Χαστοῦκι (ἀμερικανικό) στὴν «ῥητορικὴ μίσους» («hate speech»)

Ἠχηρὸ χαστοῦκι.

Τὶς τελευταῖες δεκαετίες ὁ πολιτικὸς λόγος στὴν Ἑλλάδα ἔχαιρε πολὺ μεγάλης ἐλευθερίας. Ἀκόμη καὶ κατάπτυστες περιπτώσεις κιτρίνων δημοσιευμάτων μὲ γυμνὲς φωτογραφίες τῆς Δήμητρας Λιάνη ἢ μὲ πλαστὴ φωτογραφία που ἐμφάνιζε ὡς Ναζὶ τὸν Κωνσταντῖνο Μητσοτάκη ἢ ἀκραίας ἀθυροστομίας ὅπως τοῦ Εὐαγγέλου Γιαννοπούλου, δὲν κατέληγαν στὶς αἴθουσες τῶν δικαστηρίων. Μόνο κάποιοι θρησκόληπτοι ἐξαντλοῦσαν τὴν λογοκριτική τους διάθεση κατὰ τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιστήμης: κινηματογραφικὲς ταινίες, ὅπως «Ὁ Χριστὸς Ξανασταυρώνεται»· λεξικά, ὅπως αὐτὸ τοῦ Μπαμπινιώτη· βιβλία, ὅπως τὸ «Μ εἰς τὴν νιοστή» τοῦ Μ. Ἀνδρουλάκη· ἐκθέσεις ζωγραφικῆς, ὅπως τὸ Outlook· ταλαιπωρήθηκαν στὶς αἴθουσες τῶν δικαστηρίων. Αὐτὴ ἡ ἐντυπωσιακὴ ἐλευθερία τοῦ πολιτικοῦ λόγου ἔλαβε τέλος τὰ τελευταῖα χρόνια μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ «hate speech» ἀπὸ τὴν Ἡνωμένη Εὐρώπη στὴν Ἑλληνικὴ νομοθεσία καὶ τῆς πολιτικῆς ὀρθότητος στα «Ἑλληνικά» ΜΜΕ. Ἐκσυγχρονισθήκαμε, ἐπιβεβαιώνοντας τὸν Κικέρωνα: «Περισσότεροι νόμοι, λιγότερη δικαιοσύνη».

Εὐτυχῶς που οἱ Ἀμερικανοὶ ἔρχονται νὰ μᾶς ἀπό-ἐκσυγχρονίσουν. Πρὶν λίγες ἡμέρες, τὸ Ἀνώτατο Δικαστήριο τῶν ΗΠΑ ἀπεφάνθη πὼς ἡ «ῥητορικὴ μίσους» («hate speech» ἢ μισαλλόδοξος λόγος) ἀντιστρατεύεται πλήρως τὴν ἐλευθερία τῆς ἐκφράσεως καὶ θεωρεῖται πλέον ἀντισυνταγματικὴ (τὸ ἠχηρότερο χαστοῦκι στὴν διεθνὴ «Liberal Elite» κατὰ Μπέρνυ Σάντερς).
Φυσικὰ στὰ ΜΜΕ δεν ἀκούσαμε κάτι — σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ Facebook καὶ τὸ Twitter, ποὺ ἔχουν ἐξελιχθῇ σὲ ἐξολοθρευτὲς τῆς «Liberal Elite», ἀσκώντας τὴν ἀπαραίτητο κοινωνικὴ πίεση γιὰ ἐκδημοκρατικοποίηση τῆς νομοθεσίας καὶ κατάργηση τοῦ ἀντιρατσιστικοῦ νόμου. Οἱ περισσότεροι χρῆστες στην Ἀμερικὴ καὶ στὸν Καναδᾶ δὲν ἐσχολίαζαν πλέον στὰ κοινωνικὰ δίκτυα ὑπὸ τὸν φόβο μὴν χάσουν τὴν δουλειά τους. Τὸ διαδίκτυο σκοτώνει τὴν «Liberal Elite», ὅπως τὰ κανόνια τοὺς φεουδάρχες καὶ ἡ τυπογραφία τοὺς θρησκολήπτους.

Πρέπει να αἰσθανόμεθα ὑπερήφανοι γιατὶ καὶ τὸ δικό μας Μονομελὲς Πρωτοδικείου Ῥεθύμνου, στὴν ὑπόθεση Ῥίχτερ τὸ 2015, εἶχε ἀποφανθῇ πὼς ὁ ἀντιρατσιστικὸς νόμος εἶναι κατάφωρα ἀντισυνταγματικός. Ἀντιθέτως, τὸ Εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο τοῦ Στρασβούργου εἶχε ἐπιβεβαιώσῃ παλαιώτερα τὴν καταδίκη τοῦ Ζαν Μαρὶ Λεπὲν γιὰ «ῥητορικὴ μίσους» ἀπὸ τὰ Γαλλικὰ δικαστήρια. Σύγχρονοι ἀφελεῖς νεοπουριτανοὶ ὡς πολιτικοὶ κηδεμόνες καταδιώκουν τὸν μισαλλόδοξο λόγο ἀναζητώντας ἁμαρτωλοὺς «ῥατσιστές», «σεξιστές», ὁμοφοβικούς».

Τί ὁρίζεται ὅμως ὡς «ῥητορική μίσους»; Ὀ,τιδήποτε ἐκφράζει μῖσος πρὸς ἄλλους ἀνθρώπους ἐξ αἰτίας κάποιων χαρακτηριστικῶν τους (φυλῆς, φύλου, πεποιθήσεων ἢ ἐρωτικῶν προτιμήσεων). Ἐπὶ παραδείγματι: κατηγορήθηκε γιὰ «ῥητορικὴ μίσους» ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς ποὺ ἐτόλμησε νὰ πῇ ὅτι: «ἡ ὁμοφυλοφιλία εἶναι μία τραγωδία, μία ψυχοπαθολογικὴ ἐκτροπή»· γιὰ «hate speech» εἶχε κατηγορηθῇ καὶ ὁ Μητροπολίτης Χίου, πρὶν κάποιους μῆνες, ὅταν εἶχε τολμήσῃ νὰ ξεστομίσῃ δημοσίως τὴν λέξη «λαθρομετανάστης» (ὑπ’ ὄψιν στὴν Γαλλία «hate speech» θεωρεῖται πλέον καὶ ἡ γνώμη που ἐκφράζεται δημοσίως καὶ ἀντιτίθεται στὴν ἄμβλωση). Ἄλλες 33 μηνύσεις γιὰ ῥατσισμὸ κατά: τῆς «Ἑλληνικῆς Ἀστυνομίας», γιὰ στάθμευση ὀχημάτων της σὲ θέση γιὰ τυφλούς· τῆς «Ἀνωτάτης Συνῳμοσπονδίας Πολυτέκνων Ἑλλάδος», ἐπειδὴ ἐτάχθη ἐναντίον τοῦ Συμφώνου Συμβιώσεως· τῆς δημοσιογράφου Λώρης Κέζα, ἐπειδὴ ἔγραψε ἄρθρο γιὰ τὴν καταπίεση τῶν γυναικῶν στὸν μουσουλμανικὸ κόσμο· τῆς ΠΑΕ Ὀλυμπιακός, ἐπειδὴ σὲ ἀνακοίνωσή της ἐχαρακτήρισε τὸν ὁμογενὴ πρόεδρο τῆς ΠΑΕ ΠΑΟΚ, Ἰβὰν Σαββίδη «φιλοξενούμενο»· τοῦ Λάκη Λαζοπούλου, γιὰ τὴν γνωστή του δήλωση ἐναντίον τοῦ Σόιμπλε κοκ. Ὁ καταιγισμὸς μηνύσεων (εἰδικὰ κατὰ ὅσων ἐκφέρουν ἀντίλογο στὴν Gay προπαγάνδα) ἀποτελοῦν πλέον διαδεδομένη διεθνὴ πρακτικὴ ἐκφοβισμοῦ μέσῳ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, ὅπου μπορεῖ νὰ ἐξαντλήσῃ οἰκονομικὰ καὶ ψυχικὰ τὸν ὁποιονδήποτε, ἀκόμη καὶ ἂν κερδίσῃ, ἂς ἀφήσουμε τὸν διασυρμό του ἀπὸ τὰ ΜΜΕ.

Ἀντίστοιχα σκέπτονται καὶ ὅσοι ἐχθρεύονται τὸν βλάσφημο λόγο, ὅπως τὸ να ὑβρίσῃς τὰ θεῖα γιὰ νὰ προκαλέσῃς τὸ θρησκευτικὸ αἴσθημα ἢ νὰ ζωγραφίσῃς σὲ ἕναν πίνακα κάποιον νὰ ἐκσπερματώνῃ σὲ ἕναν σταυρό. Θὰ ὑπερασπισθῶ σθεναρὰ τὸ δικαίωμα ὑστεροβούλων ἀνθρώπων νὰ ἐκφράζονται ἐλεύθερα· δὲν θεωρῶ σὲ καμμιὰ περίπτωση τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἐλευθερίας τους νὰ ἐκφράσουν τὴν χυδαιότητά τους ῥιψοκίνδυνη πολυτέλεια ἢ ἀδικαιολόγητη εὐαισθησία. Τὸ νὰ σπεύδῃ ὅμως κάποιος νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ ἀκούσουμε ἢ νὰ δοῦμε τὸν βλάσφημο λόγο εἶναι γιὰ τοὺς πολίτες μιᾶς δημοκρατίας ἕνα πρόβλημα πολὺ σοβαρότερο ἀπ’ ὅ,τι συνήθως πολλοὶ νομίζουν. Ἡ δημοσία χρήσις τοῦ λόγου εἶναι κάτι που ἔχει νόημα μόνον ἐὰν ἔχῃ καὶ ἀκροατήριο καὶ ἡ ποινικὴ ῥύθμισις τῆς βλασφήμου ῥητορικῆς ἀποβλέπει νὰ προσδιορίζῃ αὐτὴ αὐθεντικὰ ποιὰ περιεχόμενα εἷναι καὶ ποιὰ δὲν εἶναι κατάλληλα γιὰ τὸ ἀκροατήριο· ἀπαράδεκτος ἠθικὴ κηδεμονία. Ἆσε ποὺ ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ βλασφήμου λόγου ἁπλῶς τὸν διαδίδει ἀκόμη περισσότερο.

Μία δημοκρατικὴ πολιτεία ποὺ σέβεται τὸν ἑαυτό της, τιμωρεῖ μόνον πράξεις — δὲν τιμωρεῖ λόγια ποὺ πικραίνουν τοὺς ἀποδέκτες τους. Εἰδάλλως, ἀναγάγουμε τὴν σιωπὴ ὡς βασικὴ ἀρχὴ τῆς κοινωνικῆς ὀργανώσεως. Ἡ διαφωνία, ἡ ἐναντίωσις, ἡ προσβολή, ἡ ὀργή, ἡ ἀγανάκτησις, ἡ ψυχικὴ ὀδύνη δὲν εἶναι ἀποδεκτὲς δικαιολογίες περιορισμοῦ τοῦ λόγου. Αὐτὸ εἶναι ἐπιτρεπτὸ μόνο στὶς περιπτώσεις ποὺ τὰ λόγια προκαλοῦν σαφὴ καὶ ἐνεστῶτα κίνδυνο γιὰ τὴν κοινωνικὴ εἰρήνη, ὅταν δηλαδὴ μποροῦν εὔλογα νὰ θεωρηθοῦν ὑποκίνηση ἐγκληματικῶν ἐνεργειῶν, ὅπως τὸ νὰ προτρέψῃς κάποιους σὲ ἐκδηλώσεις βίας. Ἀλλὰ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση ὑπάρχει ῥητὴ σχετικὴ πρόβλεψις ἀπὸ τὸν νομοθέτη.

Θὰ γίνω πιὸ προκλητικὸς ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐκφράσεως: τὸ ἀδίκημα τῆς ἐξυβρίσεως στὸν γραπτὸ λόγο πρέπει νὰ καταργηθῇ γιατὶ δὲν συνάδει μὲ μίαν δημοκρατικὴ πολιτεία. Καὶ τοῦτο διότι οἱ ὕβρεις δὲν εἶναι παρὰ χονδροκομμένες προσωπικὲς κρίσεις καὶ ἡ ἀπαγόρευσις προσωπικῶν κρίσεων εἶναι πάντοτε προβληματική. Ἡ ἀπαγόρευσις τῶν ὕβρεων ἀφορᾶ στὸν τρόπο ποὺ ἐκφράζουμε τὴν κρίση μας, στὶς λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦμε, ὄχι στὴν οὐσία τῆς κρίσεώς μας. Αὐτὸ ὅμως εἶναι κατάφωρα ἄδικο γιὰ μίαν δημοκρατικὴ πολιτεία, γιατὶ ἔτσι περιορίζουμε τὴν ἔκφραση μόνον τῶν ἀπαιδεύτων, οἱ ὁποῖοι δὲν κάθονται νὰ ψειρίσουν τὰ λόγια τους καὶ ξεμπερδεύουν μὲ ἕνα «ἄντε γ@μήσου, ῥὲ μ@λάκα». Ἀντιθέτως, οἱ πεπαιδευμένοι δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ χρησιμοποιήσουν βρισιές, εὑρίσκουν ἐκλεπτυσμένους τρόπους γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν ἀπαξία τους καὶ νὰ ῥίξουν τὸ δηλητήριό τους. Μόνον οἱ κατὰ πρόσωπον ὕβρεις πρέπει νὰ ἀπαγορεύονται, ὄχι τόσο ἐπειδὴ θίγουν τὴν τιμὴ καὶ τὴν ὑπόληψη, ὅσο διότι εἶναι πιθανὸν νὰ προκαλέσουν καυγὰ καὶ διατάραξη τῆς κοινωνικῆς εἰρήνης.

Ἡ πολιτικὴ κηδεμονία τῶν νεοπουριτανῶν ἀκολούθων τῆς «Liberal Elite» εἶναι σαφῶς χειροτέρα ἀπὸ τὴν ἠθικὴ κηδεμονία ὅσων διαῤῥηγνύουν τὰ ἱμάτιά τους γιὰ τὸν βλάσφημο λόγο, ὡς πρὸς τοῦτο: σὲ μίαν δημοκρατικὴ πολιτεία ὁ πολιτικὸς λόγος ἱεραρχεῖται ἀξιακὰ ἐπάνω ἀπὸ κάθε ἄλλον λόγο.

Ζιαμπάρας Δημήτρης

εἰκόνα

(Visited 117 times, 1 visits today)




Leave a Reply