Γιὰ νὰ μὴν πέσῃ στὰ χέρια τοῦ Βελουχιώτη

24 Σεπτεμβρίου 1944, στὸ Κάστρο τῆς Πύλου.
Αὐτοκτονία τοῦ ταγματάρχου Παναγιώτη Στούπα.
Τέλος τῶν Ταγμάτων Ἀσφαλείας (ΤΑ) στὴν Μεσσηνία!

Ὁ Ταγματάρχης Παναγιώτης Στούπας

*Ἐλιθάσθησαν, ἐπριονίσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον”
(Ἄπ. Παύλου πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή)

Μετὰ τὴν ἧττα τοῦ Τάγματος Ἀσφαλείας στοὺς Γαργαλιάνους στὶς 22 Σεπτεμβρίου, γύρω στοὺς 250-300 ὀπλίτες διέφυγαν μέσῳ Σφακτηρίας στὴν Πύλο, στὸ Κάστρο της, ὅπου ἡνώθησαν μὲ τὸν ἐκεῖ λόχο τοῦ Τάγματος, δυνάμεως 250 περίπου ἀνδρῶν. Σὲ συσκέψεις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ταγμάτων Ἀσφαλείας καὶ προσωπικοτήτων τῆς πόλεως, ἡ πλειοψηφία ἐτάχθη κατὰ τῆς συνεχίσεως τῆς μάχης μὲ τὸν ΕΛΑΣ. Τὴν ἑπομένη, 23ην Σεπτεμβρίου, Ἐπιτροπὴ κατοίκων τῆς Πύλου συνηντήθη στὸ χωριὸ Γλυφάδα μὲ καπετάνιους τοῦ ΕΛΑΣ καὶ ἠγέτες τοῦ ΕΑΜ Μεσσηνίας καὶ συνεφώνησαν ὅτι ἐὰν «τὸ Τάγμα Ἀσφαλείας δὲν προβάλῃ ἀντίσταση, παραδίδοντας τὰ ὅπλα του, δὲν θὰ γίνουν ἐκτελέσεις ταγματασφαλιτῶν ἢ ἀμάχων, οὔτε πλιάτσικο ἢ ἐμπρησμοὶ σπιτιῶν στὴν Πύλο».

Ἡ συμφωνία ἐπαρουσιάσθη στὴν συνέχεια ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Πύλου στὸν Στούπα, ὁ ὁποῖος ἐπεφυλάχθη νὰ ἀπαντήσῃ. Οἱ ἐντόπιοι ταγματασφαλίτες, πληροφορηθέντες τὴν συμφωνία, ἐγκατέλειψαν τὶς θέσεις τους κι ἀνεχώρησαν γιὰ τὰ σπίτια τους. Τὸ ἐπόμενο πρωϊνό, 24 Σεπτεμβρίου, ὁ Στούπας, ἀφοῦ ἐνημέρωσε τοὺς συνεργάτες του καὶ συνεβούλευσε κάποιους νὰ φροντίσουν νὰ ἐξαφανισθοῦν, καθὼς δὲν ἐμπιστεύετο τὸ ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ὅτι θὰ τηροῦσε τὴν συμφωνία, ἀνεκοίνωσε τὴν ἀπόφασή του τὸ Τάγμα Ἀσφαλείας νὰ παραδόσῃ τὰ ὅπλα του στὸν ΕΛΑΣ.

– «Δὲν θέλω νὰ κλάψουν ἄλλες μάννες», εἶπε στοὺς πιστοὺς συντρόφους του.

{Σὲ ἐπομένη δημοσίευση θὰ φανῇ ὅτι τὸ ΕΑΜ/ΕΛΑΣ δὲν ἐκράτησε τὸν λόγου του, ἀφοῦ λυντσάρισε κατοίκους τῆς Πύλου, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἦσαν καὶ μέλη τῆς παραπάνω ἐπιτροπῆς!)

Ἐδῶ, παραθέτω λίγα στοιχεία ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ ταγματάρχου Στούπα καὶ αὐτὰ ποὺ ἐπηκολούθησαν στὸ Κάστρο τῆς Πύλου, ἀπὸ τὸ ἔργο μου:  «ΜΑΤΩΜΕΝΕΣ ΜΝΗΜΕΣ 1940-45»:

«…Στὴν συνέχεια, διέταξε νὰ ἀνοίξουν οἱ πύλες τοῦ Κάστρου γιὰ νὰ μποῦν οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ. Ἐκείνην τὴν στιγμή, μερικοί ἀπὸ τοὺς πιὸ παλαιοὺς συντρόφους τοῦ Στούπα δυσανασχέτησαν, κι ἐχρειάσθη νὰ τοὺς μιλήσῃ ὁ ἴδιος, ὥστε νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ἰδέα τῆς ἐνόπλου ἀντιστάσεως. Ἀπὸ δύο τοὐλάχιστον συντρόφους του -τὸν ὑπασπιστή του Δαρδελάκο καὶ τὸν Τάκη Κάππο- ἐζήτησε ὁ ἴδιος νὰ φύγουν ἀπὸ τὸ Κάστρο, γιὰ νὰ μὴν συλληφθοῦν ἀπὸ τὸν ΕΛΑΣ. Καὶ οἱ δύο, μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ πίεση τοῦ ἀρχηγοῦ τους, ἐγκατέλειψαν τὸ Κάστρο ἀλλὰ οἱ ἀντάρτες τοὺς συνέλαβαν στὴν πόλη τῆς Πύλου καὶ τοὺς ἔφεραν πίσω

Δὲν ἐπέρασε πολλὴ ὥρα ἀπὸν τὴν στιγμὴ ποὺ ἄνοιξαν οἱ πύλες τοῦ Κάστρου, καί ἐμφανίσθηκαν οἱ πρῶτοι ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ νὰ πλησιάζουν. […]
Ὁ ἴδιος ὁ Στούπας εὑρίσκετο κοντὰ στὴν πύλη τοῦ Κάστρου, δεξιὰ ὅπως μπαίνουμε, ἔξω ἀπὸ ἕνα μικρὸ γραφεῖο τῆς φρουρᾶς. Καθόταν σὲ μίαν καρέκλα, πίσω ἀπὸ ἕνα ἁπλὸ τραπέζι, ἐπάνω στὸ ὁποῖο εἶχε ἀποθέῃ τὸ πηλίκιό του καὶ τὸ πιστόλι του. Ἀριστερὰ ὅπως μπαίνουμε, καὶ σὲ ἀπόσταση 20-25 μέτρων ἀπὸ αὐτόν ἦσαν ἀκροβολισμένοι οἱ ὁπλίτες τοῦ Τάγματος ἀσύντακτοι, καθὼς καὶ οἱ ἄμαχοι, γύρω στὰ 500 ἄτομα ὅλοι μαζύ.
Χωρὶς προειδοποίηση, καὶ χωρὶς νὰ πῇ κάποιαν λέξη, σὲ μίαν στιγμὴ πῆρε στὸ χέρι τὸ πιστόλι του καὶ πυροβολήθηκε στὸν κρόταφο.

Τὸ σῶμα του παρέμεινε καθισμένο στὴν καρέκλα, καὶ ἐκεῖ τό βρῆκε ὁ Πέρδικας, ὁ πρῶτος ἀντάρτης ποὺ μπῆκε στὸ Κάστρο, λίγα μόλις λεπτὰ μετὰ τὴν αὐτοκτονία τοῦ Στούπα.

Μὴν εἴδατε τὸν ἀρχηγό, τὸν δόλιο ταγματάρχη
τοῦ παπα-Σπύρου τὸ παιδί, τῆς Λεύκης τὸ καμάρι
στὸν Ἀβαρίνο κοίτεται, στὸ Κάστρο μὲς τὴν μέση…

Ἡ εἴσοδος τοῦ Κάστρου τῆς Πύλου. Στὸ σημεῖο ποὺ εἶναι ἡ καρέκλα ηὐτοκτόνησε ὁ Στούπας.

Ὁ Πέρδικας, μπαίνοντας στὸ Κάστρο, χαιρετοῦσε κουνώντας καὶ τὰ δύο του χέρια, καὶ ἀποκαλοῦσε τοὺς ταγματασφαλίτες καὶ τοὺς ἀμάχους «ἀδέλφια». Ἀφοῦ πλησίασε τὸν νεκρὸ Στούπα, πῆρε ἀπὸ τὸ τραπέζι τὸ πηλίκιό του καὶ τὸ ἐφόρεσε. Μετά, ἔβγαλε ἀπὸ τὸν νεκρὸ τὸ χιτώνιό του, μὲ τὴν κορῶνα καὶ τὸ ἀστέρι τοῦ ταγματάρχου, καὶ τὸ ἐφόρεσε κι αὐτό. Τότε, ἐτράβηξε τὸ μαχαίρι του κι ἔδωσε 5-6 μαχαιριὲς στοὺς ὤμους καὶ στὸ στῆθος τοῦ νεκροῦ Στούπα! Τὸ ἑπόμενο διάστημα ὁ Πέρδικας κυκλοφοροῦσε μὲ τὸ καπέλλο καὶ τὸ χιτώνιο τοῦ Στούπα.

Οἱ μαχαιριὲς τοῦ Πέρδικα δὲν ἦσαν ἡ τελευταία προσβολὴ ποὺ ὑπέφερε ὁ νεκρὸς Στούπας. Τὸ μῖσος ποὺ ἔτρεφαν ἐναντίον του οἱ καπετάνιοι τοῦ ΕΛΑΣ ἦταν πολὺ μεγάλο. Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν κατωτέρω διήγηση τοῦ συμπατριώτου του Στάθη Ἀθανασοπούλου, ποὺ ἐβοήθησε χρόνια ἀργότερα στὴν ἀνεύρεση καὶ ἀνακομιδὴ στὸ χωριό του τῶν ὀστῶν τοῦ ἀτυοχοῦς ταγματάρχου οἱ ἀντάρτες τοῦ εἶχαν ἀφαιρέσῃ τὰ χρυσὰ δόντια του καὶ τοῦ εἶχαν σπάσῃ τὰ κόκκαλα τῶν χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν του! Ὅλα αὐτὰ ἐνῶ ἦταν ἤδη νεκρός!

Ἰδοῦ τὶ θυμᾶται ὁ Στάθης Ἀθανασόπουλος:

«… Λίγα χρόνια μετὰ τὴν μάχη στοὺς Γαργαλιάνους καὶ τὰ γεγονότα ποὺ ἐπηκολούθησαν, μαζὺ μὲ τοὺς συγχωριανούς μου ἀπὸ τὴν Λεύκη, Κώστα Χρυσομπόλη, Τάκη Ἀντωνόπουλο καὶ τὸν Σταμάτη Στούπα, συνοδεύσαμε τὴν ἀδελφὴ τοῦ Παναγιώτη Στούπα, τὴν Ντίνα, στὴν Πύλο νὰ βροῦμε τά ὀστᾶ τοῦ ταγματάρχου. Πήγαμε στὸ Κάστρο, ὅπου οἱ ἀντάρτες εἶχαν ἐκτελέσῃ πολλοὺς τὸ 1944 καὶ εἶχαν ῥίξῃ τὰ πτώματά τους σὲ λάκκους, ποὺ χρησιμοποιοῦντο γιὰ βάσεις τῶν πυροβόλων καὶ σὲ ἕνα νταμάρι.
Κοντὰ στὸ σημεῖο ποὺ εἶχε αὐτοκτονήσῃ ὁ Στούπας ὑπῆρχε ἕνας λάκκος γιὰ ἀντιαεροπορικὸ πυροβόλο. Ἐκεῖ πέταξαν οἱ ἀντάρτες τὸ πτῶμα τοῦ Στούπα καὶ τὸ ἐσκέπασαν μὲ πέτρες, ποὺ χρησιμοποιοῦντο γιὰ τὰ ἀσβεστοκάμινα.

Πήγαμε ἐκεῖ, βρήκαμε τὸν λάκκο καὶ ἀρχίσαμε νὰ σηκώνουμε τὶς πέτρες, ἕως ποὺ φθάσαμε στὸ πτῶμα. Ἡ ἀδελφὴτοῦ Στούπα μᾶς εἶπε τότε πῶς θὰ ἀναγνωρίσουμε τά ὀστά του:
– «Ὁ ἀδελφός μου εἶναι αὐτὸς ποὺ στὸ χέρι του ἔχει ἕνα βλῆμα. Στὸ χέρι τοῦ ἀδελφοῦ μου εἶχε μείνῃ μέσα μία σφαίρα ἀπὸ τὸν πόλεμο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας».
Πράγματι ἀναγνωρίσαμε τὸ πτῶμα τοῦ Ταγματάρχου ἀπὸ τὸ βλῆμα στὸ χέρι του. Οἱ ἀντάρτες τοῦ εἶχαν βγάλῃ τὰ χρυσᾶ δόντια, ποὺ εἶχε καὶ στὶς δύο ὀδοντοστοιχίες του. Ἐπίσης τοῦ εἶχαν σπάσῃ ἐντελῶς τὰ κόκκαλα τῶν χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν του, παρὰ τὸ ὅτι εἶχε αὐτοκτονήσῃ πρὶν τὸν συλλάβουν…».

Οἱ ἀντάρτες διέταξαν τοὺς ταγματασφαλίτες νὰ συνταχθοῦν σὲ πεντάδες. Οἱ ἄνδρες κάθε πεντάδος προχωροῦσαν μπροστα κι ἄφηναν κάτω τὰ ὅπλα τους, ὅσοι τὰ κρατοῦσαν ἀκόμη. Ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς ὁδηγοῦσαν σὲ μίαν μικρὴ ἐκκλησία, στὴν μέση τοῦ Κάστρου. Ὅταν ἐγέμισε ἡ ἐκκλησία, τοὺς ὑπολοίπους τοὺς ἔκλεισαν σὲ παραπλήσιες αἴθουσες τοῦ Κάστρου. Στὶς ἴδιες αἴθουσες ἔκλεισαν καὶ τοὺς ἀμάχους. Ἐπηκολούθησε γενικὴ καὶ καθολικὴ λεηλασία τῶν κρατουμένων ἀπὸ τὰ ῥοῦχα τους, τὰ παπούτσια τους καὶ ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἔφεραν ἐπάνω τους, σταυρούς, ἀναπτῆρες, τσιγάρα, κ.λπ. Πολλὲς φορὲς ἐξέσπασαν τσακωμοὶ ἀνάμεσα στοὺς ἀντάρτες γιὰ παπούτσια ἢ χρυσαφικά. Αὐτό, γιὰ παράδειγμα, ἔγινε καὶ γιὰ τὶς μπότες τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Δαρδελάκου, γιὰ τὸ ποιὸς θὰ τὶς πάρῃ. Στὸ τέλος, ὅλοι σχεδὸν οἱ ταγματασφαλίτες, ἔμειναν μόνον μὲ τὰ ἐσώρουχά τους, καὶ ξυπόλητοι.

Στὴν ἐκκλησία αὐτὴν ἐντὸς τοῦ Κάστρου τῆς Πύλου ἐκλείσθησαν οἱ πιὸ πολλοὶ αἰχμάλωτοι ταγματασφαλίτες τοῦ Τάγματος Ἀσφαλείας Γαργαλιάνων. Ἐκεῖ τοὺς ὁμίλησε ὁ Βελουχιώτης.
Στὸ βάθος φαίνεται ἡ Σφακτηρία.

Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἰδίας ἡμέρας -τῆς 24ης Σεπτεμβρίου- οἱ ἀντάρτες διέταξαν ὅλους τοὺς κρατουμένους νὰ βγοῦν ἔξω ἀπὸ τούς χώρους κρατήσεως γιὰ νὰ χειροκροτήσουν τοὺς ἀντάρτες μιᾶς διλοχίας τοῦ ΕΛΑΣ, ποὺ θὰ ἔκανε παρέλαση ἐμπρός τους. Τὸ κωμικὸ ἢ τραγικὸ τῆς σκηνῆς, ἦταν ὅτι οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ φοροῦσαν τὰ ῥοῦχα ποὺ εἶχαν πάρῃ λίγες ὧρες πρὶν ἀπὸ τοὺς θεατές τους ταγματασφαλίτες!

Στὴν ἐκκλησία τοῦ Κάστρου, ποὺ κρατοῦντο οἱ αἰχμάλωτοι ταγματασφαλίτες, ἐπαρουσιάσθη κι ὁμίλησε ὁ Βελουχιώτης, ποὺ ἔφτασε ἐκεῖ καβαλλάρης μὲ τοὺς μαυροσκούφηδες ἀπὸ τοὺς Γαργαλιάνους. Σὲ αὐτὴν τὴν μικρὴ ἐκκλησία κατεβαίνει κάποιος μὲ σκαλιά, ἐπειδὴ τὸ δάπεδο εἶναι κάτω ἀπὸ τὸ ἔδαφος. Αὐτὸ τὸν ἱκανοποίησε. Ἐστάθη στὴν σκάλα καμαρωτός, ἐμπρὸς στοὺς αἰχμαλώτους ταγματασφαλίτες. Φώναξε τὸν ἀνθυπολοχαγὸ Δαρδελάκο νὰ παρουσιασθῇ ἐμπρός του καί, ὅταν αὐτὸς ἐπλησίασε μέσα ἀπὸ τὸ πλῆθος, ἄρχισε νὰ τὸν ἐπικρίνῃ μὲ δριμύτητα καὶ βαρειὲς ὕβρεις, ὡς προδότη καὶ συνεργάτη τῶν Γερμανῶν. Ὁ Δαρδελάκος τοῦ ἀντέτεινε ὅτι ὁ ΕΛΑΣ τοὺς κυνήγησε ὅταν ἦσαν μὲ τὸν ΕΣ στὸ βουνὸ καὶ τοὺς διέλυσε. Καί, ὅταν ἐπέστρεψαν στὰ σπίτια τους, δοκίμασαν νὰ τοὺς σκοτώσουν, μὴν ἀφήνοντας σὲ αὐτοὺς ἄλλην διέξοδο ἀπὸ τοὺς Γερμανούς. Ὁ Δαρδελάκος, στὴν Πύλο εἶχε παρόμοιο «διάλογο» καὶ μὲ τὸν ἔφεδρο ἀνθυπολοχαγὸ Μανώλη Μουρλᾶ, διοικητὴ λόχου τοῦ 8ου συντάγματος Λακωνίας. Στὴν Ἀλβανία, ὁ Δαρδελάκος, μὲ εὐθύβολες βολὲς πυροβόλων, εἶχε βγάλῃ τὴν διμοιρία τοῦ Μουρλᾶ ἀπὸ μίαν δύσκολη κατάσταση. Ὁ Δαρδελάκος ἐζήτησε τὴν προστασία τοῦ Μουρλᾶ, ἀλλὰ ἐκεῖνος τὸν ἐκύτταξε μόνον κι ἔφυγε, μὲ σκυμμένο κεφάλι, χωρὶς νὰ πῇ λέξη.

Τὸ πρωϊνὸ τῆς ἑπομένης ἡμέρας, 25ης Σεπτεμβρίου, οἱ ἀντάρτες διεχώρισαν τοὺς κρατουμένους σὲ δύο μεγάλες ὁμάδες. Στὴν μία ἦσαν ὅλοι οἱ ἄνδρες, ταγματασφαλίτες καὶ ἄμαχοι καί,ὶ στὴν ἄλλην, τὰ γυναικόπαιδα. Στὰ περισσότερα γυναικόπαιδα ἐπετράπῃ νὰ φύγουν τὴν ἰδίαν ἡμέρα. Ὅλοι οἱ ἄνδρες ἐπέρασαν ἕνας-ἕνας ἐμπρὸς ἀπὸ μίαν πενταμελῆ Ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἀπὸ στελέχη τοῦ ΕΑΜ/ΚΚΕ. Τρία ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἦσαν ἀπὸ τοὺς Γαργαλιάνους, προφανῶς ἐπειδὴ καὶ ἡ πλειοψηφία τῶν κρατουμένων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔκριναν, ἦσαν ἀπὸ ἐκεῖ.

Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἦταν ὁ Γιώργης Νικολόπουλος (Λαδᾶς), «Δήμαρχος» Γαργαλιάνων τοῦ ΕΑΜ, καὶ μέλη της ὁ Ἀλέκος Δημάκης καὶ ὁ Θανάσης Φωτόπουλος ἀπὸ τοὺς Γαργαλιάνους, ὁ Γεώργιος Ψαλίδας ἀπὸ τὴν Μεθώνη, καὶ ἕνας ἀπὸ τὴν Πύλο. Βλέπουμε δηλαδή, ὅτι ἐν ἀπουσίᾳ μάχης καὶ αὐτοδικιῶν μετὰ ἀπὸ  αὐτήν, οἱ ἀποφάσεις ζωῆς καὶ θανάτου ἐπέρασαν ἀπὸ τὸν ΕΛΑΣ στὰ «πολιτικά» στελέχη τοῦ ΕΑΜ/ΚΚΕ. Φυσικά, ἡ διαδικασία τοῦ λαϊκοῦ δικαστηρίου ἐστήθη μὲ τὴν διαταγὴ ἢ τὴν ἔγκριση τοῦ Βελουχιώτου, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν δύναμη νὰ τοὺς ἀφήσῃ ὅλους ἐλευθέρους στὸ Κάστρο τῆς Πύλου. Τὸ ἴδιο μποροῦσε νὰ κάνῃ καὶ στὸ Μπεζεστένι τοῦ Μελιγαλᾶ, καὶ στὸ Γυμνάσιο τῶν Γαργαλιάνων.

Ἡ Ἐπιτροπὴ κατέταξε τοὺς κρατουμένους σὲ μίαν ἀπὸ δύο κατηγορίες. Νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι ἢ νὰ ἐκτελεσθοῦν. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπόφαση, αὐτοὶ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἐλευθερωθοῦν ἐκλείσθησαν στοὺς θαλάμους, ποὺ χρησιμοποιοῦσαν πρὶν οἱ φρουροὶ τῶν φυλακῶν, μακρυὰ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἦσαν πιὰ μελλοθάνατοι. Ὁ ἀριθμὸς τῶν τελευταίων ἦταν γύρω στοὺς 30….».

Τὸ Κάστρο τῆς Πύλου καὶ στὸ βάθος ἡ εἴσοδος στὸ λιμάνι.
Τὸ ἑξάγωνο κτίριο στὸ μέσον ἦταν φυλακὲς ἔως τὸ 1940.

Τελικὰ ἐξετέλεσαν τοὐλάχιστον 24 ἀπὸ τοὺς κρατουμένους στὸ Κάστρο, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν ἀνθυπολοχαγὸ Δαρδελᾶκα, ἀλλὰ καὶ τοὺς δύο, ποὺ ἀναφέρονται στὶς ἐπόμενες μαρτυρίες.

Λέει ὁ Στάθης Αθανασόπουλος:
«…Τὸ δεύτερο βράδυ τῆς αἰχμαλωσίας μου στὴν Πύλο, καθὼς πήγαινα μὲ συνοδεία ἑνὸς ἀντάρτου στὰ οὐρητήρια, εἶδα καὶ τὸν φοβερὸ βασανισμὸ ἑνὸς νέου παιδιοῦ ἀπὸ τοὺς Γαργαλιάνους.
Τὸν ἔλεγαν Νῖκο καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ Ἀντώνη τοῦ Γύφτου ποὺ ἔπαιζε βιολὶ στὰ μέρη μας στὶς ἑορτές.
Πιστεύω ὅτι ἡ μητέρα του ἦταν ἀπὸ τοὺς Γαργαλιάνους.
Αὐτὸς λοιπὸν ὁ «Γύφτος» ἦταν ἕνα πολὺ ψύχραιμο παλληκάρι.
Ὅταν ἐτραυματίσθη στὴν μάχη τῶν Γαργαλιάνων ὁ χειριστὴς τοῦ βαρέως πολυβόλου, Γιώργης Κάππος, ἀνέλαβε χειριστὴς αὐτός.
Ὅταν ἔπεσαν οἱ Γαργαλιάνοι, αὐτὸς φεύγοντας πῆρε μαζύ του τὸν μηχανισμὸ τῆς σκανδάλης, ἀχρηστεύοντας ἔτσι τὸ πολυβόλο, πρὶν νὰ πέσῃ στὰ χέρια τοῦ ΕΛΑΣ.
Ἄκουσα ὅτι τὸν μηχανισμὸ τὸν ἐπέταξε στὸ λιμάνι τῆς Πύλου, ὅταν διεφάνη ὅτι τελείωσε ὁ ἀγῶνας μας. Στὴν ζωή μου, καὶ στὶς περιπέτειες ποὺ εἶχα ἐκεῖνα τὰ χρόνια, στὰ Τάγματα Ἀσφαλείας καὶ μετὰ στὶς Μονάδες Ἀμύνης Ὑπαίθρου (Μ.Α.Υ.), δὲν ἔχω δῇ κάποιον ἄλλον, τόσο σκληρὸ καὶ τόσο γενναῖο, στὴν ἀντιμετώπιση ξυλοδαρμοῦ καὶ βασανιστηρίων.
Ὅσο διάστημα μπόρεσα ἐγὼ νὰ ἰδῶ, τὸν ἐβασάνιζαν ἀπάνθρωπα 5-6 ἀντάρτες. Τὸν κτυποῦσαν ἄλλοι μὲ τὰ κοντάκια καὶ ἄλλοι μὲ τὶς κάννες τῶν ὅπλων τους, καὶ 2-3 μὲ στυλιάρια (χονδρὰ ξύλα). Τὸ κεφάλι του εἶχε γίνῃ διπλὸ ἀπὸ τὰ κτυπήματα.
Αἵματα καὶ τεμάχια δέρματος εἶχαν γεμίσῃ τὸ μέρος γύρω, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἔβγαζε τὸ παραμικρὸ βογγητό, οὔτε τοὺς παρακαλοῦσε!
Ἐκεῖ εἶδα καὶ τὶς κόρες τοῦ ταγματάρχου τοῦ ΕΛΑΣ Σφακιανάκη, ἀπὸ τὸ Κορυφάσιο, ποὺ εἶχε σκοτωθῇ στοῦ Μανούσου τὸ γεφύρι, νὰ παρακολουθοῦν μὲ εὐχαρίστηση καὶ χαμόγελα τὸν βασανισμὸ αὐτοῦ τοῦ παλληκαριοῦ.
Δὲν γνωρίζω ἐὰν πέθανε ἐκεῖνο τό βράδυ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ἢ τὸν ἐξετέλεσαν τὶς ἑπόμενες ἡμέρες, μαζὺ μὲ τὸν Δαρδελᾶκο, τὸν παπὰ τοῦ Μουζακίου..»

Λέει ὁ Τάκης Κίτσος: «…Πρὶν φύγω εἶδα τὸν ἀδελφό μου, ποὺ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸν ἐκράτησε στὸ Κάστρο. Τὸν εἶχαν καταδικάσῃ σὲ θάνατο. Φαινόταν θλιμμένος, ἀλλὰ δὲν εἶχε χάσῃ τὸ θάῤῥος του. Τὸ μόνο ποὺ μοῦ εἶπε, ἦταν:
-«Νὰ πῇς στοὺς γονεῖς νὰ μὲ συγχωρέσουν»!
Ὁ ἀδελφός μου ὁ Θωμάς οὐδέποτε ἐπέστρεψε. Τὸν ἐξετέλεσαν μαζὺ μὲ ἄλλους 23 στὸ Κάστρο τῆς Πύλου. Ἀκόμη ἔχω στὸν νοῦ μου τὴν μορφή του, ὅπως τὸν εἶδα γιὰ τελευταῖα φορά…».

Μπουγᾶς Ἰωάννης

(Visited 193 times, 1 visits today)




Leave a Reply