Διότι ὁ Μᾶνος ἦταν πρῶτα πρῶτα στοχαστής…

Μὲ ἔνα τυχαῖο κείμενο τοῦ Μάνου Χατζηδάκι ἄρχισε ἡ ἡμέρα σήμερα!
Ἀπὸ τὶς πρῶτες ἀκόμη γραμμὲς μὲ συνεπῆρε ὁ λόγος καὶ τὸ ὕφος τοῦ μεγάλου αὐτοῦ μουσικοῦ καὶ στοχαστοῦ μας.

Θυμήθηκα τὴν πρώτη φορά, ποὺ τὸν συνήντησα, ἐπάνω στὰ βουνὰ τῆς Κρήτης, στὰ Ἀνώγια, ὅπου ἄκουσα ζωντανὰ τὴν μουσική του νὰ ξεχύνεται στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ μὲ σημαδεύῃ γιὰ πάντα.
Τὸν πρῶτο δίσκο του, ποὺ ἠγόρασα κάποτε, «Τὸ χαμόγελο τῆς Τζοκόντα», ἔπαιζε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ στὸ ἐξῆς ἐπὶ πολλοὺς μῆνες, στὸ φθυνό μου πικάπ, τῆς μικρῆς μου γκαρσονιέρας στὸ Παγκράτι, ποὺ μαζὺ μὲ τὴν συλλογή μου ἀπὸ τὰ τεύχη τοῦ περιοδικοῦ «Τέταρτο», τὰ ὁποῖα εἶχα μαζέψη, μὲ βοηθοῦσαν νὰ ἀπολαύσω τὴν μουσική του, μαζὺ μὲ τὰ αὐθόρμητα γραπτά του.

Ἂν καί μοῦ πῆρε μίαν ὁλόκληρη ζωή, μπόρεσα τώρα νὰ καταλάβω πόσο δίκαιο εἶχε ὅταν ἔλεγε πώς… «Ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ τελειώσῃ ἡ ἀνθρώπινη περιπέτεια, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνθρώπινη εὐπιστία. Πάντα ὁ ἄνθρωπος θὰ πιστεύη πὼς τὰ ὄνειρά του θὰ δικαιωθοῦν. Ἀλλὰ καὶ πάντα θὰ ἀγνοῆ πὼς ὁ ἴδιος καταστρέφει τὰ ὄνειρά του, μὲ τὸ νὰ ξυπνᾷ κάθε πρωΐ. Κάθε πρωΐ καὶ ὄχι γιὰ πάντα. Μίαν καὶ μόνη φορά…».

Ὁ Μᾶνος γιὰ τὴν καταγωγή του.

«Γεννήθηκα στὶς 23 Ὀκτωβρίου τοῦ 1925, στὴν Ξάνθη, τὴν διατηρητέα κι ὄχι τὴν ἄλλην, τὴν φρικτή, ποὺ κτίσθηκε μεταγενέστερα ἀπὸ τοὺς μεταπολεμικοὺς τῆς ἐνδοχώρας μετανάστες.
Ἡ μητέρα μου ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀνδριανούπολι κι ὁ πατέρας μου ἀπὸ τὴν Κρήτη.
Εἶμαι λοιπὸν γέννημα δύο ἀνθρώπων ποὺ οὐδέποτε συνεργάσθησαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀπεφάσισαν τὴν κατασκευή μου.
Γι’ αὐτὸ καὶ περιέχω μέσα μου ὅλες τὶς δυσκολίες τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλες τὶς ἀντιθέσεις. Ὅμως ἡ ἀστική μου συνείδησις, μαζὺ μὲ τὴν θητεία μου τὴν εὐρωπαϊκή, ἔφεραν ἕνα ἀποτέλεσμα ἐντυπωσιακό. Ἔγινα τόσο ὁμαλός, ἔτσι ποὺ καὶ οἱ γύρω μου νὰ φαίνονται ὡς ἀνώμαλοι.»

Ὁ Μᾶνος γιὰ τὰ ταξείδια

«Ταξείδευσα πολύ. Κι αὐτὸ μὲ βοήθησε νὰ ἀντιληφθῶ πὼς ἡ βλακεία δὲν ἦταν μόνον προϊὸν τοῦ τόπου μας ἀποκλειστικό, ὅπως ὑπερήφανα ἀποδεικνύουν συνεχῶς οἱ Ἕλληνες σωβινιστὲς καὶ οἱ ντόπιοι ἐθνικιστές. Ἔτσι ἐνισχύθηκε ἡ ἔμφυτος ἑλληνικότης μου καὶ μίκραινε κατὰ πολὺ ὁ ἐνθουσιασμός μου γιὰ τοὺς ἀλλοδαπούς.».

Ὁ Μᾶνος γιὰ τὸν θάνατο

« Ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου ὁδηγεῖ τὸν ἀληθινὰ ἐλεύθερο ἄνθρωπο στὸ νὰ ἀντιληφθῇ βαθειὰ μέσα του πὼς ἡ ὕπαρξίς του ἔχει ἡμερομηνία λήξεως. Ὁ Ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ συμφιλιωθῇ μὲ τὴν ἰδέα αὐτὴν κι ὄχι νὰ ἀγκιστρώνεται ἀπὸ τὴν ζωή, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μὴν θέλῃ νὰ φύγῃ, πράγμα ποὺ ὅλες οἱ θρησκεῖς ἐκμεταλλεύονται, ὑποσχόμενες μελλοντικὴ κι ἀτελείωτη ζωή.
Κι ὅμως… Εἶναι τόσο ἁπλό, γιὰ αὐτὸ καὶ τόσο δύσκολο…»

Θεοφανάκης Στέφανος

(Visited 113 times, 2 visits today)




Leave a Reply