Βιομηχανικὴ Ἐπανάστασις, μία καθυστέρησις 1500 ἐτῶν

Βιομηχανική Επανάσταση στην Αρχαία Ελλάδα: Μια Επανάσταση που ουδέοτε έγινε! Μιάμιση χιλιετία οπισθοδρομήσεως από το χριστιανικό σκότος και έρεβος. Η επίπονη προσπάθεια της εξόδου από τον Μεσαίωνα.
 
– Η Βιομηχανική Επανάσταση είναι ιστορική περίοδος, καθώς και ένα ιδιαίτερα σύνθετο σύστημα ραγδαίων μεταβολών και ανακατατάξεων – τεχνικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών – οι οποίες οδήγησαν στην «εκβιομηχάνηση» (αγγλ.: industrialized) της κοινωνίας στην Μεγάλη Βρετανία μεταξύ των ετών 1760 – 1860. Ιδιαίτερα, επηρεάσθηκε η Γαλλία και αργότερα οι ΗΠΑ σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας και αναπτύξεως της οικονομίας και της δομής της κοινωνίας. Οι ιδέες του διαφωτισμού που κυριαρχούσαν την εποχή αυτήν, ήρθαν να ντύσουν με τον πνευματικό μανδύα το σύνολο των μεταρρυθμίσεων και στον ιδεολογικό χάρτη. (Wikipedia)

– Με τον όρο Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας εννοείται η αρχαία βιβλιοθήκη της πόλεως της Αλεξανδρείας, στην Αίγυπτο, η οποία ιδρύθηκε στην Ελληνιστική εποχή επί διακυβερνήσεως Πτολεμαίου Α’, του επονομαζομένου Σωτήρος, και έγινε το εκδοτικό κέντρο του τότε γνωστού κόσμου, υπερσκελίζοντας ως προς τον πλούτο των χειρογράφων της κάθε άλλη γνωστή βιβλιοθήκη της εποχής της και του παρελθόντος.
Κατά την εποχή του Δημητρίου οι ελληνικές βιβλιοθήκες ήταν στην πραγματικότητα ιδιωτικές συλλογές χειρογράφων, όπως εκείνη του Αριστοτέλους. Όσον αφορά στην Αίγυπτο, είναι γνωστό ότι στους ναούς υπήρχαν βιβλιοθήκες με θρησκευτικά και κρατικά έγγραφα, όπως σε ορισμένα μουσεία, στην ελληνική επικράτεια. Ήταν η μεγάλη φιλοδοξία του Πτολεμαίου να συσσωρεύσει όλη την γνώση, που οδήγησε αυτές τις μικρές συλλογές στην επικράτεια μιας αληθινής βιβλιοθήκης.Ο Τζέτζης αναφέρει, αρκετούς αιώνες αργότερα, ότι ο Καλλίμαχος κατέγραψε 400.000 μικτούς παπύρους (πιθανώς αυτοί που περιείχαν επάνω από ένα κεφάλαιο, έργο ή συγγραφέα) και 90.000 αμιγείς. Σε αυτούς βέβαια θα πρέπει να προσθέσουμε και 42.000 παπύρους που ευρίσκοντο στο Σαράπειο. Αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι οι τόμοι της ξεπερνούσαν τις 700 χιλιάδες. Η φήμη της σαν ένα σπουδαίο ερευνητικό και φιλολογικό κέντρο ξεπερνούσε τα όρια των ελληνιστικών βασιλείων. Στην Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας εργάσθηκαν πολύ σπουδαίοι Αρχαίοι Έλληνες σοφοί, ανάμεσά τους ο Ερατοσθένης, ο Ζηνόδοτος, ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ο Καλλίμαχος κ.α. Στο Αλεξανδρινό Μουσείο που ήταν κτιριακή πτέρυγα της Βιβλιοθήκης δημιουργήθηκε στην ουσία το πρώτο πανεπιστήμιο στον κόσμο. Η Βιβλιοθήκη ήταν χωρισμένη σε τομείς, όπως: ρητορική, νομική, ιστορία, μαθηματικά, ιατρική, ποίηση, που χωριζόταν σε επική, λυρική, τραγική και κωμική.

Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησαν οι διάδοχοι του Πτολεμαίου προκειμένου να επιτύχουν τον σκοπό τους ήταν σίγουρα μοναδικές. Ο Πτολεμαίος Γ΄ συνέταξε μια επιστολή «προς όλους τους ηγεμόνες του κόσμου», ζητώντας να δανεισθεί τα βιβλία τους, (Γαλην. 17.1). Όταν οι Αθηναίοι του έστειλαν τα κείμενα του Ευριπίδου, του Αισχύλου και του Σοφοκλέους, εκείνος τα αντέγραψε και επέστρεψε πίσω τα αντίγραφα, κρατώντας τα πρωτότυπα για την Βιβλιοθήκη. Επίσης, όλα τα πλοία που ελλιμενίζοντο στο λιμάνι της Αλεξανδρείας, ήταν υποχρεωμένα να υποστούν έρευνα όχι για λαθρεμπόριο, αλλά για παπύρους που αντιγράφονταν και παραδίδονταν πίσω στους κατόχους τους, εάν το επιθυμούσαν. Αυτές οι ανορθόδοξες μέθοδοι, στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν τον πρώτο συστηματικό τρόπο συλλογής έργων. (Wikipedia)

Αυτό το λαμπρό επίτευγμα του πολιτισμού δεν έμελλε να επιβιώσει. Η καταστροφή έγινε σε τέσσερις διαφορετικές φάσεις. Ένα μεγάλο τμήμα της βιβλιοθήκης κατεστράφη το 47 π.Χ κατά τον Αλεξανδρινό πόλεμο με την πολιορκία του Ιουλίου Καίσαρος στο Βρουχείον από τον Αχίλα. Αργότερα Βιβλιοθήκη ανοικοδομήθηκε και συμπληρώθηκε από την βιβλιοθήκη της Περγάμου. Η δεύτερη καταστροφή έγινε από τον αυτοκράτορα Καρακάλλα το 215 μ.Χ. Το 391 την εποχή του αυτοκράτορος Θεοδόσιου του Α’ ένα μεγάλο τμήμα της βιβλιοθήκης κατεστράφη από φανατικούς χριστιανούς. Ήταν το τρίτο πλήγμα που η Βιβλιοθήκη εδέχθη. Η καταστροφή ολοκληρώθηκε τον 7ο και 8ο αιώνα με την αραβική κατάκτηση, όταν διετάχθη να ριχθούν όλα τα βιβλία στην πυρά ως καύσιμη ύλη για τα τετρακόσια λουτρά της πόλεως.

Η τρίτη μεγάλη καταστροφή έρχεται το 391 από τους βυζαντινούς. Στην Αίγυπτο στα τέλη του 4ου αιώνα και μετά από την κατάργηση της πατρώας Ελληνικής θρησκείας από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ το 391 και την ανακήρυξη του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του Βυζαντίου, ξεκινούν κατά το ίδιο έτος γενικευμένες σφαγές των Ελλήνων – Εθνικών από τους φανατισμένους χριστιανούς μοναχούς από την έρημο υπό την καθοδήγηση του αρχιεπίσκοπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου, με τους πρώτους να καταστρέφουν τους Ελληνικούς ναούς, μεταξύ αυτών και το Σεραπείο, καθώς και πολύ πιθανώς και το ίδιο το μαυσωλείο όπου ευρίσκετο ο Τάφος του Αλεξάνδρου. Μαζί με το Σεραπείο κατεστράφη ολοσχερώς και η Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας. Μια από τις κυριότερες πηγές για τα γεγονότα αυτά είναι ο συνεργάτης του αρχιεπισκόπου Θεοφίλου και εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης ο Σχολαστικός στο έργο Εκκλησιαστικαί Ιστορίαι («Σωκράτης ο Σχολαστικός, Εκκλησιαστικαί Ιστορίαι, σελ. 173 ) [Ωστόσο δεν υπάρχει κάποια αναφορά για τον ίδιο τον Τάφο ή το Σώμα του Αλεξάνδρου από τους βεβήλους βυζαντινούς, παρά μόνον το ότι ανεκάλυψαν έναν μεγάλο θησαυρό από την εποχή του Αλεξάνδρου τον οποίο και χρησιμοποίησαν για την χρηματοδότηση της κατασκευής εκκλησιών στην πόλη (βλ. Saunders 2007, σελ. 104-105)].

Με παρακίνηση του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου, κατεστράφη ο ναός του Σεράπιδος, όπου στεγαζόταν μέρος της Βιβλιοθήκης, ως αποκορύφωμα του διατάγματος της 24ης Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου, επί Θεοδοσίου και σε μια περίοδο που ήδη αρκετά ιερά της υπαίθρου αλλά και μερικοί ναοί των πόλεων κατεστράφησαν από χριστιανούς. Στο Ελληνορωμαϊκό Μουσείο υπάρχουν τα τεκμήρια μιας μεγάλης καταστροφής. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του χριστιανού ιστορικού Οροσίου, ο οποίος επισκέφθηκε την Αλεξάνδρεια το 415 μ.Χ. : «Στις ημέρες μας μπορούμε βέβαια να δούμε ναούς που διέθεταν κάποτε βιβλιοθήκες, αλλά όχι και τις ίδιες τις βιβλιοθήκες, αφού αυτές τις έχουν εκκενώσει κάποιοι από εμάς. Και επ’ αυτού δεν χωρεί αμφιβολία» (Historiae adversus paganus 6, 15, 32), αν και η πλειοψηφία των συγχρόνων συγγραφέων συγκλίνει προς την ιστορική αλήθεια της πυρπολήσεως, καταλογίζοντας μεροληψία στην αναφορά του χριστιανού Οροσίου περί «εκκενώσεως» των βιβλιοθηκών. «Η βιβλιοθήκη έγινε παρανάλωμα του πυρός» [Deschner, Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού, τ. 4, σ. 340, εκδ. Κάκτος], «Η σπουδαία βιβλιοθήκη του Σαραπείου παρεδόθη στις φλόγες» [Βλ. Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, β’ έκδ. (εκδ. Ανοικτή πόλη, 2000), τ. 3, σ. 40, Μια Ιστορία Αγάπης, α’ έκδ. (εκδ. Ανοικτή Πόλη, 1999), σ. 45], ότι «οπλισμένοι με φωτιά και τσεκούρια οι μοναχοί (…) παρέδωσαν στην πυρά την Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη των 700.000 τόμων, αρχαιοτάτης ιστορικής μνήμης, όπως υποστηρίζει ο Σωζομενός στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του» [Σιέττου Γ., Ο ανθελληνισμός στα πατερικά και εκκλησιαστικά κείμενα, σ. 316, εκδ. Εύανδρος], ότι «ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος … το 391 επικεφαλής μοναχών και στρατού ισοπέδωσε το Μουσείο και πυρπόλησε την Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη των 700.000 τόμων (βλ. Σωζομενού, Εκκλησ. Ιστορία, VII)» [Κούτουλα Διαμαντή, Το Βυζάντιο έναντι των Ελλήνων Εθνικών, β’ έκδ., σ. 24, 34, 36, εκδ. Δίον.], ότι «τότε εκάη η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας» [Μαρίνη Παν., Η ελληνική κοσμοθέασις, σ. 115, εκδ. Νέα Θέσις], ότι «Το 391…Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, επικεφαλής στρατού και ορδών μοναχών, κατέστρεψε το Μουσείο και έκαψε την βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας, η οποία περιείχε 700.000 τόμους ,..» [ Αλεξάνδρου Θ., Για τους ελληνικής καταγωγής χριστιανούς, σ. 129, εκδ. Δίον] και ότι «το έτος 391 μ.Χ. κάηκε η βιβλιοθήκη που είχε στεγασθεί στο Σεραπείο της Αλεξανδρείας» [Κρεββατά Δ., Το Βυζάντιο και ο διωγμός του Ελληνισμού, σ. 247, εκδ. Καστανιώτη.]

Η κατάσταση στην Αλεξάνδρεια άρχισε να αλλάζει για τους Έλληνες (προς το χειρότερο) όταν στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξανδρείας, ανέβηκε ο αιμοσταγής διώκτης των Ελλήνων Κύριλλος, ανεψιός του Θεοφίλου, ο οποίος ήταν εξαιρετικά βίαιος και αρχομανής. Στο στόχαστρό του εκτός των Ελλήνων μπήκαν και οι εβραίοι της Αλεξανδρείας, αρπάζοντας τις περιουσίες των συναγωγών και καταδιώκοντας τους εβραίους μακρυά από την πόλη (βλ. εκκλησιαστικό συγγραφέα Σωκράτη , 4ος – 5ος αιώνας). Το γνωστότερο θύμα του αιμοσταγούς αυτού διώκτου των Ελλήνων της Αλεξανδρείας ήταν η Υπατία, Ελληνίδα νεοπλατωνική φιλόσοφος, αστρονόμος και μαθηματικός, διευθύντρια της νεοπλατωνικής σχολής στην Αλεξάνδρεια.

[Η Υπατία (Βλ. εικόνα) γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 370 μ.χ και πέθανε στην ίδια πόλη το 415 μ.Χ. Κόρη του Θέωνος, τελευταίου διευθυντού της θρυλικής Βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας, η Υπατία έζησε τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν επήλθε η παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ξεκινούσε η επέλαση του χριστιανισμού. Αστρονόμος, μαθηματικός και φιλόσοφος, η Υπατία ήταν μια διάσημη επιστήμονας και σύμβολο της ανοχής στην πατρίδα της την Αλεξάνδρεια. Αν και το επιστημονικό της έργο χάθηκε μαζί με την Βιβλιοθήκη, η εικόνα της που έχει μείνει στην ιστορία είναι αυτή μιας δυνατής γυναίκας που αφιέρωσε την ζωή της στην έρευνα για την αλήθεια.

Τον Μάιο του 415, ο όχλος υπό τις εντολές του Κυρίλλου καθοδηγούμενος από κάποιον φανατικό χριστιανό ονόματι Πέτρο, περίμενε την Υπατία η οποία επέστρεφε σπίτι της μετά από μια βόλτα στην πόλη. Την έβγαλαν βίαια από την άμαξά της και την έσυραν στην εκκλησία Καισάρειον, ένα πρώην ιερό της αυτοκρατορικής λατρείας και την σκότωσαν με θραύσματα αγγείων (ὀστράκοις ἀνεῖλον). Ύστερα, έσυραν το άψυχο σώμα της σε ένα μέρος έξω από την πόλη το οποίο ονομαζόταν Κίναρον και το παρέδωσαν στην πυρά. Κατά την διήγηση του Ιωάννου Νικίου: «Ορισμένοι χριστιανοί, οδηγούμενοι από τον Πέτρο, έναν άνθρωπο απόλυτα πιστό στον Ιησού Χριστό, βγήκαν από την πόλη σε αναζήτηση της παγανίστριας. Την βρήκαν καθισμένη σε μια (επιβλητική) καρέκλα να δίνει, κατά τα φαινόμενα, κάποιαν διάλεξη. Από εκεί την έσυραν στην εκκλησία όπου έσκισαν τα φορέματά της και την κακοποίησαν. Ύστερα την έσυραν μέσα στους δρόμους της πόλεως μέχρι να πεθάνει. Τελικά μετέφεραν το σώμα της σε μια τοποθεσία που λεγόταν Κίναρον όπου το έκαψαν».

Ο Ιωάννης Μαλάλας γράφει «Κατ’ ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν παῤῥησίαν λαβόντες ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου οἱ Ἀλεξανδρεὶς έκαυσαν φρυγάνοις αὐθεντήσαντες Ὑπατίαν τὴν περιβόητον φιλόσοφον» , (Ιωάννης Μαλάλας 6ος αι., Χρονογραφία -Λόγος Δ΄, 359.8), ενώ ο Ησύχιος σημειώνει: «(…) έκαναν κομμάτια το σώμα της και το σκόρπισαν σε όλη την πόλη». Ο Φιλοστόργιος, επιρρίπτει το έγκλημα στους ορθοδόξους χριστιανούς και συγκεκριμένα σε μια ομάδα, τους «παραβολάνους», που είχε σχέση με την αλεξανδρινή εκκλησία και τον Κύριλλο. Ο Nain de Tillemont, ήταν ο πρώτος που θεωρεί υπευθύνους για τον θάνατο της Υπατίας τους «παραβολάνους» και φαίνεται ότι έχει δίκιο. Παραβολάνοι, ονομάζονταν δυνατοί νέοι άνθρωποι της αλεξανδρινής εκκλησίας, έργο των οποίων ήταν να συγκεντρώνουν τους ασθενείς, τους αναπήρους και τους αστέγους της πόλεως και να τους βάζουν σε νοσοκομεία ή εκκλησιαστικά πτωχοκομεία. Σύντομα όμως εξελίχθηκαν σε ένα είδος παραστρατιωτικού σώματος του πατριάρχου Αλεξανδρείας («αγίου»!) Κυρίλλου στους οποίους ανετέθη η εξόντωση των Ελλήνων. Σύμφωνα με το ιστορικό δοκίμιο «Υπατία η Αλεξανδρινή» της Maria Dzielska (εκδ. Ενάλιος 1997), «είναι βέβαιο ότι οι παραβολάνοι διέπραξαν τον φόνο της Υπατίας». Αυτοί διέδιδαν τα ψέμματα ότι η Υπατία επιδίδετο σε μαγικές πρακτικές, αυτοί δημιούργησαν τα επεισόδια με τους εβραίους, επηρέασαν τον αλεξανδρινό όχλο και άρχισαν την εκστρατεία εναντίον της.
Όπως γράφει ο Gr. De Nevval, Les Filles du feu, Angelidue: «Η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας και το Σεραπείον κάηκαν και κατεστράφησαν τον 4ο αιώνα από τους χριστιανούς, οι οποίοι σφαγίασαν κι έσυραν στους δρόμους την περίφημη Υπατία, την πυθαγόρειο φιλόσοφο».

Ο περίφημος Άγγλος ιστορικός τού 18ου αιώνα Edward Gibbon (1737-1794), βαθύτατα επηρεασμένος από τις αρχές τού Διαφωτισμού, κινείται και αυτός στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, γράφοντας χαρακτηριστικά ότι ο Κύριλλος «προκάλεσε ή αποδέχθηκε την θυσία μιας παρθένου, η οποία εδίδασκε την θρησκεία των Ελλήνων» (Edward Gibbon, The history of the decline and fall of the Roman empire, ed. J. B. Bury, vol. 5, Methuen & Co. , London 1898, σελ. 109.).

Χαρακτηριστικός είναι ο μακροσκελέστατος τίτλος τού βιβλίου τού προτεστάντου διανοητού Toland: «Υπατία, ή η ιστορία μιας εξαιρετικά όμορφης, εξαιρετικά ενάρετης, εξαιρετικά μορφωμένης και από κάθε άποψη ολοκληρωμένης Κυρίας, η οποία κομματιάσθηκε από τον κλήρο της Αλεξανδρείας, για να ικανοποιηθεί η έπαρση, ο φθόνος και η αγριότητα τού αρχιεπισκόπου, ο οποίος κοινώς αλλά αναξίως επονομάζετο «άγιος» Κύριλλος» (Hypatia, or the history of a most beautiful, most virtuous, most learned, and every-way accomplished Lady, who was torn to pieces by the Clergy of Alexandries, to gratify the pride, emulation, and cruelty of their Archbishop, commonly but undeservedly styled, St. Cyril”).

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, ο εκ των ηγετών τού Διαφωτισμού Βολταίρος (1694-1778) είδε στο πρόσωπο της Υπατίας το σύμβολο της αντιστάσεως τού ορθού λόγου ενάντια στην θύελλα τού Χριστιανικού δογματισμού και σκοταδισμού. Κατά τον Βολταίρο, ο φόνος της Υπατίας ήταν «μία κτηνώδης δολοφονία που διεπράχθη από τα χειροτονημένα χέρια τού Κυρίλλου, με μια φανατική συμμορία από πίσω τους».]

Σίγουρα, η πυρπόληση της βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας, το 391 από τους βυζαντινούς μετά από εντολή του (…Μεγάλου) Θεοδοσίου, με τους χιλιάδες τόμους χειρογράφων (πάπυροι, περγαμηνές κλπ.) και η δολοφονία από τον αιμοσταγή Κύριλλο της Ελληνίδος νεοπλατωνικής φιλοσόφου, αστρονόμου και μαθηματικού, διευθυντρίας της νεοπλατωνικής σχολής στην Αλεξάνδρεια, Υπατίας, αποτελούν στίγμα για τον ανθελληνικό βυζαντινοχριστιανισμό, τον πλέον ανηλεή διώκτη που ο Ελληνισμός ποτέ γνώρισε. Σημειωτέον ότι τόσο η ορθόδοξη όσο και η καθολική εκκλησία, την ίδια στιγμή που υποκριτικά κηρύττουν την μετάνοια, αρνούνται έως σήμερα να παραδεχθούν πως ένας «άγιός» τους, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος, την εποχή που ήταν ενωμένες, βαρύνεται με την ηθική αυτουργία της κατακρεουργήσεως της Υπατίας. Αν οι εκατοντάδες χιλιάδες τόμοι της Βιβλιοθήκης, είχαν διασωθεί, είναι σίγουρο ότι η ιστορία της ανθρωπότητας θα ήταν τελείως διαφορετική. [με πληροφορίες από Wikipedia, «Υπατία η Αλεξανδρινή» της Maria Dzielska, Εφημ. «Το Πρώτο θέμα», «Υπατία: Η Αλεξανδρινή φιλόσοφος και μαθηματικός που δολοφονήθηκε από φανατισμένο όχλο», δημ. 13/05/2017.]

– Ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς (10 – 75) έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου περίπου τον 1ο π.Χ ή 1ο μ.Χ αιώνα και ήταν Έλληνας μηχανικός, εφευρέτης και γεωμέτρης με στενούς δεσμούς με την Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας. Υπήρξε διευθυντής της περιφήμου Ανωτάτης Τεχνικής Σχολής της Αλεξανδρείας, το πρώτο πολυτεχνείο που είχε ιδρυθεί στο Μουσείο για μηχανικούς. Λέγεται ότι ακολουθούσε την θεωρία των ατόμων και την Μηχανική Σύνταξη του Φίλωνος. Ιδέες του Κτησιβίου ήταν βάση για κάποια από τα έργα του. Ήταν γνωστός και ως Ήρων ο Κτησιβίου (ως μαθητής, πιθανότατα, του μεγάλου μαθηματικού και εφευρέτου Κτησιβίου), και Ήρων ο Μηχανικός.

Ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς αναφερόμενος στον γεωδαιτικό τριγωνισμό των Ελληνικών ναών δεν αφήνει κάποιο περιθώριο παρερμηνείας: «Ἡ γεωδαισία ποιεῖται τὰς διαιρέσεις οὖ μόνον εἰς ἰσότητας, ἀλλὰ καὶ κατὰ λόγους καὶ ἀναλογίας». [Στις 6 Ιουλίου 2017, σε άρθρο με τίτλο ‘’The mystery behind Greece’s temples’’ που δημοσίευσε το έγκυρο βρετανικό δίκτυο BBC αναφέρει ότι, «Η ιδέα του τριγωνισμού του αρχαίου ελληνικού κόσμου δεν είναι καινούργια, αλλά μάλλον ένα παράδειγμα «ιερής γεωγραφίας», ή πώς οι λατρευτικοί χώροι τοποθετήθηκαν σύμφωνα με την αστρονομία ή την μυθολογία. «(…) “Ο ναός του Ποσειδώνος στο Σούνιο σχηματίζει τέλειο ισοσκελές τρίγωνο με τον ναό του Ηφαίστου στην Αθήνα και τον ναό της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα. Ο Απόλλων στους Δελφούς, η Αφαία στην Αίγινα και ο Παρθενώνας, τα ίδια: όλα σχηματίζουν τέλειο ισοσκελές τρίγωνο»! (…) Ο ναός της Αφαίας στην Αίγινα λέγεται ότι σχηματίζει ισοσκελή τρίγωνα με αρκετούς άλλους ναούς σε ολόκληρη την Ελλάδα». Το δημοσίευμα του BBC αναφέρεται επίσης «(…) σε 12 τομείς του αρχαίου ελληνικού χώρου που αντανακλούν τα 12 σημεία του ζωδιακού κύκλου, με το Μαντείο των Δελφών ως ομφαλό ή «ομφαλός» της ηπειρωτικής Ελλάδος» [BBC, 6 July 2017: ‘’The mystery behind Greece’s temples’’, ]

Ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς υπήρξε μεγάλος εφευρέτης της Βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας. Στα έργα που σώθηκαν συγκαταλέγονται σύμφωνα με την Wikipedia τα εξής:

«Πνευματικά Α και Β, με τα αυτόματα πνευματικά και υδραυλικά συστήματα. Αναλυτικότερα, περιγράφεται η λειτουργία της αιολόσφαιρας (Η ΠΡΏΤΗ ΑΤΜΟΜΗΧΑΝΗ), η αυτόματη πόρτα για ναούς ή θέατρα, αυτοματισμοί για το θέατρό του, όπως για παράδειγμα πολλαπλές εναλλασσόμενες σκηνές κινουμένων μορφών που συνοδεύοντο από οπτικά και ηχητικά εφέ». [Η ατμομηχανή σηματοδότησε την έκρηξη της βιομηχανικής επαναστάσεως 17 αιώνες μετά στην Αγγλία.]

«Στον Ήρωνα αποδίδονται η εφεύρεση και κατασκευή του ΠΡΩΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΖΟΜΕΝΟΥ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΎ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΟΥ με ένα πολύπλοκο σύστημα γραναζωτών ατράκτων διαστίκτων με καβίλιες και δεμένων με σχοινιά που στις άκρες τους είχαν βάρη (σακιά άμμου που άδειαζαν με την πάροδο του χρόνου) και χρησιμοποιείτο στην λειτουργία του αυτομάτου θεάτρου του».

«Αυτοματοποιητική. Είναι το αρχαιότερο γνωστό κείμενο με περιγραφές αυτομάτων μηχανικών συστημάτων -αυτόματα θέατρα-, ικανών να κάνουν προγραμματισμένες κινήσεις».

«Όροι Γεωμετρίας και Γεωμετρικά, που περιέχουν εφαρμοσμένα γεωμετρικά προβλήματα».

«Στερεομετρικά, με πρακτικά προβλήματα στερεομετρίας».

«Περί διόπτρας, με στοιχεία τοπογραφικών μετρήσεων. Εδώ περιγράφει το οδόμετρο και το ναυτικό δρομόμετρο (παραλλαγή του οδομέτρου για χρήση σε πλοίο)».

«Κατοπτρικά, με στοιχεία οπτικής».

«Μηχανική, από της οποίας διεσώθησαν στα ελληνικά αποσπάσματα μόνο, ενώ το πλήρες κείμενο σώθηκε σε αραβική μετάφραση του Kosta ben Luka. Στο βιβλίο αυτό περιέχεται η θεωρία της στατικής και της κινηματικής των σωμάτων, αναλύονται τα πέντε απλά μηχανικά στοιχεία, ο τροχός, ο μοχλός, το πολύσπαστο, η σφήνα και ο κοχλίας. Εξετάζεται η μετάδοση κινήσεως με οδοντωτούς τροχούς, οι ανυψωτικές μηχανές και άλλα συστήματα εφαρμοσμένης μηχανικής».

«Βελοποιικά, το βιβλίο με τα παλαιότερα χειρόγραφα σχήματα, που περιέχουν την θεωρία της βολής και αναλύει τα ελληνιστικά βαλλιστικά όπλα».

Άλλες σημαντικές εφευρέσεις του Ήρωνος σύμφωνα με την Wikipedia ήταν οι εξής:

Σιντριβάνι που λειτουργούσε με πεπιεσμένο αέρα (στα Πνευματικά),

Σιφώνια (στα Πνευματικά),

Μηχανή κατασκευής σπειρώματος ξύλινων βιδών,

Ύδραυλις,

Μηχανικός κερματοδέκτης που λειτουργούσε με νομίσματα και έδινε νερό,

Χειροκίνητος καταπέλτης,

Οδόμετρο: αυτόνομη κατασκευή, προσαρμόσιμη σε οποιοδήποτε τροχοφόρο (άρμα), αποτελουμένη από ένα σύμπλεγμα από οδοντωτούς τροχούς και ατέρμονες κοχλίες, ικανούς να μεταφέρουν την κίνηση του τροχού του άρματος και να την μετατρέψουν σε μονάδες μετρήσεως μήκους, που καταγράφεται από ένα σύστημα δίσκων στο επάνω μέρος της συσκευής,

Κινητό αυτόματο: αυτόνομη συσκευή, ικανή να κινείται από μόνη της.

– Ο κ. Θεοδόσης Τάσιος καθηγητής του ΕΜΠ και ο ομότιμος καθηγητής Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Μιχάλης Τιβέριος ανεφέρθησαν στο σημαντικό τεχνολογικό έργο του Ήρωνος (μάλλον 1ος αι. μ.Χ) , του Κτησιβίιου (3ος αι. π.Χ., ιδρυτής της Σχολής Μηχανικών και Μαθηματικών στην Αλεξάνδρεια), του Φίλωνος από το Βυζάντιο (μαθητή του Κτησιβίου) και, οι οποίοι με τις εφευρέσεις τους έδειξαν πόσο προχωρημένη ήταν η ελληνική εφηρμοσμένη επιστήμη και τεχνολογία. Πολλά έργα των Ελλήνων μηχανικών, όπως επεσήμανε ο κ. Τιβέριος, διεσώθησαν σε αραβικές μεταφράσεις. Σύμφωνα με τους καθηγητές Τάσιο και Τιβέριο, οι επιστήμονες, μηχανικοί και εφευρέτες της Ελληνιστικής εποχής έφθασαν μίαν ανάσα πριν την αφετηρία της σύγχρονης Βιομηχανικής Επαναστάσεως: την δημιουργία της ατμοκινήτου εμβολοφόρου υδραντλίας. Αυτό ανέφεραν σε εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής με τίτλο «Άραγε είχαν ατμοκίνητη υδραντλία οι Πτολεμαίοι;».

Τι γνώριζαν;
Όπως είπε ο κ. Τάσιος, τον καιρό των Πτολεμαίων, οι μηχανικοί είχαν εφεύρει διαδοχικά όλα τα αναγκαία μηχανολογικά εξαρτήματα (ιμάντες, σωλήνες, γρανάζια, στρόβιλοι κ.α.), που τους επέτρεπαν να αξιοποιούν την ενέργεια του αέρος και του νερού για την δημιουργία αντλιών, εκμεταλλευόμενοι έτσι τόσο την αιολική, όσο και την υδροδυναμική ενέργεια. Επιπλέον, είχαν κάνει το αρχικό βήμα για την ατμοκίνηση με την μετατροπή της θερμικής ενεργείας σε κινητική, επιτυγχάνοντας την περιστροφική κίνηση μέσω ατμού.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του κ. Τάσιου, οι αρχαίοι Έλληνες μηχανικοί απείχαν ελάχιστα -από δέκα έως το πολύ 100 χρόνια- από το να εφεύρουν μια κανονική ατμοκίνητη υδραντλία, οπότε θα είχαν εκείνοι ξεκινήσει την βιομηχανική επανάσταση πολύ πριν την ώρα της. Τελικά, αυτό συνέβη το 1776, όταν ο Σκωτσέζος μηχανικός Τζέημς Βατ εφηύρε μια τέτοια ατμοκίνητη αντλία. Αν και ο κ. Τιβέριος επεσήμανε πως από το αρχαία ιστορικά κείμενα έχει διασωθεί μόνο το 2,5% περίπου, συνεπώς δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι ίσως το τελικό βήμα της ατμοκινήσεως είχε γίνει, έστω κι αν κατασκευάσθηκε μία μόνο πρωτότυπη αντλία ως παιγνίδι και μετά η σχετική τεχνολογία ξεχάσθηκε, όμως -μέχρι στιγμής τουλάχιστον – δεν υπάρχουν οι σχετικές μαρτυρίες και τα αποδεικτικά στοιχεία.

Πόσο κοντά ήμασταν;
Ο κ. Τάσιος -που είναι και πρόεδρος της Εταιρείας Μελέτης της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας – εκτίμησε ότι οι πρόγονοί μας έφθασαν πολύ κοντά στην «πηγή», χάριν στις εντυπωσιακές επιστημονικές και τεχνολογικές προόδους τους, όμως δεν είχαν τελικά προχωρήσει στην αξιοποίηση του ατμού για την κίνηση μιας αντλίας και τελικά μιας μηχανής. Ο κ. Τάσιος τόνισε το πάθος των αρχαίων Ελλήνων για την τεχνολογία και επεσήμανε ότι, ήδη στα έπη του Ομήρου, γίνεται αναφορά σε αυτόματα και πλοία-ρομπότ. Αργότερα, ο συνδυασμός του κοσμοπολιτισμού (ιδίως στην Αλεξάνδρεια), της ανερχομένης μεσαίας τάξεως και του ενδιαφέροντος των Πτολεμαίων οδήγησε σε σημαντικές εφευρέσεις, όπως δείχνει και ο μηχανισμός των Αντικυθήρων. Αν και παραμένει ερώτημα κατά πόσον αυτές οι τεχνολογίες γνώρισαν ευρύτερη εφαρμογή ή παρέμειναν προνόμιο μιας μικρής ομάδος ανθρώπων. [πηγή: Εφημ. «Το Βήμα», «Η βιομηχανική επανάσταση των αρχαίων Ελλήνων: Οι μηχανικοί εκείνης της εποχής είχαν αναπτύξει την σχετική τεχνολογία» , δημ. 04/02/2016]

Εξάλλου «…ο Watt δεν είχε περισσότερες γνώσεις από τον Αρχιμήδη», έγραψε ο Hobsbawm. Αναφορικά με την θεωρία παραγωγής κινητικής ενέργειας από τον ατμό, αυτή διετυπώθη από τον Γάλλο Carnot μετά την κατασκευή της πρώτης ατμομηχανής. Σε σχόλιό του ο φίλος Θανάσης Αλμπάντης σημειώνει ότι στο βιβλίο του Λούτσιο Ρούσο «Η Λησμονημένη Επανάσταση», τεκμηριώνονται ακριβώς τα παραπάνω. Ο Ρούσο τεκμηριώνει, ότι Κοπέρνικος και Νεύτων στηρίχθηκαν σε Αρχαίους Έλληνες. Κατά τον συγγραφέα η Βιομηχανική Επανάσταση καθυστέρησε, επειδή οι Ρωμαίοι ενδιαφέρονταν για ισχυρό κράτος. Η άποψη αυτή συνάδει με την άποψη, ότι δεν υπήρχε ανάγκη μηχανικής δυνάμεως, αφού υπήρχαν δούλοι.

Μια άλλη άποψη υποστηρίζει ότι ευθύνεται ο χριστιανισμός· ο σκοταδισμός του «πίστευε και μη ερεύνα» που επέβαλε ο παυλιανισμός (χριστιανισμός) στις επιστήμες, με αποκορύφωμα την κατάργηση των μαθηματικών ως έργο του «σατανά», ήταν η πραγματική αιτία που η Βιομηχανική Επανάσταση δεν έγινε στην Αρχαία Ελλάδα. Κατά την άποψη των ιστορικών είναι δύσκολο να εντοπισθούν οι πραγματικοί λόγοι, με σημερινά δεδομένα, της αιτίας που η Βιομηχανική Επανάσταση δεν εκδηλώθηκε στην Αρχαία Ελλάδα. Πάντως οι δύο βασικοί ύποπτοι παραμένουν οι δούλοι και ο χριστιανισμός.

Δοθέντος ότι η ελληνική εφαρμοσμένη επιστήμη και τεχνολογία ήταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο, από 10-100 χρόνια πριν την αξιοποίηση του ατμού για την κίνηση μιας αντλίας και τελικά μιας ολοκληρωμένης ατμομηχανής που θα πυροδοτούσε την Βιομηχανική έκρηξη, τίθεται το ερώτημα εάν θα μπορούσε η Βιομηχανική Επανάσταση να γίνει στην Αρχαία Ελλάδα. Αν υπήρχαν δηλαδή οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την είσοδο της ανθρωπότητος στην Βιομηχανική Εποχή. Η απάντηση στα παραπάνω δύο ερωτήματα είναι καταφατική. Οι αρχές της Δημοκρατίας ήταν γνωστές, υπήρχε ανεπτυγμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως, τράπεζες, δάνεια, τόκος, υπήρχε εκτεταμένη βιοτεχνική παραγωγή καθώς και ανεπτυγμένο χερσαίο και ναυτικό «διεθνές» εμπόριο. Συνεπώς οι συνθήκες ήταν ώριμες για την είσοδο της ανθρωπότητος στην Βιομηχανική Εποχή 1500 τουλάχιστον χρόνια πριν την σύγχρονη Βιομηχανική Επανάσταση στην Αγγλία.
Ειδικότερα:

– Η Αθηναϊκή δημοκρατία

Η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν το διαρκώς εξελισσόμενο σύστημα κατανομής της εξουσίας, που κατέληξε να εφαρμόζεται ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 170 ετών διενέξεων και διαφορών μεταξύ των κατοίκων του μεγαλυτέρου τμήματος της Αττικής. Εφαρμόσθηκε στην αρχαία πόλη-κράτος των Αθηναίων για 140 έτη, από το 462 π.κ.χ. έως το 322 π.κ.χ. με δύο μικρά διαλείμματα τυραννίδων τις οποίες κατέλυσε. Σύμφωνα με αυτή, αφού η διαβίωση όλων των πολιτών (από την γέννηση έως τον θάνατό τους), διέπεται από νόμους, οι πολίτες είναι οι μόνοι υπεύθυνοι, ώστε να διαμορφώσουν τους νόμους που τους αξίζουν, σύμφωνα με τις κοινές τους πεποιθήσεις (δόξες), τα κοινά τους συμφέροντα και οφείλουν να τους τηρούν. Αποτέλεσμα της εφαρμογής της δημοκρατίας είναι αυτό που σήμερα αποκαλούμε πολιτισμό.

Με πρωτεργάτες τους Εφιάλτη του Σοφωνίδη (δεν πρέπει να συγχέεται με τον Εφιάλτη τον Τραχίνιο που πρόδωσε τον Λεωνίδα) και Αρχέστρατο, όταν, ως αρχηγοί του λαϊκού κινήματος, κατηγόρησαν τους ευγενείς Αρεοπαγίτες για κακοδιαχείριση και η εκκλησία του Δήμου ψήφισε την παραπομπή τους στα δικαστήρια της Ηλιαίας. Οι ποινές για τους αρεοπαγίτες που εκρίθησαν ένοχοι ήταν εξοντωτικές. Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί εδώ ότι η γνωστή σε όλους μας φράση «είδα Εφιάλτη», καθώς και η λέξη «Εφιάλτης» με την έννοια του κακού ονείρου, προέκυψε από την κυριολεκτική φράση «είδα τον Εφιάλτη», καθώς οι Αρεοπαγίτες έβλεπαν στον ύπνο τους να τους κατηγορεί ο Εφιάλτης του Σοφωνίδη και ξυπνούσαν έντρομοι. Συνεπώς δεν έχει σχέση με τις Θερμοπύλες και τον Εφιάλτη του Λεωνίδα, αλλά με τον Εφιάλτη που έστερξε την Δημοκρατία στην Αθήνα.

Μετά την απελευθέρωση από τον ζυγό του Αρείου Πάγου, οι εξελίξεις στο πολίτευμα είναι συνεχείς και ραγδαίες, με βασικότερο την ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών σε όλα τα αξιώματα, καθώς κατά την κυρίαρχη άποψη των αρχαίων Αθηναίων (και Ελλήνων γενικότερα) η δημοκρατία δεν απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις, καθώς η πολιτική δεν εκλαμβάνετο ως επιστήμη αλλά ως χώρος της γνώμης («δόξας»), όπου όλοι όσοι τους αφορά έχουν ισότιμο δικαίωμα λόγου και συμμετοχής στην λήψη των αποφάσεων. Ο Άρειος Πάγος στα μετέπειτα χρόνια της δημοκρατίας έπαψε να έχει διευρυμένες εξουσίες και είχε περιορισθεί στο να εκδικάζει υποθέσεις δολοφονιών.

Μόνον άρενες ενήλικοι που είχαν ολοκληρώσει την διετή (από τα 18 μέχρι τα 20) στρατιωτική τους θητεία είχαν το δικαίωμα να συμμετάσχουν και να ψηφίσουν στην συνέλευση. Επίσης, δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στην συνέλευση, των οποίων τα πολιτικά δικαιώματα είχαν ανασταλεί. Παρ’ όλα αυτά, η αντίθεση με άλλες πόλεις όπου απεφάσιζαν οι βασιλείς – τύραννοι με τους ευγενείς-γερουσία-θεσμοθέτες και απλώς ανακοίνωναν τις αποφάσεις στους «πολίτες» ήταν τεράστια. Το πλήθος των οργάνων με τον αριθμό συμμετεχόντων και το εύρος των αποφάσεων του πολιτικού συστήματος δείχνουν ένα εύρος συμμετοχής που ξεπερνούσε σημαντικά οποιαδήποτε σύγχρονο σύστημα εξουσίας.

Η ιδιότητα του πολίτου μπορούσε να παραχωρηθεί από την συνέλευση. Ορισμένες φορές παρεχωρούντο σε μεγάλες ομάδες (στους Πλαταιείς το 427 π.Χ., στους Σαμίους το 405 π.Χ.) αλλά από τον 4ο αιώνα μπορούσε να παραχωρηθεί μόνο σε άτομα με ειδικό ψήφισμα, με απαρτία 6.000 ατόμων στην Εκκλησία. Η παραχώρηση γινόταν ως ανταμοιβή για υπηρεσίες προς την πόλη. Ο μέτοικος που είχε πλέον πολιτικά δικαιώματα ονομαζόταν ισοτελής. Σε τέτοια κατάσταση ευρίσκοντο πολλοί κάτοικοι των Αθηνών. Ανάμεσα σε αυτούς: ο Λυσίας, ο Αριστοτέλης κ.ά. Στην πορεία ενός αιώνος, οι αριθμοί αυτών που συμμετείχαν μεταβάλλοντο.

Ο εκπολιτισμός μέσω της Δημοκρατίας σε τέτοιο πληθυσμιακό μέγεθος δεν συνέβη πουθενά αλλού στον κόσμο, (τουλάχιστον μέχρι την καθιέρωση της «βασικής» εκπαιδεύσεως περί τον 18ο κ.χ.ε.) παρά μόνο στην Αθήνα της Δημοκρατίας. Δικαιοσύνη, Συγγράμματα, Συμπόσια, Εορτές, Αγώνες, Φιλοσοφία, Θέατρο, εφηρμοσμένες τέχνες δηλαδή οι αρχές όλων των επιστημών κατέστησαν ελεύθερες σε όλους για πρώτη φορά στην Αθηναϊκή Δημοκρατία. (Wikipedia)

– Οικονομία και Τραπεζικό Σύστημα στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο

Σύμφωνα με τον Μιχάλη Τιβέριο καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, οι περισσότεροι άνθρωποι ξαφνιάζονται όταν ακούν για τράπεζες στην αρχαία Ελλάδα. Ο κ. Τιβέριος υπενθυμίζει ότι ο ίδιος ο όρος «τράπεζα» προέρχεται από την αρχαιότητα. Αυτοί που ασχολούντο με το εμπόριο του χρήματος χρησιμοποιούσαν στις διάφορες συναλλαγές τους ένα τραπέζι, μια τράπεζα, επάνω στην οποία γίνονταν οι διάφορες εμπορικές τους πράξεις. Πίσω από το τραπέζι στεκόταν ο νομισμανταλλάκτης ή αργυραμοιβός προς άσκηση του επαγγέλματός του. Αυτό το τραπέζι είναι που έδωσε το σχετικό όνομα.

Οι πρώτες ενδείξεις που διαθέτουμε για την δραστηριοποίηση τραπεζών στην αρχαία Ελλάδα ανάγονται στον 6ο αι. π.Χ. Από πολύ νωρίς (πιθανότατα από τον 6ο κιόλας αι. π.Χ.), ορισμένοι ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν σε αρχαία ελληνικά ιερά (και ιδιαίτερα σ’ αυτά με πανελλήνια αναγνώριση, όπως λόγου χάριν τα ιερά του Απόλλωνος στους Δελφούς και στην Δήλο) διάφορα ποσά για φύλαξη. Το φαινόμενο αυτό γνώριζε ιδιαίτερη έξαρση κυρίως σε περιόδους αναταραχών και πολεμικών συρράξεων. Η ιερότητα και το απαραβίαστο των ορίων των ιερών ήταν σεβαστά από όλους και επομένως τα χρήματα αυτά είχαν εδώ την μεγαλυτέρα δυνατή ασφάλεια. Έτσι σιγά σιγά στα ιερά συσσωρεύοντο σημαντικά ποσά. Η συνήθεια της καταθέσεως χρημάτων σε ιερά, που προσέφερε ασφάλεια όχι όμως και αύξηση των σχετικών κεφαλαίων, περιορίσθηκε από την δράση ορισμένων ευφυών ατόμων.

Προσφέροντας τόκο, άρχισαν αυτοί να προσελκύουν τα χρήματα αυτά, αυξάνοντας έτσι το κεφάλαιό τους, πράγμα που σήμαινε και επέκταση του κύκλου των εργασιών τους. Η ενέργεια αυτή, σε συνδυασμό και με την παροχή εκ μέρους τους εντόκων δανείων σε όσους είχαν ανάγκη από «ρευστό», δημιούργησε τις πρώτες τράπεζες. Πολύ γρήγορα και τα ιερά υποχρεώθηκαν στην καθιέρωση τόκων για τις καταθέσεις.
Στις κύριες τραπεζικές εργασίες, εκτός από την ανταλλαγή των νομισμάτων και τον έλεγχο της γνησιότητός τους, τις έντοκες καταθέσεις και τα έντοκα δάνεια στα οποία ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω, συγκαταλέγοντο και άλλες. Ανάμεσά τους η διαχείριση περιουσιών, η συγκατάθεση σε δάνειο, η αποδοχή παρακαταθηκών ­ κυρίως από τις «ιερές τράπεζες» ­, η εντολή πληρωμής προς τρίτους, όπως και η έκδοση πιστωτικών επιστολών που εξοφλούντο σε άλλη πόλη από κάποιον άλλο τραπεζίτη με τον οποίο συνεργαζόταν η τράπεζα που είχε εκδώσει την σχετική επιστολή. Αναφέρεται ότι με αυτόν τον τρόπο ο Κικέρων κάλυψε κάποτε τα έξοδα του γιου του, όταν αυτός ευρίσκετο στην Αθήνα.

Για την ανταλλαγή και την «δοκιμασία» των νομισμάτων, εργασίες που έκαναν και οι αργυραμοιβοί, η προμήθεια ήταν συνήθως γύρω στο 5%-6% επί της αξίας των νομισμάτων, με μια πρόσθετη επιβάρυνση αν η ανταλλαγή γινόταν ανάμεσα σε νομίσματα κατασκευασμένα από διαφορετικά μέταλλα. Για τις παρακαταθήκες, την φύλαξη δηλαδή χρημάτων, πολυτίμων αντικειμένων κ.ά., οι τράπεζες δεν φαίνεται να εισέπρατταν «φύλακτρα». Επομένως από την δραστηριότητα αυτήν δεν πρέπει να είχαν κέρδη, δεν έδιναν όμως τόκο για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις. Για καταθέσεις μεγάλης διαρκείας ξέρουμε π.χ. ότι στην Αθήνα του 4ου αι. π.Χ. το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10% ενώ γύρω στο 12% κυμαινόταν το επιτόκιο των δανείων. Ωστόσο αν το κράτος δανειζόταν από ένα δικό του ιερό «επετύγχανε», όπως ήταν φυσικό, πολύ χαμηλότερο επιτόκιο. Οπωσδήποτε τα δάνεια που παρείχαν τα ιερά ήταν τα συμφερότερα, αφού το επιτόκιό τους ήταν κατά κανόνα μικρότερο από αυτό των ιδιωτικών τραπεζών. Οι τραπεζίτες ρύθμιζαν το ύψος του επιτοκίου ανάλογα με το μέγεθος του κινδύνου που διέτρεχε το δανειζόμενο ποσό τους. Τα υψηλότερα επιτόκια τα είχαν τα λεγόμενα ναυτοδάνεια, τα οποία έφθαναν ακόμη και στο 100% όταν, σε περίπτωση απωλείας του πλοίου μαζί με το φορτίο του, ο δανειστής δεν είχε κάποιαν αξίωση από τον δανειζόμενο. Γενικά τα δάνεια από τράπεζες δεν συνέφεραν και γι’ αυτό οι δανειστές στρέφονταν κυρίως σε ιδιώτες. [πηγή: Εφημ. Το Βήμα, «Τράπεζες και τοκογλύφοι στην αρχαία Ελλάδα», ημ. δημ. 20/06/1999, Μιχάλης Α. Τιβέριος, καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης]

Στην αρχαία Αθήνα οι τραπεζίτες, οι γνωστοί αργυρογνώμονες, οι δοκιμαστές, οι κολλυβιστές (κόλλυβο=νόμισμα), ήταν όλοι «δούλοι», όχι ελεύθεροι Αθηναίοι πολίτες. Στην Αρχαία Αθήνα οι δούλοι κατείχαν την παραγωγή. Οι δούλοι δεν ήταν Αθηναίοι πολίτες και αυτοί είχαν στα χέρια τους την ειδική οικονομία, τα οικονομοτεχνικά έργα, την εργασία και την τεχνική, ενώ οι ελεύθεροι πολίτες είχαν την οργάνωση της πολιτικής και της γενικής οικονομίας. Γνωστοί τραπεζίτες στην αρχαία Αθήνα ήταν ο Πασίων και ο Φορμίων.

Σύμφωνα με μελέτη του Ιταλού Aristide Calderini, καθηγητού του Καθολικού Πανεπιστημίου του Μιλάνου που δημοσιεύθηκε το 1940, υπήρχαν ελληνικές τράπεζες στην αρχαία Αίγυπτο που κυριαρχούσαν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Οι Τράπεζες λειτουργούσαν στους ναούς των αρχαίων επειδή η εκτίμηση και το ιερό δέος απέναντι στους θεούς συμβάδιζε με την τιμιότητα στις χρηματοπιστωτικές σχέσεις που έπρεπε να χαρακτηρίζουν την οικονομική και πολιτική ζωή. Ακόμη και η ιστορία των Αμοιβαίων Κεφαλαίων ανάγεται στην αρχαιότητα. Μετά από την νικηφόρο για τους Έλληνες έκβαση των Περσικών Πολέμων, ιδρύθηκε η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία ή Συμμαχία της Δήλου (478 π.Χ.) με την συγκέντρωση μιας κοινής περιουσίας, με βασικό σκοπό την προστασία των πόλεων που συμμετείχαν στην συμμαχία από μελλοντικές επιθέσεις. Για τον λόγο αυτόν τα πρώτα Αμοιβαία Κεφάλαια στην Ελλάδα είχαν ονομασία από την αρχαιότητα όπως «Ερμής» (Εμπορική, 1972), «Δήλος» (Εθνική, 1973) και «Δελφοί» (Κτηματική, 1975) [Φίλιππας, Ν., Αμοιβαία Κεφάλαια: Η ελληνική πραγματικότητα και οι σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις, Ιανουάριος 2010, το Θαύμα των Ελλήνων, Σαράντος Καργάκος, Λεξικό οικονομικών όρων Τριανταφύλλης Χρήστος , βλ. και συνοδευτικό κείμενο-μελέτη του οικονομολόγου Νικολάου Φίλιππα]

Συνάγεται από τα παραπάνω ότι (α) η Αθηναϊκή Δημοκρατία (β) το αναπτυγμένο Τραπεζικό Σύστημα στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο (γ) η τεράστια γνώση της Βιβλιοθήκης και (δ) η ελληνική εφαρμοσμένη επιστήμη και τεχνολογία που ήταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μόλις 10-100 χρόνια πριν την αξιοποίηση του ατμού για την κίνηση μιας αντλίας και τελικά μιας ολοκληρωμένης ατμομηχανής, ήταν προϋποθέσεις που στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο πληρούνται, ικανές να πυροδοτήσουν την Βιομηχανική έκρηξη. Ωστόσο κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη! Γιατί;

– Ο χριστιανικός Μεσαίωνας και η δύσκολη πορεία ως την Αναγέννηση

Η δειλή εμφάνιση του χριστιανισμού κατά τα πρωτοχριστιανικά χρόνια, η παγίωσή του αργότερα στην σύνοδο της Νικαίας, ο βίαιος εκχριστιανισμός στην συνέχεια τεραστίου αριθμού ελληνογλώσσων πληθυσμών από την βυζαντινή θεοκρατία, που ξεκινά από τα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως στις 11 Μαΐου του 330 και φθάνει ως την παράδοση της Κωνσταντινουπόλεως από τους ανθενωτικούς χριστιανούς ορθοδόξους στους οθωμανούς, στις 29 Μαΐου του 1453, απετέλεσαν αποφασιστικής σημασίας ιστορικά γεγονότα για την επικράτηση του χριστιανισμού στην Ευρώπη, την κοιτίδα του ανθρωπίνου πολιτισμού, οπότε για περισσότερο από μιάμιση χιλιετία η γηραιά ήπειρος βυθίσθηκε σε μεσσιανικό σκότος, με την καταστροφική συνέπεια για την ανθρωπότητα την παγίωση αντιεπιστημονικών απόψεων που, εκμεταλλευόμενες τις μεταφυσικές ανάγκες του ανθρώπου, προώθησαν ιδέες για εκλεκτούς και μεσάζοντες μεταξύ θεού και ανθρώπου, καθιερώνοντας απόψεις που απεστράγγισαν και την τελευταία ικμάδα λογικής από τον άνθρωπο.

Ειδικότερα:
Κατά την κρατούσα σήμερα άποψη στους κύκλους των μελετητών της Βίβλου, ιδίως των Μυθικιστών, η κατασκευή του χριστιανικού δόγματος έγινε το έτος 325 μ.Χ στη Νίκαια της Βιθυνίας, κατά την σύγκλιση της περιβόητης πρώτης συνόδου της Νίκαιας ή α΄ οικουμενικής συνόδου. Αν και ο διακηρυχθείς στόχος της συνόδου της Νικαίας ήταν «η ομοιομορφία του χριστιανικού δόγματος» και «η καταπολέμηση των πολυαρίθμων αιρέσεων» μέσα από τον κοινό αγώνα αναιρέσεως της λανθασμένης, κατά την άποψη της εκκλησίας, θεολογίας, ωστόσο στην κοινότητα των μελετητών που αμφισβητούν την ιστορική αλήθεια των ευαγγελικών παραστάσεων, η κρατούσα άποψη είναι άλλη: Ότι τα φερόμενα ως θεόπνευστα βιβλία της Βίβλου είναι κατασκευασμένα από τη νσύνοδο της Νικαίας, που συγκλήθηκε υπό τον βυζαντινό αυτοκράτορα Flavius Valerius Aurelius Constantinus (γνωστός στους νεοέλληνες ως… «Μέγας» και… «Άγιος Κωνσταντίνος»!), όπου ορίσθηκαν τα πάντα για την χριστιανική πίστη, για την «θεϊκότητα» του Ιησού, για την γέννηση, για την σταύρωση και την ανάσταση, για τον «διάβολο», ακόμη και για το τι θα περιλαμβάνει η Βίβλος. Ότι με το πρόσχημα της ομοιομορφίας του χριστιανικού δόγματος και της καταπολεμήσεως των πολυαρίθμων αιρέσεων, εξυπηρετήθηκε η σκοπιμότητα της κατασκευής ενός ενιαίου θεολογικού δόγματος ταγμένου να υπηρετεί τις αυτοκρατορικές πολιτικές σκοπιμότητες για την εσωτερική ενότητα της – ετερογενούς φυλετικά και πολιτισμικά – αυτοκρατορίας.
Οι υποστηρικτές της απόψεως που θέλει το γεγονός της ευαγγελικής σταυρώσεως του Ιησού να είναι κατασκευασμένο στην σύνοδο της Νικαίας (το 325 μ.Χ) αρκετούς αιώνες μετά την «πραγματική» σταύρωση, υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν παραστάσεις του εσταυρωμένου Ιησού προ του 5ου αιώνα. Πράγματι. Η παλαιότερη απεικόνιση της σταυρώσεως, που απεικονίζει τον Ιησού, είναι μία λειψανοθήκη από ελεφαντόδοντο η οποία χρονολογείται γύρω 420 μ. Χ. Εκτός από τον Ιησού και τους μαθητές του απεικονίζει επίσης τον Ιούδα κρεμασμένο. Φέρει την επιγραφή REX IUD(AEORUM) και σώζεται στο Βρετανικό Μουσείο όπου και εκτίθεται (Dorothy King’s PhDiva, 8.20.2011, Early Images of the Crucifixion).Οι υποστηρικτές της απόψεως ότι ο Παύλος είναι αυτός που έθεσε τις βάσεις της κατασκευής του χριστιανικού δόγματος (παίρνοντας την τελική μορφή του στην Νίκαια), τον οποίο αρκετοί θεωρούν ως τον αληθινό εμπνευστή του χριστιανισμού, εξ’ ου και ο όρος «παυλιανισμός» ο οποίος είναι ταυτόσημος του χριστιανισμού, υπερτονίζουν την διδασκαλία του Παύλου περί λυτρωτικής θυσίας, θανάτου και αναστάσεως του Ιησού κυρίως, που είναι καθαρά Παυλείου επινοίας. Η κατασκευή προήλθε από τις μυστηριακές θρησκείες ενός θνήσκοντος και επανερχομένου στην ζωή θεού κατά τον τύπο του Διονύσου, του Αδώνιδος, του Οσίριδος κ.λπ., η δε κυρία διδασκαλία του Παύλου, περί ενός θεανθρώπου που πέθανε σταυρικά, για να λυτρώσει τους ανθρώπους, βασίζεται στο πρότυπο των ελληνιστικών μυστηριακών θρησκειών, κυρίως των Διονυσιακών και Ορφικών Μυστηρίων. Η άποψη αυτή στηρίζεται στις ελληνικές επιρροές του Παύλου, ο οποίος ήταν ελληνιστής, από την Ταρσό της Κιλικίας, δηλαδή χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα και τις ελληνικές εκφράσεις στο κήρυγμά του, όπως και οι άλλοι ελληνικής καταγωγής χριστιανοί, καθώς επίσης τον συνόδευαν ελληνιστές στα ιεραποστολικά του ταξίδια (Βαρνάβας, Λουκάς, Σίλας, Τιμόθεος κ.λπ.). Τις παραπάνω θέσεις υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ο Ιουδαίος λόγιος Hyam Maccoby με το βιβλίο του, «Ο μυθοποιός: ο Παύλος και η επινόηση της Χριστιανοσύνης (The Mythmaker: Paul and Invention of Christianity)» και Γκέζα Βερμές (G. Vermes), ο οποίος υπονοεί διάσταση μεταξύ των προσώπων Ιησού και Παύλου. (με πληροφορίες από την μελέτη «Χριστιανισμός ή Παυλιανισμός; Ποιος είναι ο πραγματικός ιδρυτής του χριστιανισμού;» του Δημήτρη Τσινικόπουλου). Η κρατούσα σήμερα άποψη μεταξύ των μελετητών της Βίβλου, ιδίως των Μυθικιστών, είναι ότι μύθοι του Ιησού συνδέονται στενά με την λατρεία του θεού Διονύσου. Συγκεκριμένα, τα ευαγγέλια του Ιησού είναι η αντιγραφή της τραγωδίας του Ευριπίδου «Βάκχαι».Το 324 ο Κωνσταντίνος ανακηρύσσει τον χριστιανισμό ως εναλλακτική επίσημη λατρεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Λεηλατεί το Μαντείο του Διδυμαίου Απόλλωνος και θανατώνει με βασανιστήρια όλους τους ιερείς με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Στο Ιερό Όρος Άθως εξαπολύεται διωγμός κατά των Ελλήνων – Εθνικών και καταστρέφονται όλα τα εκεί Ελληνικά Ιερά (Μια Ιστορία Αγάπης – Η Ιστορία Της Χριστιανικής Επικρατήσεως, του Βλάσση Ρασσιά). Με την επικράτηση των βυζαντινών τα Ελληνικά Ιερά εκθεμελιώθηκαν, το πανάρχαιον «Αθώον» -δηλαδή ο βωμός και το μεγαλειώδες άγαλμα του Διός – γκρεμίσθηκε και οι Έλληνες εκδιώχθηκαν έκτοτε διαπαντός από την χερσόνησο, η οποία στην συνέχεια από μυστικολατρευτικό κέντρο της θεάς της αφρίας φύσεω και της αγνότητος Αρτέμιδος και άβατο για τους άνδρες, επρόκειτο πολύ σύντομα να καταλήξει «περιβόλι της Παναγίας» και άβατο για οτιδήποτε θηλυκό (Χριστιανισμός: Η Των Ελλήνων Νόσος, Τόμος Τρίτος, «Ές Έδαφος Φέρειν»). Ο Παρθενώνας της Ακροπόλεως της Αρτέμιδος στο Άθως βεβηλώνεται, ενώ τα βυζαντινά μοναστήρια κτίσθηκαν επάνω στα λείψανα αρχαίων Ελληνικών ναών. Ο ιερομοναχός Γεράσιμος Σμυρνάκης στο βιβλίο του «Το Άγιον Όρος», θα περιγράψει την όλη «μετάβαση» με τρόπο που συντομότερός του δεν θα μπορούσε ίσως να υπάρξει: «Ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου τᾦ 321μ.Χ ὑπῆρχον ἐν Ἄθῳ εἰδωλολάτραι. Καταπεσόντος δ΄εἶτα τοῦ ἀγάλματος τοῦ Διός, μετὰ μικρὸν καὶ τῶν ἐπιβωμείων αἱμάτων καταπαυσάντων, ἐπέλαμψεν τὸ Χριστιανικὸν φῶς». Έκτοτε η Χερσόνησος του Άθωνος, από «Άλσος της Αρτέμιδος» και «Άλσος των Μουσών» έγινε «Άγιον Όρος» και «περιβόλι της Παναγίας»!

Στους πρωίμους βυζαντινούς χρόνους η αρχαιοελληνική παιδεία απετέλεσε το μέσο για την κατανόηση της υπάρξεως του Ιησού. Για τους χριστιανούς, η θρησκεία και η «Παιδεία τοῦ Χριστοῦ» ήταν έννοιες ταυτόσημες [W. Jaeger, Early Christianity and Greek Paideia, Oxford UP, Harvard 1961, σελ. 12.]. Ο Πλάτων σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη ήταν αρεστός από το θεοκρατικό καθεστώς και διδάσκετο κατά προτίμηση, γιατί «ἀπεμάκρυνε τὰ μάτια» από τα υλικά και την πραγματικότητα των αἰσθήσεων οδηγώντας τὸν ἄνθρωπο σὲ κόσμους, όπου κατοικούν «οἱ εὐγενέστεροι νόες» της ανθρωπίνου φυλής [Ό. π., σελ. 46.]. Επιπλέον, στους πρώτους αιώνες του Βυζαντίου ο χριστιανισμός οικειοποιήθηκε την αρχαία ελληνική παιδεία, επειδή αποτελούσε ασφαλές μέσον για την αντιμετώπιση του κυρίου αντιπάλου του: της Ελληνικής Φιλοσοφίας και Σκέψεως, που από κατασκευής του στην Νίκαια ως τις ημέρες μας αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό του. [με πληροφορίες από Wikipedia, P. Lemerle, Ὁ πρῶτος Βυζαντινὸς Οὐμανισμός, ἐκδ. ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 1985, σελ. 278.]

Περίπου το 500 μ.Χ. η χριστιανική εκκλησία είχε καταφέρει να στρέψει τους περισσοτέρους ταλαντούχους επιστήμονες της εποχής, σε δραστηριότητες ιεραποστολικές, οργανωτικές, δογματικές, ή καθαρά θεωρητικές. Αυτό είχε σαν συνέπεια την μη περαιτέρω ανάπτυξη των επιστημών στο ανατολικό ήμισυ της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η εκκλησία θεωρούσε δε, ότι ο ρόλος της Ελληνικής Φιλοσοφίας περιορίζετο στην προετοιμασία των Ελλήνων για να δεχθούν τον χριστιανισμό. Κατά τους 6 πρώτους αιώνες της δημιουργίας της βυζαντινής αυτοκρατορίας ο αντικειμενικός στόχος της μαθήσεως ήταν να εκλαϊκεύσει και να διαδώσει τις επιστημονικές θεωρίες και τα συμπεράσματα, αλλά όχι το τεχνικό περιεχόμενο και τις μεθόδους της ελληνικής επιστήμης. [Wikipedia, Φυσικές επιστήμες στο Βυζάντιο]

Κατά την χιλιόχρονη βασιλεία του, το Βυζάντιο υπήρξε Μέγας Διώκτης του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού. Το Βυζάντιο έκαψε, γκρέμισε, λεηλάτησε τους Ελληνικούς ναούς, κατέσφαξε τους Έλληνες Εθνικούς, έκαψε ή πούλησε στους Δυτικούς τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα, έκλεισε τις Φιλοσοφικές Σχολές και στην θέση τους διέδωσε τον Σχολαστικισμό (δηλαδή την υποταγή της φιλοσοφίας στην θρησκεία), κατήργησε τα Μαθηματικά και την Ιπποκράτειο Ιατρική ως εργαλεία του «διαβόλου» εισάγοντας μαζικά ως θεραπευτική μέθοδο τους εξορκισμούς, κατήργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αντικατέστησε την χαρά και το Φως της Αρχαίας Ελλάδος με το σκοτάδι της φρίκης, του θανάτου, του ολέθρου, την υποταγή, την υπακοή, την κακοποίηση του σώματος με τον ασκητισμό και τις εξαντλητικές νηστείες που καταβάλλουν σώμα και πνεύμα. Η τελευταία πράξη του δράματος ήταν το κλείσιμο της Νεοπλατωνικής Σχολής από τον Ιουστινιανό το 529 μ.Χ.. Ο συγγραφέας Τζόζεφ Μακ Κέϊμπ παραδέχθηκε: «Το Βυζάντιο επί δέκα ολόκληρους αιώνες δεν κατόρθωσε να παράξει ούτε ένα βιβλίο που να διαβάζεται σήμερα από έναν καλλιεργημένο άνθρωπο».

Η άποψη που θέλει τους ορθοδόξους καλογέρους να διασώζουν την Αρχαία Γνώση προς όφελος της Επιστήμης είναι παντελώς αστήρικτη. Μάλιστα ορισμένοι διαστρεβλώνουν την Ιστορία σε βαθμό τέτοιο που φθάνουν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι η μεταλαμπάδευση της Ελληνικής Γνώσεως στην Δύση έγινε από ορθοδόξους λογίους και φιλοσόφους! Για την υποτιθέμενη προσφορά του χριστιανισμού στην διάσωση των αρχαίων συγγραμμάτων, που σύμφωνα με την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση ορισμένα μοναστήρια λειτούργησαν και ως «κιβωτοί γνώσεων» (!) διαδίδοντας τις ελληνικές επιστήμες των αρχαίων χειρογράφων, ο Γεννάδιος λέγει τα εξής εκπληκτικά: «Τα βιβλία των Ελλήνων τα διέσωζαν οι πατέρες μας για χάρη της γλώσσης και για να ελέγχουν τον παραλογισμό των Ελλήνων και να λάμψει η καθαρότητα της χριστιανικής θεολογίας… οι Έλληνες φιλόσοφοι ζούσαν στο σκοτάδι και τις φλυαρίες τους τις ανέτρεψαν θεόπνευστοι άνδρες όπως ο Μωυσής».

Οι θέσεις του Γενναδίου εκφράζουν το γενικότερο πνεύμα του βυζαντινού ανθελληνισμού, τις οποίες εκφράζει και ο μεγάλος ανθέλληνας της χριστιανοσύνης, ο προστάτης της παιδείας των σημερινών ελληνοφώνων ιεράρχης Βασίλειος, ο ομολογουμένως πλέον μορφωμένος ιεράρχης, ως εξής: «Τα αγάλματα γκρεμίσθηκαν, οι βωμοί έπεσαν, τα δαιμόνια έφυγαν» ενώ στο ίδιο έργο δείχνει για ακόμη μια φορά το πώς σκέφτεται για την παιδεία και τον πολιτισμό των Ελλήνων: «(…) να μην δειλιάζουμε από τους Ελληνικούς λόγους γιατί αυτοί είναι σαν τους δαυλούς που δεν έχουν πλέον την φωτεινότητα του πυρός αλλά καπνίζουν και μαυρίζουν όσους τους ακουμπούν και δακρύζουν τα μάτια όσων πλησιάζουν» (εις Ησαϊαν 7,196,1-9). Στο ίδιο ύφος με τον «μεγάλο» ιεράρχη Βασίλειο ακόμη ένας μεγάλος της ορθοδοξίας ο «μέγας» Αθανάσιος στον «Λόγο κατά Ελλήνων» αλλά και στο «περί ενανθρωπήσεως» θα εκφράζει και αυτός τον αποτροπιασμό των χριστιανών έναντι των Ελλήνων: «το μυαρόν γένος των Ελλήνων… οι ψευάμενοι Έλληνες», αλλά και την απέχθειά του έναντι στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία: «των Ελλήνων σοφία ο Θεός κατήργησε …μετά την έλευση του Σωτήρος η σοφία των Ελλήνων κατηργήθη και η λιγοστή που απέμεινε εξαφανίζεται» (Λόγος περί ενανθρωπήσεως), επαναλαμβάνοντας αυτούσιες τις θέσεις που διατυπώνονται στο «εις τον άγιον Ιωάννην τον απόστολο κι ευαγγελιστή» (59,370,7-11) τον μεγάλο της ορθοδοξίας εχθρό του Ελληνισμού, που λέγει τα εξής εκπληκτικά που δείχνουν την απέχθεια και το μίσος του για τον Ελληνικό Πολιτισμό: «Αν κυττάξεις στα ενδότερα των Ελλήνων θα δεις τέφρα και σκόνη και τίποτα υγιές, αλλά σαν τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας αυτών γεμάτος ακαθαρσίες και πύον και τα δόγματά τους γεμάτα σκουλήκια… εμείς δεν παραιτούμαστε της κατ’ αυτών μάχης», χωρίο που η ελληνόγλωσση εκκλησία διατηρεί αυτούσιο στους αφορισμούς και κατάρες κατά Ελλήνων που ψάλλονται την Κυριακή της ορθοδοξίας!  Για την υποτιθέμενη προσφορά του χριστιανισμού στην διάσωση των αρχαίων συγγραμμάτων, λεκτέο ότι η μονή Πάτμου, κτισμένη στα λείψανα του υπερλάμπρου ναού αφιερωμένου στην Σκυθία Αρτέμιδα, κατηγορήθηκε ότι πρωτοστάτησε στο αρχαιοεμπόριο (μαζί με αυτή του Άθωνος). Το 1801 ο ηγούμενος τής μονής Πάτμου, αφού δωροδοκήθηκε από τούς Άγγλους, τούς παρέδωσε πανάρχαια χειρόγραφα, μεταξύ των οποίων κι έναν πλατωνικό διάλογο. Τις μονές Πάτμου και Άθωνος στιγματίζει και ο Αδαμάντιος Κοραής, ότι «εγύμνωσαν όλην την Ελλάδα από τα πολύτιμά της αρχαία συγγράμματα» (Προλεγόμενα στην έκδοση τού Ισοκράτους, 1807).

Γιατί η Αναγέννηση δεν έγινε στο Βυζάντιο – γιατί έγινε στην Δύση

«Αναγέννηση» σημαίνει ότι ξαναγεννιέται κάτι που πέθανε. Αυτό που πέθανε ήταν η ελευθερία, και κυρίως η ελευθερία εκφράσεως του ανθρώπου. Δηλαδή το να τολμά, το ανθρώπινο πνεύμα, χωρίς εσωτερικές ή εξωτερικές αναστολές, να σκέπτεται, να εκφράζεται και να διαλέγεται ελεύθερα. Αυτό είχε χαθεί με τον Μεσαίωνα σε Ανατολή και Δύση, και αυτό επιτεύχθηκε με την Αναγέννηση στην Δύση και φαίνεται από την φιλοσοφική σκέψη και την τέχνη, την στιγμή που η Ανατολή έμπαινε συνειδητά βαθύτερα σε αυτόν.

Η εποχή από τον Θεοδόσιο ως τον Ιουστινιανό (πρώιμος Μεσαίωνας – έως 8ος αι.), έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό: Την απαγόρευση της αρχαίας λατρείας και όλων των άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων, ακόμα και των διαφορετικών εκφράσεων του Χριστιανισμού. Με τον Ιουστινιανό όμως, που ξεκινάει και η εποχή που αποκαλούμε Μεσαίωνα, πέρα από τις αυστηρές και εντεινόμενες απαγορεύσεις, έχουμε την όλο και περισσότερο ταύτιση της εκκλησίας με το κράτος και τον υποχρεωτικό εκχριστιανισμό όλων, ακόμα και των νηπίων, το κλείσιμο της Ακαδημίας των Αθηνων και το κάψιμο των βιβλίων του Κέλσου, του Πορφυρίου και του Ιουλιανού (που έγιναν νωρίτερα). Έτσι, εξαφανίζεται υποχρεωτικά κάθε άλλη σκέψη και άποψη αντιρρητική ως προς τον χριστιανισμό, ενώ κάθε διαφορετική θεώρηση ακόμα και μέσα στον χριστιανισμό, πατάσσεται αυστηρά σαν αίρεση. Αδίστακτη χρήση βίας έγινε και στην Δύση, με τον αιματηρό εκχριστιανισμό των παγανιστών, που κατά μίαν άποψη έδωσε σε κάποιον βαθμό και μια πολιτική σταθερότητα στον Μεσαίωνα.

Από την Μέση Βυζαντινή εποχή και πέρα έχουμε τα γνωστά χαρακτηριστικά του Βυζαντίου: οριστική απομάκρυνση από την Ύστερη Αρχαιότητα, ακολουθεί η Εικονομαχία, αλλά κρατιέται η κρατική δομή και η Εκκλησία βγαίνει κερδισμένη και απόλυτος κυρίαρχος, που ελέγχει από εδώ και πέρα όλο και περισσότερο την κρατική – κοσμική εξουσία.

Στην Δύση, οι ανακατατάξεις δημιούργησαν μια κατακερματισμένη πολιτική σκηνή με πολλούς ηγεμόνες, και έτσι η Εκκλησία αν και έπαιξε έναν συνδετικό ρόλο στον πνευματικό τομέα, δεν είχε την απόλυτη και ξεκάθαρη εξουσία που είχε στην Ανατολή, όσο και αν το προσπάθησε. Η αποδυνάμωση της εκκλησίας στην Δύση έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο στην Αναγέννηση.

Ως προς την αρχαία ελληνική γραμματεία, στην Ανατολή λόγω της ελληνικής γλώσσης, υπήρχε μεγαλύτερη εξοικείωση με την αρχαία ελληνική γραμματεία, μόνο που, όπως πρότειναν και οι πατέρες της εκκλησίας, δεν τους ενδιέφεραν οι «σαθρές» Ελληνικές ιδέες, αλλά έπρεπε να επιλέγουν όσα ήσαν συμβατά με την χριστιανική πίστη, και επίσης τους ενδιέφερε η «καλλιέργεια της γλώσσης» («Τα βιβλία των Ελλήνων τα διέσωζαν οι πατέρες μας για χάρη της γλώσσας και για να ελέγχουν τον παραλογισμό των Ελλήνων…» , βλ. Γεννάδιος).

Στην Δύση, αντίθετα, δεν τους ενδιέφερε καθόλου η ελληνική γλώσσα, αλλά η ουσία των κειμένων των αρχαίων φιλοσόφων και πώς θα χρησιμοποιούσαν την ουσία αυτή σαν επιχείρημα στην θεολογία τους αρχικά (Αυγουστίνος, Θωμάς Ακινάτης κ.ά.), αλλά αργότερα σταδιακά δούλεψε και στην υπέρβαση ή και αναίρεσή της. Από τους σκοτεινούς χρόνους του Πρωίμου Μεσαίωνος που η γνώση ήταν στα χέρια της Εκκλησίας, η Δύση πέρασε νωρίς στην «Αναγέννηση» του Καρλομάγνου, και έτσι η γνώση μπόρεσε να διαχυθεί και να δημιουργήσει θεσμούς πραγματικής παιδείας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Καρλομάγνος δημιούργησε το «Πανεπιστήμιο του Παλατίνου», στο Άαχεν στα σύνορα της σημερινής Γερμανίας με την Ολλανδία και το Βέλγιο. Επίσης δημιούργησε νέα σχολεία σε όλη την επικράτεια, εξηρτημένα μεν από καθεδρικούς ναούς, στις κυριότερες πόλεις, αφού οι πρώτοι καθηγητές ήταν εκ των πραγμάτων ιερωμένοι, αλλά εκτός της εκκλησίας και με την διαρκή αιγίδα της πολιτείας, κάτι που θα βοηθήσει αργότερα την ανεξαρτησία τους. Ο Καρλομάγνος πέτυχε αφενός την πρώτη πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης και αφετέρου αυτό που θα χαρακτηρίζαμε «πρώιμο διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους» στην Δύση, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας μακράς περιόδου ως την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό.

Την διάδοση της Ελληνικής Σκέψεως στην Δύση που οδήγησε στην Αναγέννηση οφείλουμε όχι στους ορθοδόξους χριστιανούς μοναχούς, όπως η παραχαραγμένη από το μεταβυζαντινό υβρίδιο νεοελληνική Ιστορία διδάσκει, αλλά στους Άραβες φιλοσόφους και λογίους ! Στην αραβική φιλοσοφία (9ος-12ος αιώνας) και επίδρασή της οφείλουμε την μεταλαμπάδευση της Ελληνικής Γνώσης στην Δύση, που απετέλεσε τον προθάλαμο για την είσοδο στην νέα εποχή της Αναγεννήσεως και του Διαφωτισμού. Μεταξύ του 7ου και του 12ου αιώνος, έχουμε μια άνθηση στον αραβικό πολιτισμό που ξεκίνησε από το Χαλιφάτο των Αββασιδών και προήλθε από την αφομοίωση πολιτισμικών στοιχείων των λαών που είχαν κατακτήσει, κυρίως των νεστοριανών χριστιανών πρώην βυζαντινών της σχολής της Συρίας. Σύριοι και Άραβες μεταφραστές, μετέφραζαν από τα Συριακά στα Αραβικά, ό,τι θεωρούσαν ότι δεν βλάπτει το δόγμα τους (φιλοσοφία, φυσικές επιστήμες, ιατρική, μαθηματικά), και ακολούθησαν νέες αραβικές μεταγραφές που διεδόθησαν σε όσες μουσουλμανικές χώρες υπήρχε ανεπτυγμένη παιδεία. Ο σπουδαιότερος μεταφραστής και σχολιαστής ήταν ο Hunain Ibn Ishaq (809- 873) στην Βαγδάτη. Το βασικό κέντρο μεταφράσεως των αραβικών συγγραμμάτων, έγινε το μοναστήρι Santa Maria de Ripoll στην Βόρειο Ισπανία, αμέσως μετά την παράδοση του Τολέδο (ισχυρό οχυρό και κέντρο αραβικού πολιτισμού) στους Ισπανούς το 1085. Ακολούθησαν οι (Αριστοτελικοί κυρίως) Άραβες φιλόσοφοι: Alfarabi (872 – 950), Avicenna (980-1037), Αβερρόης (1126 – 1198). Επίσης οι εβραίοι φιλόσοφοι Μαϊμονίδης (1135-1204) και ο εβραίος νεοπλατωνιστής φιλόσοφος Αβικέβρων. [πηγή: ανάλυση ανωνύμου συγγραφέα με τίτλο «Η φιλοσοφική σκέψη στον Δυτικό Μεσαίωνα – Γιατί η Αναγέννηση έγινε στην Δύση»]

Κατά τον 9ο και τον 10ο αι. πλήθος χειρογράφων είχε μεταφρασθεί από τα Ελληνικά στα Αραβικά [E. Grant, Οι Φυσικὲς Ἐπιστῆμες τον Μεσαίωνα, Πανεπ. ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 1994, σελ. 6-25, Wikipedia.]. Ωστόσο οι λατινικές μεταφράσεις των έργων των αρχαίων Ελλήνων ήταν συχνά διαστρεβλωμένες, και αυτό οφειλόταν στο ότι η διαδικασία της μεταφράεως ενός έργου ήταν περίπλοκη, αφού το έργο αυτό δεν μεταφραζόταν απευθείας από τα ελληνικά στα αραβικά και μετά στα λατινικά, αλλά περνούσε από μία σειρά γλωσσών όπως π.χ. από Ελληνικά στα Συριακά, μετά στα Αραβικά, στα Ισπανικά και τέλος στα Λατινικά. Έτσι στην Δύση αρχίζουν να συνθέτουν δειλά – δειλά δικά τους επιστημονικά εγχειρίδια, τα οποία ήταν σαφώς κατώτερα από τα αντίστοιχα Ελληνικά, αφού τα περισσότερα προέρχονταν από λογοκλοπή και χαρακτηρίζονταν από ασάφειες και λάθη στην μετάφραση από τα αραβικά. Μάλιστα οφείλουμε να εκτιμήσουμε το γεγονός ότι, έχοντας επίγνωση της ανεπαρκείας τους οι Λατίνοι κατά τον 12ον αι. μετέφραζαν σωρηδόν από τα αραβικά στα λατινικά τα χειρόγραφα που έφθαναν σε αυτούς. Παρ’ όλα αυτά έγιναν σημαντικές προσπάθειες στον τομέα της επιστήμης και δε θα ήταν υπερβολική η άποψη ότι αξίζουν συγχαρητήρια στους Λατίνους για την προσπάθειά τους να περισώσουν και να διαδώσουν την Αρχαία Ελληνική Γνώση. [Wikipedia, Φυσικές επιστήμες στο Βυζάντιο]

Έτσι φθάνουμε ως τον 13ο αιώνα περίπου, την εποχή που έγινε η δεύτερη αντίστοιχη προσπάθεια «Αναγεννήσεως» στο Βυζάντιο που λέγεται και «Παλαιολόγεια Αναγέννηση» χωρίς καμμιά απολύτως επιτυχία, παρά τις δύο προσπάθειες που έγιναν τον 10ο και 13ο αιώνα. Αντίθετα στην Δύση έχουμε ένα οργασμό στην διανόηση (13ος-15ος αιώνας). Τότε ξέσπασε στο Βυζάντιο μια τρομερή διαμάχη μεταξύ «λογικών» και «ησυχαστών». Οι πρώτοι ήταν οπαδοί της δυνατότητος της λογικής να κατανοήσει την πραγματικότητα, ενώ οι ησυχαστές υποστήριζαν ότι μόνο με τον διαλογισμό και με την φώτιση του «ακτίστου φωτός» μπορεί να γίνει γνωστή η αλήθεια. Η έριδα έληξε αφού ο αυτοκράτορας πήρε την θέση των ησυχαστών! Τους ησυχαστές επικύρωσε η απόφαση της Συνόδου, που προέκρινε την προσευχή εις βάρος της λογικής (!) και που επιβεβαιώθηκε δέκα χρόνια αργότερα (1351). Ήταν και η οριστική ταφόπλακα της δεύτερης προσπάθειας στο Βυζάντιο για μια στοιχειώδη Αναγέννηση. Αυτό θα ενισχύσει και την υπάρχουσα αντιδυτική υστερία και θα βοηθήσει στην ξεκάθαρη στροφή του Βυζαντίου προς τον Σουλτάνο, που θα καταλήξει στην ιστορική φράση Νοταρά «κάλλιο τουρκικό σαρίκι, παρά φράγκικο φακιόλι» και την παράδοση της Κωνσταντινουπόλεως στους οθωμανούς από τους ανθενωτικούς χριστιανούς ορθόδοξους στις 29 Μαΐου 1453.

Την κατάληξη της «αναγεννήσεως» της ορθόδοξης ανατολικής εκκλησίας είχε και η τελευταία προσπάθεια για μια στοιχειώδη «αναγέννηση» στο ισλάμ κυρίως από τις ιδέες του κορυφαίου Άραβος φιλοσόφου Αβερρόη (1126 – 1198), που ήταν σχολιαστής του Αριστοτέλους τον οποίο και λάτρευε. Ο ίδιος ο Αβερρόης κυνηγήθηκε βίαια από τον θρησκευτικό μουσουλμανικό σκοταδισμό που κατέστρεψε τα βιβλία του και τον φυλάκισε. Ήταν η τελευταία προσπάθεια για Αναγέννηση στο Ισλάμ και απέτυχε οικτρά. Οι φιλόσοφοι διώχθηκαν και η φιλοσοφία έπαψε να διδάσκεται, ως αντίθετη με τον λόγο του Αλλάχ. Έκτοτε το ισλάμ βούλιαξε σε διαρκή πνευματικό Μεσαίωνα, στον οποίο παραμένει βυθισμένο ως σήμερα.

Στην Δύση αντίθετα τα πράγματα είχαν πάρει τον δρόμο τους, αν και ο παπικός σκοταδισμός δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη. Μετά την Αναγέννηση η Ευρώπη βίωσε το κύκνειο άσμα του παπικού σκοταδισμού, τόσο στην Μεταρρύθμιση, όσο και στην αρχή της επιστημονικής εκρήξεως που έγινε, με την δράση της «ιεράς Εξετάσεως». Το παιχνίδι όμως είχε χαθεί για την «αγία» έδρα · εμφανίσθηκαν νέοι φιλόσοφοι όπως ο Καρτέσιος και ο Σπινόζα, ο στοχασμός ελευθερώθηκε, η έλευση του Διαφωτισμού ξεκαθάρισε το τοπίο και περιόρισε την εκκλησία στο χωράφι της και μόνον. Στον αντίποδα, η ανατολική του Χριστού εκκλησία αφορίζει τους διανοητές της ενσαρκώσεως του Διαφωτισμού. «Ὁ πατριαρχικὸς ἀφορισμός τοῦ 1793 (Νεόφυτος Β΄) συμπεριελάμβανε «τοὺς Βολταίρους καὶ Φρανκμαζόνας καὶ Ροσσοὺς καὶ Σπινόζας» –τοὺς πρωτεργάτες δηλαδὴ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως.» (πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 30/3/2012, «ο τεκτονισμός εις την καθ’ ημάς Ανατολήν», του πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, ομοτίμου καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών). Η απόφαση αφορισμού του Διαφωτισμού και, ιδίως, του Βολταίρου, καθόλου τυχαία δεν ήταν. Ο ιστορικός και φιλόσοφος Βολταίρος, ήταν διάσημος για τις επιθέσεις του εις βάρος της καθολικής εκκλησίας και την υπεράσπιση της ανεξιθρησκίας, της ελευθερίας του λόγου και του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους, καθώς επίσης υπήρξε κορυφαίος εκπρόσωπος του ντεϊσμού, της φιλοσοφικής απόψεως ότι η λογική, παρά η θεία αποκάλυψη πρέπει να τοποθετούνται στην βάση της πίστεώς μας στον θεό (Wikipedia). Οι απόψεις Βολταίρου, ιδίως για τον διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, ήταν για την ανατολική του Χριστού ορθόδοξη εκκλησία κίνδυνος – θάνατος, λόγος για τον οποίο το πατριαρχείο προχώρησε στον αφορισμό του. [28 χρόνια μετά τον αφορισμό της γαλλικής Επαναστάσεως ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ προχώρησε στον αφορισμό του πατριαρχείου κατά της Φιλικής Εταιρείας και του κινήματος Αλεξάνδρου Υψηλάντου και Μιχαήλ Σούτσου. Έτσι μετά την γαλλική Επανάσταση το πατριαρχείο αφόρισε και την επανάσταση των Ελλήνων κατά της οθωμανικής Πύλης. Την απόφαση για αφορισμό την έλαβε σώμα 72 εκπροσώπων της ρωμιοσύνης της Κωνσταντινουπόλεως μεταξύ των οποίων ιερείς και πολιτικοί]

Ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους στην Δύση, ήδη από τον Μεσαίωνα, ήταν η πραγματική αιτία που η Αναγέννηση έγινε στην Δύση. Ακολούθησε ο Διαφωτισμός. Με τον Διαφωτισμό έχουμε και την ολοκλήρωση του έργου της Αναγεννήσεως και της εξαιρετικής και επίπονης αυτής προσπάθειας που έγινε μέσα στον Μεσαίωνα και ελευθέρωσε το ανθρώπινο πνεύμα από τα δεσμά του φόβου και του σκότους της χριστιανικής αγνοίας. [Με αναφορές στην εξαιρετική ανάλυση ανωνύμου συγγραφέως με τίτλο «Η φιλοσοφική σκέψη στον Δυτικό Μεσαίωνα – Γιατί η Αναγέννηση έγινε στην Δύση», την μελέτη της οποίας συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όλους.]

[Δύο από τα σημαντικότερα γεγονότα στην Ιστορία της ανθρωπότητος συνέβησαν στις 14 Οκτ. 1529 και στις 11 Σεπτ. 1683. Είναι η πρώτη και δεύτερη αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης από τους Τούρκους. Είναι δύο ιστορικές ημερομηνίες για την Ευρώπη και για τον Δυτικό πολιτισμό, που έπαιξαν ρόλο καθοριστικό στο να είμαστε σήμερα αυτοί που είμαστε. Αν η οθωμανική θεοκρατία του ισλάμ κατελάμβανε το «κόκκινο μήλο» όπως ο πολιορκητής Σουλεϊμάν αποκαλούσε την ηρωικά αμυνομένη Βιέννη, εάν το βάρβαρο ισλάμ της πολιτισμικής ενδείας περνούσε τα τείχη της Βιέννης, αν οι απολίτιστοι Τούρκοι, το έθνος – ντροπή του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού που στο διάβα του μόνο έσφαξε, έκαψε και γκρέμισε χωρίς τίποτα ποτέ να αφήσει πίσω του που να θυμίζει το πέρασμά τους, αν τα τείχη της Βιέννης δεν άντεχαν, αν οι Βιεννέζοι λαγουμιτζήδες δεν έδιναν ηρωικές μάχες στα έγκατα της γης αποτρέποντας την ανατίναξη των τειχών από τις ορδές των 5.000 οθωμανών λαγουμιτζήδων, αν ο (κακός) καιρός δεν ήταν με το μέρος της Δύσεως μουλιάζοντας την τουρκική πυρίτιδα κάτω από τα βιενέζικα τείχη, οι Τούρκοι θα είχαν καταλάβει όλη την Ευρώπη μέχρι τις όχθες του Ρήνου, και το θαύμα της Αναγεννήσεως (και στην συνέχεια του Διαφωτισμού και της Βιομηχανικής Επαναστάσεως) ουδέποτε θα είχε συμβεί· σήμερα δεν θα ήμασταν εδώ που είμαστε ούτε αυτοί που είμαστε. Η απόκρουση της πρώτης και δεύτερης πολιορκίας της Βιέννης από τις ορδές των βαρβάρων έσωσε την Ευρώπη από την μουσουλμανική δουλεία και τον πολιτισμικό μαρασμό. Η 11η Σεπτεμβρίου 1683 είναι ημέρα μνήμης: η ημέρα που το βάρβαρο ισλάμ ηττήθηκε στα τείχη της Βιέννης. Έτσι και η επιλογή της ημερομηνίας 11/9 για το χτύπημα στους Δίδυμους της Νέας Υόρκης καθόλου τυχαία δεν ήταν. Επελέγη από την Αλ Κάιντα συμβολικά λόγω της ήττας του ισλάμ στην Βιέννη στις 11/9/1683. Η Μάχη της Βιέννης είναι η δεύτερη σε σπουδαιότητα που όρισε την μοίρα της Δύσεως και, κατ’ επέκταση, της ανθρωπότητας όλης. Η πρώτη είναι η Μάχη του Μαραθώνος, ανάμεσα σε 6.000 ηρωικούς Αθηναίους και στα μιλιούνια των βαρβάρων που συγκροτούσαν τον στρατό των Περσών εισβολέων. Η ηρωική νίκη των Αθηναίων όρισε το μέλλον της κλασικής Ελλάδος και, κατ’ επέκταση, της Ευρώπης και του Δυτικού Πολιτισμού.]

Ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειας των Λατίνων μεταφραστών της μεταφράσεως των Ελληνικών Γραφών από τα αραβικά, που μεταλαμπάδευσαν στην Δύση όση Ελληνική Σκέψη γλύτωσε από το ανθελληνικό μένος του Βυζαντίου, που οδήγησε στην επιστημονική επανάσταση του 16ου αι. μετά από στασιμότητα 15 αιώνων. Έτσι η Αρχαία Ελληνική Διανόηση ήλθε και πάλι στο προσκήνιο με την Αναγέννηση, που σηματοδότησε την έξοδο της ανθρωπότητος από την μοιρολατρία και στην παθητικότητα του μεσσιανικού χριστιανικού σκοταδισμού. Και κάπως έτσι φθάσαμε στην εκβιομηχάνιση στην Μεγάλη Βρετανία, κάπου στα μέσα του 16ου αι.

Ως κατακλείδα της έρευνας αυτής στο χριστιανικό έρεβος του Μεσαίωνος, κρατώ τα λόγια της Maria Dzielska: «Η καταστροφή της Βιβλιοθήκης και η δολοφονία της Υπατίας ταιριάζει τέλεια με την θεωρία τού Gibbon ότι η εμφάνιση και εξάπλωση του χριστιανισμού υπήρξε ο αποφασιστικός παράγοντας που επέφερε την πτώση τού Ελληνικού Πολιτισμού.»

Από την Αρχαία Ελληνική Γνώση διεσώθη μόνον το 2,5%. Αν οι εκατοντάδες χιλιάδες τόμοι τής Βιβλιοθήκης, είχαν διασωθεί, είναι σίγουρο ότι η Ιστορία της ανθρωπότητος θα ήταν τελείως διαφορετική.

 
(Visited 111 times, 1 visits today)




Leave a Reply