Γεράσιμος Γ. Γερολυμάτος

(Visited 100 times, 1 visits today)




Leave a Reply