Ὕμνος στὴν συντροφικότητα

Αγωνιζόταν πολύ ώρα το ζωντανό σκαθάρι να συνεφέρει το άψυχο, κάνοντας κάτι παράξενο. Το έσερνε στην άκρη του τραπεζιού, σαν να ήθελε να το πετάξει κάτω. Μόλις εκείνο άρχιζε να πέφτει, το έπιανε από τα άκρα και το τράβαγε επάνω στο τραπέζι. Μετά ξανάρχιζε τα ίδια: το έσπρωχνε, το έριχνε, το κρατούσε στον αέρα, το έσερνε επάνω.

Μου πήρε λίγο χρόνο, όμως είδα τι πάσχιζε να κάνει. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να το γυρίσει μπρούμυτα, να το στήσει στα πόδια του. Μήπως κινηθεί και η ζωή επιστρέψει. Επί σαράντα λεπτά δεν σταματούσε. Ώσπου, μία παρέα πλησίασε να κάτσει στο τραπέζι.

Το επίμονο έντομο τρόμαξε, αλλά δεν το έβαλε στα πόδια. Έσυρε το σώμα, μία τελευταία φορά, προς την αντίθετη πλευρά του τραπεζιού, πίσω από ένα μικρό βάζο με αμάραντους. Για να το κρύψει, να το προστατεύσει.

Οι άνθρωποι ήταν ευγενείς, δεν ενόχλησαν. Χρειάσθηκε να περιγράψω την κατάσταση, να τους παρακαλέσω, αν δεν ήταν πολύς κόπος, να κάτσουν σε άλλο τραπέζι. Παραξενεύτηκαν, είναι αλήθεια, αλλά τους εξήγησα ότι το μικρό μαμούνι, που δεν αφήνει κάποιον πίσω, είχε περάσει πολλά, ήταν αμαρτία να βασανίζεται άλλο.

Ήταν ένα θαρραλέο, συμπονετικό σκαθάρι. Με τέτοιο σύντροφο ξεκούραστα θα πήγαινες έως την κορυφή του κόσμου.

Μαθιόπουλος Χαράλαμπος

(Visited 121 times, 1 visits today)




Leave a Reply