Θρησκείας ἀναγκαιότης;

Ἤ,

Παθιασμένη Διαίσθησις

Μέχρι τὰ τριάντα (30) μου ἀπὸ τὴν θρησκεία εἶχα ἀντιληφθῇ τρία πράγματα:

  1. Ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ, ἀλλὰ δὲν θὰ διστάσῃ νὰ μᾶς κάψῃ στὴν κόλαση·
  2. ὁ ἔρως εἶναι κάτι βρώμικο καὶ πρέπει να τὸ φυλᾶμε γιὰ ὅποιον ἀγαπήσουμε ἀληθινά·
  3. καὶ τὸ γνωστὸ «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα».

Ὁπότε τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν στὸ σχολεῖο εἶχε ἀποτύχῃ.
Ἔπρεπε νὰ πιάσω τὰ σαράντα (40) γιὰ νὰ καταλάβω ὅτι ἡ θρησκεία ἀντιμετωπςιζεται ὅπως ἡ τέχνη. Ὅπως ἕνας ζωγραφικὸς πίναξ δὲν ἀπεικονίζει τὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ ἀντικατοπτρίζει τὴν «πραγματικότητα» ποὺ ἔχουμε στὸ μυαλό μας· ἔτσι καὶ στὴν θρησκεία, δὲν ἔχει τόσο νόημα νὰ ἐξετάσῃς ὀρθολογιστικὰ τοὺς μύθους καὶ τὶς ποιητικὲς ἀναφορές, ὄσο νὰ νοιώσῃς τὸ κάλλος τους. Καὶ τὸ κάλλος οὐδέποτε ὁδηγεῖ στὴν ἀμφισβήτηση τοῦ Θεοῦ. Στὴν θρησκεία δεν εὑρίσκεις ἀπαντήσεις γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἐρωτήματα γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
Στᾶ πενῆντα (50) μου συνεχίζω νὰ πηγαίνω στὴν Ἐκκλησία μόνον σὲ γάμους καὶ βαπτίσια — ὅμως δὲν τὸ θεωρῶ κατόρθωμα.

Μόνος μου κατάλαβα πὼς βάσις τῆς θρησκείας, σὲ πρώτη ἀνάγνωση, εἶναι ὁ φόβος καὶ σὲ δευτέρα (καλλιτέρα) ἀνάγνωση ἡ πίστη: ἡ παθιασμένη διαίσθησις νὰ ἐμπιστευθῇς. Ἡ πίστις γεμίζει τὸ κενὸ ὅταν ἡ λογικὴ δὲν φθάννει· ὅπως συμβαίνει σὲ κάθε ἔκφανση τῆς ζωῆς. Ἡ πίστις εἶναι ποὺ βλέπει ἕναν κῆπο σὲ κάποιους σπόρους καὶ ἕνα δένδρο σὲ ἕνα κουκούτσι. Ἁπλᾶ στὴν θρησκεία τὸ ἀκατάληπτο καὶ τὸ ὑπερβατικὸ ἀπαιτοῦν τὴν λογικὴ καὶ τὴν πίστη στὸν μεγαλύτερο διαθέσιμο βαθμό.
Πίστις καὶ λογικὴ εἶναι οἱ ὄχθες τοῦ ἰδίου ποταμοῦ. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ περιθώριο γιὰ ἀμφιβολία, δὲν ὑπάρχει περιθώριο οὔτε γιὰ πίστη· μόνον ὅποιος ψάχνει τὸν Θεό, τὸν εὑρίσκει ὅποιος ἔχει καταλήξῃ, τὸν ἔχει χάσῃ.
Πίστις ποὺ δὲν ἀμφιβάλλει, εἶναι νεκρὴ πίστις.
Ὁ Τσαρούχης ἔλεγε: «τὸ νὰ μὴν μπορῇς νὰ πιστέψῃ εἶναι μία μορφὴ ἀναπηρίας», γιατὶ ὄντως ἡ μόνη γνησία ἀθεΐα εἶναι ἡ ἀπελπισία. Ἡ ἀθεΐα εἶναι σὰν ἕνα λεπτὸ στρῶμα πάγου, κάποιοι ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ περπατήσουν, ἀλλὰ ἕνας ὁλόκληρος λαὸς θὰ πνιγῇ.

Ἂν καὶ σήμερα ἡ Δύσις θεωρεῖται ἄθεη, εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς ἀθρήσκου. Γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἀνθρώπους, ἡ ἀποστροφὴ ἀπέναντι στὴν δική τους θρησκεία ἔχει συνήθως τὶς ῥίζες της στὴν τυφλὴ πίστη πρὸς κάτι ἄλλο. Πίστις στὴν «ἀντικειμενικότητα» μιᾶς ἐπιστήμης, στὸ «ἀλάνθαστο» μιᾶς ἰδεολογίας, στὴν «προοδευτικότητα» κάποιου ἀνθρωπισμοῦ, στὸν ἠθικισμὸ τοῦ Veganism, στὸν ἀκτιβισμὸ τῆς «ζωοφιλίας», στὸ ἀόρατο χέρι τῆς «ἀγορᾶς», στὴν ὑπεράσπιση ἀνυπάρκτων «μειονοτήτων», στὴν «ἐξίσωση» τῶν πολιτισμῶν κτλ.
Ὅταν ὁ πιστὸς δὲν ἔχει αἴσθηση τῆς πίστεώς του, ἀλλὰ θεωρεῖ ἑαυτὸν ὡς «ὀρθολογιστή», τείνει νὰ ἁγιοποιῇ ὅ,τι πιστεύει σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ ἀπὸ τοὺς αὐθεντικὰ θρησκευομένους. Καὶ —τὸ χειρότερο— θέλει νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἄποψή  του μὲ τὴν ἠθικὴ αὔρα τῆς μεγάλης ἀληθείας, τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλοι δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν, γι’ αὐτὸ καὶ ἀντιδροῦν. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἡ πίστις· εἶναι οἱ βεβαιότητες.

Αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα γιὰ τὸ φαινόμενο τῆς θρησκείας γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ συνεννοηθοῦμε, γιατὶ οἱ θεολόγοι ἔχουν προκαλέσῃ τόσο χάος στὸ θέμα τῆς θρησκείας, ὄσο οἱ δικηγόροι στὴν δικαιοσύνη. Σκοπὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι τόσο νὰ γεμίσῃ τὰ μυαλὰ τῶν νέων μὲ πληροφορίες ἐπὶ παντὸς ἐπιστητοῦ, ὅσο κυρίως νὰ τοὺς μάθῃ, ἀφ’ ἑνός, νὰ μαθαίνουν καί, ἀφ’ ἑτέρου, νὰ πιστεύουν. Εἶναι ἐξ  ἴσου σημαντικὰ καὶ τὰ δύο. Τὸ πρῶτο γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι ἡ μάθησις εἶναι διὰ βίου καὶ οὐσιαστικὰ ἀρχίει ὅταν τελειώνῃ ἡ ἐκπαέδευσις. Τὸ δεύτερο γιὰ νὰ μπορέσῃ αὐτὴ ἡ μάθησις νὰ λάβῃ θετικὲς μορφές, ὄχι μόνον γιὰ τὸ ἄτομον, ἀλλὰ και γιὰ τὸ σύνολον: ὑπηρετώντας ἰδανικὰ ποὺ ὑπερβαίνουν τὸ ἄτομον. Ἡ μάθησις ὑπηρετεῖ τὸ μυαλό, ἡ πίστις τὴν καρδιά. Ἔτσι ἐντρυφώντας στὴν πίστή, μαθαίνεις καὶ τὴν ἐπιχειρηματικότητα, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ κυρίως ὑγιῆ πίστη σὲ κάτι ποὺ ξεφεύγει τοῦ ἀμέσου ἐλέγχου σου καὶ σὲ ὁπλίζει μὲ δύναμη νὰ ἀψηφᾷς τὰ ῥίσκα καὶ τοὺς κινδύνους. Ναί, ὄσο καὶ νὰ ἀκούγεται παράξενο, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ καλλίτερο σχολεῖο τῆς ἐπιχειρηματικότητοςς — ὄχι τὰ MBAs.

Κάποτε ἡ πίστις ἐδιδάσκετο στὸ πλαίσιο τῆς πυρηνικῆς οἰκογενείας κυρίως ἀπὸ τὸν παπποῦ, τὴν γιαγιά.
Σήμερα αὐτοὶ ἀντικατεστάθησαν ἀπὸ τὴν TV. Ὁπότε τὸ βάρος ἀναπόφευκτα πρέπει νὰ τὸ ἐπωμισθῇ τὸ σχολεῖο καὶ ἀναπόφευκτα ὁ θεολόγος. Ὁ θεολόγος διαφοροποιεῖται ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἐκπαιδευτικοὺς γιατὶ πρέπει νὰ ἐκπαιδεύσῃ τὴν καρδιά· νὰ μάθῃ τὸν νέο νὰ πιστεύῃ, ἄρα πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ —μὲ κάποιον τρόπο— ὅ,τι πιστεύει ὁ ἴδιος. Ἡ ἐξοικείωσις τοῦ μαθητοῦ μὲ τὶς δύσκολες θεολογικὲς ἔννοιες τῆς ὀρθοδοξίας εἶναι τὸ μέσον· δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτοσκοπὸς τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν. Μπορεὶ ὁ νέος ὅταν ὠριμάσει να ἐγκαταλείψει τὴν συγκεκριμένη πιστὴ καὶ να γίνει ἄθεος — δεν ἔχει καμμία σημασία. Ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον: ἔχει μάθει τί ἐστι πίστις, τί ἐστι ἐμπιστοσύνη· μὲ ἄλλα λόγια, ἔχει μάθῃ νὰ σχετίζεται — δὲν εἶναι ἀνέραστος, ἕνας τυχαῖος «Sex and the City» τύπος.

Ὅπως ὁ μαθητευόμενος ξυλουργὸς πάει δίπλα σὲ ἔναν ξυλουργὸ καὶ ὁ μαθητευόμενος σιδερὰς σὲ ἕναν σιδερά, ἔτσι καὶ ὁ μαθητευόμενος μαθητὴς πρέπει νὰ πάῃ δίπλα σὲ ἕναν μαθητή. Αὐτὸς ὁ τελευταῖος εἶναι ὁ ἐκπαιδευτικός: ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸν χαρακτηρίζει ἡ συνεχὴς μάθησις ἢ ἡ βαθειὰ πίστις (στὴν περίπτωση τοῦ θεολόγου), ἀλλοιῶς εἶναι ἄχρηστος — ἵνα μὴ εἴπω ἐπικίνδυνος. Ἡ συνεχὴς μάθησις στοὺς ἐκπαιδευτικοὺς ἢ ἡ βαθειὰ πίστις στοὺς θεολόγους εἶναι τὰ μόνα χαρακτηριστικὰ τὰ ὁποῖα μὲ συνεχεῖς ἐξαμηνιαῖες ψυχολογικὲς ἀξιολογήσεις θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίζεται ὅτι ὑφίσταται στοὺς διδάσκοντες. Γιατὶ ὁ διδάσκων, ὁ γονεύς, ὁ διευθυντής, ὁ πολιτικός, οὐδέποτε διδάσκουν μὲ τὸν λόγο τους, ἀλλὰ μὲ τὸ παράδειγμά τους, τὸ ὁποῖον εἶναι κυρίως ἐξωλεκτικό. Ὁ ἄνθρωπος πάντα διδάσκει αὐτὸ ποὺ εἶναι — ὄχι αὐτὸ ποὺ θέλει.

Τὰ περὶ πολυπολιτισμικῆς κοινωνίας καὶ ἐκπαιδεύσεως μπορεῖ νὰ ἀφοροῦν στὶς ΗΠΑ — δὲν ἀφοροῦν ὅμως σὲ ἐμᾶς. Ἐμεῖς ἀντιμετωπίζουμε διαφορετικοὺς κινδύνους ἀπὸ τοὺς Ἀμερικανούς. Εἶμαι ἕνας American lover, ἀλλὰ δὲν εἶμαι τόσο ἀνιστόρητος καὶ τόσο ἀφελὴς γιὰ νὰ καταπίνω ἀμάσητα ὅσα πολυπολιτισμικὰ σημαντικὰ πράγματα κατορθώνουν αὐτοὶ γιὰ τοὺς ἰδίους, ὅπως ἀμάσητα τὰ καταπίνουν οἱ εὐρωπαϊκὲς ἐλίτ, ποὺ ἔχουν φθάσῃ τὴν Ἡνωμένη Εὐρώπη στὰ ὅρια τῆς διαλύσεως.

Τὸ περιεχόμενον τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν δὲν ἔχει νόημα νὰ εἶναι γενικοῦ θρησκειολογικοῦ περιεχομένου: τὶ λέει τὸ ἰσλὰμ ἢ οἱ βουδιστές· αὐτὰ μποροῦν νὰ διδαχθοῦν στὸ πλαίσιο ἑνὸς μαθήματος τῆς παγκοσμίου ἱστορίας τῶν πολιτισμῶν. Ἀλλοῦ πρέπει νὰ εἶναι τὸ διακύβευμα γιὰ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν: στὴν γνωριμία μὲ τὴν πίστη, δηλαδὴ τὴν ἐμπιστοσύνη, ποὺ γίνεται μόνον μὲ μέθεξη — ὄχι μὲ ἁπλῆ κατήχηση θεολογικῶν ἐννοιῶν.

Ἄσχετα ἐὰν καταλήξῃς  ἔνθεος ἢ ἄθεος ὡς ἐνήλιξ, ἐὰν δὲν ἔχῃς ἐκπαιδεύσῃ τὴν καρδιά σου νὰ πιστεύσῃ, εἶσαι συναισθηματικὰ ἀνάπηρος: δὲν ἐμπιστεύεσαι· δὲν ξέρεις νὰ ζῇς· οὔτε φίλος μπορεῖς νὰ εἶσαι· οὔτε ἐραστής· οὔτε ἐπαγγελματίας — εἶσαι ἕνα τίποτα.

Ζιαμπάρας Δημήτρης

εἰκὼν

(Visited 134 times, 1 visits today)




Leave a Reply