Δολοφονώντας τοὺς ἀρίστους…

Σήμερα, εἰδικὸ ἀφιέρωμα, σὲ ἕναν μεγάλο ἀδικημένο, συκοφαντημένο καὶ βασανισμένο Ἥρωα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἕναν ἄνθρωπο θῦμα τῶν σαπροφύτων τοῦ πλανήτου: τῶν γνωστῶν μας τοκογλύφων.
Ἕναν ἀγωνιστὴ ποὺ μόνο του μέλημα ἦταν ἡ δική μας αὐτονομία, ἀλλὰ ποὺ γιὰ νὰ ἐξυπηρετηθοῦν καὶ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ γνωστὰ τότε καθάρματα τῆς ἐποχῆς (κωλέττηδες, μαυροκορδᾶτοι, ζαΐμηδες, κουντουριώτηδες, νᾶκοι, γκοῦρες, μακρυγιάννηδες, ἀλλὰ καὶ στρατιὲς ξελιγωμένων), ἐπισήμως καὶ μὲ τὴν βούλα  ἐξουσιοδοτημένοι ἀντιπρόσωποι τῶν τραπεζικῶν συμφερόντων στὴν χώρα μας, ὄχι μόνον τὸν ἐσυκοφάντησαν, τὸν κατεδίωξαν καὶ τὸν ἐδολοφόνησαν, ἀλλά, ἐπὶ πλέον, ἀλλοίωσαν κάθε ἱστορικὴ μαρτυρία, πρὸ κειμένου νὰ μὴν γίνῃ γνωστὸ τὸ ἔγκλημά τους.
Μόλις καὶ μετὰ βίας, ὁ τότε φύλαξ τοῦ Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου, Κωνσταντῖνος Καλαντζῆς, ἐξομολογήθη σὲ στενὸ κύκλο συναδέλφων του, τὰ φρικτὰ βασανιστήρια τοῦ Ἀνδρούτσου, στὰ ὁποία ἦταν αὐτόπτης μάρτυς, τὴν νύκτα τῆς δολοφονίας του. (Ἐφημερὶς «Καιροί», Δεκέμβριος 1898).
Αὐτὴν τὴν μαρτυρία σᾶς παραθέτω σήμερα:

Ὁ θάνατος τοῦ Ὀδυσσέως

 Ὁ Ὀδυσσεὺς ἐπὶ ἐσχάτῃ κατηγορηθεὶς κατὰ τῆς πατρίδος του προδοσίᾳ, φυγοδικῶν εἶχεν ἐπί τινα καταφύγει χρόνον εἰς τὸ Κωρύκειον τοῦ Παρνασσοῦ ἄνδρον, εἶτα ὅμως μεταμεληθεὶς ἀπεφάσισε νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν Δικαιοσύνην ἔχων πεποίθησιν εἰς τὴν αὐτοῦ ἀθωότητα καὶ ἐπὶ τέλους, μὲ ὅλην τὴν ἀνένδοτον ἐπιμονὴν τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως, ὑποστρατήγου Ἀντωνίου Γεωργαντᾶ, φοβουμένου καὶ ὑποπτεύοντος εὐλόγως ἐκ μέρους τῶν «καλαμαράδων» ἀπαίσια παρεδόθη εἰς τὴν ἐξουσίαν, κατελθὼν ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς τοῦ Δομποῦ ἐν Λεβαδείᾳ μονῆς ἔνθα τελευταῖον διέτριβεν.

Εὐθὺς μετὰ τὴν προσέλευσίν του ἡ τότε Κυβέρνησις καθεῖρξεν αὐτὸν ἐν τῷ ἐν τῇ Ἀκροπόλι τῶν Ἀθηνῶν Ἐνετικῷ Πύργῳ, τῷ ἐσχάτως χάριν τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν κατεδαφισθέντι.

Τοῦ Ὁμηρικοῦ τῆς Γραβιᾶς ἥρωος τὸ οἰκτὸν καὶ δραματικὸν τέλος καλύπτει σκοτεινὸς πέπλος, τὰ δὲ λεπτομερείας αὐτοῦ σχεδὸν ἀγνοῦσιν οἱ πάντες.

Θὰ ἤμην δὲ ἄθλιος καὶ ἀνελεύθερος ἐὰν μαθὼν τὴν ἀληθείαν παρ΄ αὐτόπτου, δυναμένου δὲ καὶ θέλοντος νὰ εἰπῃ ταὐτην γυμνὴν ἐσιώπων ἔως τέλους.

Ἦτο ἡ τρίτη τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1863 ἔτους ἡμέρα ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὴν ἐποχὴν τὴν ἐσημείωσα, διότι μοὶ ἐπροξένησε βαθεῖαν αὕτη ἐντύπωσιν καὶ φρίκην ἐξ ὅσων κατ’ αὐτὴν ἤκουσα κι ἀπεμνημόνευσα.

Περὶ τὴν ἐσπέραν τῆς ἡμέρα ταὔτης χάριν τῆς μεγάλης ἑορτῆς μᾶς ἐπεσκέφθη ὁ ἀείμνηστος τῆς φάλαγγος ταγματάρχης, ὁ γενναῖος ἐκεῖνος τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος στρατιώτης, ὁ λεβέντης καὶ εὐθυτενὴς ὡς ὑψίκομος κυπάρισσος γέρων Κωνσταντῖνος ὁ Καλαντζῆς. Ἐπειδὴ ἧν χειμὼν δριμὺς τὸν ὡδήγησα εἰς τὸ χειμωνιάτικο, ὅπου ἧν ἡ ἑστία, ἐνβ ᾖ ἔλαμπε καὶ διέπρεπε πυρὰ ὡραία καὶ ζηλευτή, τρεφομένη ἀπὸ ξηρᾶς σκίνων καὶ κοτίνων ῥίζας.

Μετὰ τὰς ἀμοιβαίας ἐπὶ ταῖς ἑορταὶς εὐχάς, ἐγώ, ὅστις ἐμμανῶς ἠγάπων τὰς ἱστορίας καὶ τὰ διηγήματα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ἐξ ὧν πλεῖστα πολλάκις εἶχεν ἡμῖν διηγηθῆ ὁ καλὸς ταγματάρχης, ἰδίως ἐπειδὴ ὡς ἐγίνωσκον ἧν αὐτόπτης τῶν κατὰ τὴν τελευτὴν τοῦ στρατηγοῦ καὶ αὐτήκοος τὸν παρεκάλεσως θερμῶς νὰ μᾶς διηγηθῇ ταὖτα. Εἰς τὴν παράκλησίν μου, βαρὺ στενάξας, καὶ μετὰ μεγάλην τοῦ γενναίου στήθους ἀνάπαλσιν, μοὶ ἀπήντησε: «Τί τά θέλεις αὐτά τώρα, παιδί μου; Αὐτὰ ἐπέρασαν πλέον΄ ἄς ὅψονται οἱ αἴτιοι». Ἐδίσταζε δὲ νὰ ἀρχίσῃ. Τῇ ἐπομόνῳ ὅμως παρακλήσει μου προβάντος ἐκ περιεργείας μέχρι φορτικότητος, ἤρξατο διηγούμενος τὰ τῆς τελευτῆς τοῦ στρατηγοῦ ὡς ἐξῆς:

«Ἐπειδὴ ἐπιμένετε τόσον, ἀκοῦστε πῶς συνέβη τοῦ στρατηγοῦ ὁ θάνατος” ἀπὸ καιρὸν τὸν εἶχον φυλακίσει εἰς τὴν μεγάλην τῆς Ἀκροπόλεως Κούλιαν΅ τοῦ εἶχαν βάλει εἰς τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του σίδερα μὲ μπάλαις βαρελαῖς. Τροφὴν δὲν τοῦ ἔδιδαν τακτικά, οὔτε καλήν, οὔτε στρῶμα. Ὅταν ἐγὼ τὸν εἶδα εἰς τὴν φυλακὴν ἧτο ἀναλλαγος, λερωμένος, κουρελιασμένος μὲ ἕνα κοντοκάππι καὶ μὲ τὸν ἱστορικόν του καλογηρόσκουφον λυγδιασμένον ἀπὸ τὴν λέραν.

Τὴν νύκτα ἐκείνην ὅπου ἐχάθη, ἐγὼ ἤμουν σκοπὸς εἰς τὴν πόρτα τῆς Κούλιας, ἡ ὁποία ἦτο κλειδωμένη. Ἦτο νύκτα πολὺ σκοτεινή, δὲν ἔβλεπες τὸ δάκτυλό σου, ἔπεφτε ψιλὴ βροχὴ καὶ ἤμην τυλιγμένος μὲ τὴν κάππαν μου᾿ ἦσαν περασμένα τὰ μεσάνυκτα ὅταν βλέπω τέσσαρας ἄνδρας νὰ ἔρχωνται πρὸς τὴν φυλακήν.

Ὁ ἕνας κρατοῦσε φανάρι, ἦσαν δὲ ἁρματωμένοι καλά. Ἕνας ἄλλος ἐστάθη ὁλίγον μακρὰν καὶ δὲν τὸν εἶδον καλὰ ποῖος ἦτο᾿ ἀλλὰ ὡς ἐνόησα ἦτο ὁ ἐπὶ κεφαλῆς των᾿ ἦτο ἡ ἔφοδος πρὸς ἐπιθεώρησιν τῆς φυλακῆς᾿ ἦσαν γνωστοί μου ὁ Τ., ὁ Γ. καὶ ὁ Μ. καὶ ἔνας στρατιώτης Σαλωνίτης, τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα τὸ ὄνομα.

 Ἇμα ἐπλησίασαν ἀμέσως ἔγινεν «ἀλλαγή» καὶ ἀντ΄ ἐμοῦ ἔθεσαν σκοπὸν τὸν στρατιώ

στρατιώτην ἐκεῖνον᾿ ἐγὼ δὲ διετάχθην ἀμέσως νὰ ὑπάγω νὰ κοιμηθῶ. Ἀμέσως ἀπεμακρύνθην εἰς τὸ σκότος. Ἀλλ’ ὑποπτευθεὶς ἀπαίσια διὰ τὸν στρατηγὸν κρυφὰ κατεσκόπευον τὰ κινήσεις των πλησιάσας ἱκανῶς ἀπαρατήρητος ὡ ἐκ τοῦ ψιλαφητοῦ σκότους᾿ ἤκουσα τὸν κρότον τῶν κλείθρων τῆ φυλακῆς. Τὴν ἤνοιξαν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν Πύργον οἱ τρεῖς, ὁ δὲ σκοπὸς ἔστεκεν εἰς τὴν μισοανοικτὴ πόρταν τῆς φυλακῆς. Ἇμα εἰσῆλθον αὐτοὶ μέσα, ἠκούσθη ὁ κρότος τῶν ἁλυσίδων τῶν δεσμῶν τοῦ στρατηγοῦ, ὅστις βεβαίως μὲ τὴν ἀπροσδόκητον ταὔτην ἐπίσκεψιν θὰ ἐσηκώθη. Τὸν ἤκουσα νὰ λέγῃ πρὸς αὐτούς: «τώρα ξέρω καλὰ ποιὸς σᾶς ἔστειλε ἐσᾶς ἐδῶ, καὶ γιὰ τὶ ἤλθατε τέτοιαν ὥρα ἐδῶ μέσα. Δέν μ’ λύνετε τό ‘να μου τό χέρι νά σᾶς δείξω ποιός εἶμαι καί πῶς μέ λένε; Αὐταῖς ἐδῶ τῇς σαποκοιλιαῖς δὲν τῇς συνερίζομαι, μὰ ‘σύ μωρέ Γ. γιά τί;!»

Εἰς ταῦτα ἀμέσως ὡς ἐνόησα ἐκ τῆς ταρχαῆς ἡ ὁποία ἠκολούθησεν, ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ δεσμίου. Ἤκουσα τὸ βόγκημα, τοὺς ἀναστεναγμοὺς καὶ μούγκρισες τοῦ λεονταγιοῦ ἐκείνου καὶ ἡ καρδιά μου ἐῤῥαγίζετο. Καὶ μετὰ ταὖτα σιωπὴ τελεία…

Μετ’ ὁλίον εἶδον τοὺς τέσσαρας νὰ βαδίζωσι πρὸς τὸ τεῖχος τῆς Ἀκροπόλεως τὸ βλέπον πρὸς τὸ μέρος τοῦ Μακρυγιάννη, μὲ τὸ φανάρι. Ἐκεῖ ἠκούετο κτύπος ὅμοιος μ΄ ἐκεῖνον ποὺ γίνεται ὅταν ἐμπήγουν στῆλον εἰς τὴν γῆν. Κατόπιν τοὺς εἶδα πάλιν νὰ γυρίσουν εἰς τὴν Κούλιαν, ἀφ΄ ὅπου ἐπῆραν βαρὺ τι πράγμα καὶ τὸ ἐπῆγαν μαζὺ μετὰ δυσκολίας εἰς τὸ μέρος ὅπου ἤκουον τὸν κρότον. Ἐκεῖ κάτι ἔκαμνον ἀνακατευόμενοι καὶ μετ’ ὁλίγον πάλιν ἤκουσα κτύπον πέτρας, ἡ ὁποία κτυπᾶ ἐπὶ ἄλλης πέτρας. Ἀμέσως δὲ μετὰ τοῦτο ἐκεῖνοι μὲν ἔγειναν ἄφαντοι, ἐγὼ δὲ σιγὰ σιγά, ἐπῆγα εἰς τὸ κατάλυμά μου.

Τὸ πρωὶ ἇμα ἐσηκώθην ἔμαθον ὅτι εἶχε διαδοθῆ παντοῦ ὅτι ὁ Ὀδυσσεὺς δραπετεύσας τὴν νύκτα καὶ θελήσας διὰ σκοινίου δεδεμένος νὰ κατεβῇ ἀπὸ τὸ τεῖχος τῆς Ἀκροπόλεως, κοπέντος δὲ τοῦ σκοινίου, κατέπεσεν ἀπὸ τοῦ ὕψους καὶ ἐφονεύθη.

Ὅπως ὅλος ὁ κόσμος ἐπῆγα καὶ ἐγὼ καὶ εἶδα τὰ ἐξῆς: Εἰς τὸ μέρος ὅπου ἤκουον τοὺς κτύπους ἦτο μπηγμένο μεγάλο παλοῦκι, δεμένο δὲ εἰς αὐτὸ ἀκόμη τεμάχιον τριχιᾶς, τῆς ὁποίας ἡ ἄκρη ἐφαίνετο ξασμένη. Ὅταν δὲ ἐπῆγα κάτω εἶδον τὸ πτῶμα τοῦ ἀτυχοῦς στρατηγοῦ φέρον εἰς τὴν μέσην δεμένον ἀπὸ ἔξω ἀπὸ καντοκάππι του ἕνα μακρὺ κομμάτι τριχιᾶς. Τὸ στόμα του ἦτο καταματωμένον᾿ τὸ ἐπάνω χεῖλο του ἦταν κομμένα σὰν δακτυλίδι στρογγυλά. Σὰν νὰ τὰ κτύπησε κάποιος καὶ τὰ ‘κοψε μὲ τὸ στόμα ντουφεκιοῦ ἢ πιστόλας.

 Ὁ λαιμός του εἶχε μαυρήλαις καὶ σημάδια ἀπὸ νύχια. Ἐστάλη ἕνας ἄλλος ἰατρὸς νὰ κάμῃ νεκροψίαν καὶ ἔκθεσιν περὶ τοῦ θανάτου του᾿ ἔμαθα δὲ ὅτι ἐπειδὴ ἐπιστοποίησεν ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ βίας, διότι τα σημεῖα αὐτῆς ἦσαν φανερά, ἔσκισαν τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ καὶ ἔκαμαν ἄλλην, διὰ τῆς ὁποίας ἐβεβαιοῦτο ὅτι τοῦ στρατηγοῦ ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ πτώσεως αὐτοῦ ἀπὸ μέρους ὑψηλοῦ᾿ μετὰ ταὖτα ἔγεινεν ἡ κηδεία του πολὺ καταφρονεμένη και χειροτέρα ἀπὸ τοῦ τελευταίου καταδίκου᾿ τὸν ἔθαψαν σὰν σκυλὶ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου πρὸς δυσμὰς τῆς Ἀκροπόλεως.»

Τοιοῦτον ὑπῆρξεν το τέλος τοῦ ἀτυχοῦς στρατηγοῦ, περὶ οὗ δυστυχῷ ἡ ἱστορία τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος ἔχει κλείσει ἑρμητικῶς τὰ χείλη της.

Τὰ πράγματα ἐγράφησαν ὡς συνέβησαν καὶ ὅπως τὰ ἀπεμνημόνευσα πιστῶς. Τὰ δὲ ὀνόματα τῶν ἡρώων τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ καὶ σκληροτάτου ἀνουσιουργήματος ἔχω ἀναγράψεις εἰς καλῶς ἐσφραγισμένον δέλτον᾿ θὰ ἴδωσι δὲ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ὅταν τοὺς ἐμοὺς ὀφθαλμοὺς θὰ καλύψη τοῦ θανάτου τὸ σκότος.

Λέβαδος

Ὁ μάρτυς, ποὺ καταγγέλλει καὶ δημοσιεύει ἐπίσης δὲν καταγράφει τὰ ὀνόματα τῶν φυσικῶν δολοφόνων, ἀναφέρει ὅμως πὼς θὰ δημοσιοποιηθοῦν αὐτὰ σὲ διαθήκη.


Τὴν ἐντολὴ τῆς δολοφονίας, ἀπὸ τότε, ὅλοι ἐγνώριζαν πὼς τὴν ἔδωσε ὁ Γκούρας.
Τὰ ὀνόματα τῶν φυσικῶν δολοφόνων ἦσαν: Παπακώστας Τζαμάλας, Γιάννης Μαμούρης καὶ Μῆτρος Τριανταφυλλίνας (ἢ τῆς Τριανταφυλλίνας) καὶ μᾶς τὰ παραθέτει ὁ Ἄννινος, στὸ δικό του βιβλίο.
(Πολὺ πιθανὸν κάποιο δημοσίευμα τῆς ἐποχῆς νὰ ἀπεκάλυψε τὰ ὀνόματα τῶν δολοφόνων, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀκόμη ἐντοπίσει κάτι.)

Ὁ θάνατος τοῦ Ἥρωος ἦταν ἀργός, βασανιστικὸς καὶ προσεκτικὰ σκηνοθετημένος, γιὰ νὰ ἀλλοιωθοῦν ἐξ ἀρχῆς τὰ συμπεράσματα καὶ νὰ ἀποκρυβοῦν οἱ φυσικοὶ δολοφόνοι, μὰ καὶ οἱ ἠθικοὶ αὐτουργοί.
Ἔως καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ ἰατροδικαστοῦ, ποὺ δὲν ἦταν …βολική, ἀντικατεστάθη ἀπὸ μίαν πιὸ …εὐπαρουσίαστο.
Ἐὰν δὲν ἐτολμοῦσε ὁ Καλαντζῆς νὰ μιλήσῃ, ὄχι μόνον δὲν θὰ γνωρίζαμε κάτι, ἀλλά, ἐπὶ πλέον, τῦποι σὰν τὸν Σουρμελῆ θὰ εἶχαν μεγαλύτερο κοινό, ἀφήνοντας χῶρο στοὺς λόντους, στοὺς ζαΐμηδες, στοὺς κωλέττηδες, στοὺς μαυροκορδάτους, στοὺς τρικούπηδες, στοὺς κουντουριώτηδες καὶ στοὺς λοιποὺς μετέχοντες τῆς αὐτῆς συμμορίας, νὰ μᾶς κρατοῦν ἀκόμη καὶ σήμερα στὸ ἱστορικὸ σκότος.

Συνεπῶς, γιὰ μίαν ἀκόμη φορά, διαπιστώνουμε πὼς ὁ ἐκφοβισμὸς καὶ ἡ βία τῶν διαχειριστῶν τοῦ χρήματος εἶναι ἰσχυρότερα τῆς ἀληθείας, τοῦ ἤθους καὶ τῆς ἀναδείξεως τῶν ἀρίστων. Διότι, ἀπὸ ἀρχῆς ὑπάρξεως τοῦ ἑλλαδοκαφριστάν, ὑπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ἐδομήθη τὸ νομικόν, τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ ἠθικὸν …«δίκαιον» στὴν χώρα μας, μὲ ἀποτέλεσμα σήμερα ἁπλῶς νὰ ἀνακαλύπτουμε πὼς ἡ σαπίλα τοῦ ἐν λόγῳ μορφώματος ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐπιφανειακὴ κι εὐκαιριακή, ἀλλὰ ὅλο τὸ μόρφωμα αὐτὸ εἶναι μόνον ἡ ἀποκορύφωσις τῆς Ὕβρεως καὶ τῆς ἀποσυνθέσεως καί, ἐπὶ τέλους, ξεχείλισαν τὰ ὅρια ἀνοχῆς.
Δὲν γίνεται νὰ ἐξακολουθήσῃ.

Τέλος… Πολλὲς φορὲς ὡς λαὸς ἔχουμε κάνει λάθη. Πολλὰ λάθη.
Μά, πάντα, κάθε φορὰ ποὺ ἡ Ἀνάγκη προέβαλε, τὸ ἔνστικτόν μας μᾶς ὑπεδείκνυε τὸ ποιὸς εἶναι ἐχθρὸς καὶ ποιὸς φίλος.
Ὅσες φορὲς τὸ ἀκούσαμε, εἴχαμε καλὰ ἀποτελέσματα.
Ὅσες φορὲς τὸ ἀγνοήσαμε, τὸ πληρώσαμε.
Παρ΄ ὅλα αὐτά, σήμερα, μετὰ ἀπὸ σχεδὸν δύο αἰῶνες, μποροῦμε νὰ ὀμολογήσουμε πὼς στὴν συνείδησίν μας δὲν ἔχει καταγραφῆ κάποιο ἀπὸ τὰ τρωκτικὰ σὰν Ἥρως, ἀλλὰ οἱ πραγματικοὶ Ἥρωες, ποὺ σὲ κάθε εὐκαιρία παραμένουν ζωντανοὶ μέσα μας,  σὰν τὸν Ἀνδροῦτσο, τὸν Νικηταρᾶ, τὸν Καραϊσκάκη, τὸν Κολοκοτρώνη, τὸν Χάψα, τὸν Νικοτσάρα… (Ἀλλὰ καὶ ἀμέτρητους ἄλλους, πρὶν καὶ μετά…)
Αὐτούς, τοὺς πραγματικοὺς Ἥρωες, ἐδῶ καὶ σχεδὸν δύο αἰῶνες, συστηματικὰ ἀγνοεῖ καὶ στοχοποιεῖ τὸ μόρφωμα τοῦ ἑλλαδοκαφριστᾶν, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον προβάλλει τὰ ὑβριδικά του σαπρόφυτα ὡς κάτι μεγάλο καὶ τρανό.
Ἐμεῖς ξέρουμε… Καὶ ξέρουμε καλὰ μέσα μας…

Ὥρα μας εἶναι νὰ ἀρχίσουμε νὰ πιάνουμε τὸ …κουβάρι ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Ἀνδροῦτσοι, πραγματικοί, ἐπέρασαν ἀπὸ τὸν τόπο. Παραλλήλως ὅμως ἐκεῖ γύρω ἦσαν καὶ τὰ σκουπίδια.

Φιλονόη

Σημειώσεις

Τὴν ἰδίαν ἡμέρα ποὺ ἐδολοφονήθη ὁ Ὀδυσσεύς, ἔγινε ἀπόπειρα δολοφονίας τοῦ Τρελώνυ, Ἄγγλου πράκτορος ποὺ ὅμως (κατὰ κάποιον τρόπο) ἄλλαξε στρατόπεδον καί, κατ’ ἐπέκτασιν, ὡς θαυμαστὴς τοῦ Ὀδυσσέως, ἦταν ἐχθρὸς τῶν κυβερνώντων.

Τὸ οἰκογενειακὸν ὄνομα τῶν Ἀνδρούτσων ἦταν Βερούτη, ἀλλὰ ὁ Ἄννινος σημειώνει καὶ τὸ Μουτσανᾶς (βάσει μαρτυρίας συντοπίτου τοῦ Ὀδυσσέως).

Ἡ ἔκδοσις Ἀννίνου εἶναι χρηματοδοτημένη ἀπὸ τὸν Μπενάκη (στὸν ὁποῖον καὶ πλέκει ἐγκώμιον), κάτι ποὺ ὀφείλουμε νὰ μᾶς καθιστᾶ ἰδιαιτέρως προσεκτικούς, ἐφ΄ ὅσον γνωρίζουμε πλέον ἅπαντες τὸν ῥόλο τῆς συγκεκριμένης οἰκογενείας στὴν ἱστορία τοῦ τόπου.

Ὁ Κάρπος Παπαδόπουλος, αὐτόπτης μάρτυς, ἀναφέρει πὼς ἦταν τόσο τὸ μένος κάποιων …καλοθελητῶν κατὰ τοῦ Ὀδυσσέως ποὺ ἀκόμη καὶ τὴν μαρμάρινη πινακίδα, στὴν Κλεψύδρα, τὴν ἀφήρεσαν.

Ὁ Ζαμπέλιος μᾶς διασώζει τὴν ἐπιγραφή, πρὸ τῆς ἀφαιρέσεώς της:

(Visited 201 times, 1 visits today)




Leave a Reply