Μοιάζει σὰν νὰ σηκώνῃ καὶ πάλι τὸ λάβαρο…

Μοιάζει σὰν νὰ σηκώνῃ καὶ πάλι τὸ λάβαρο...Ὑψηλὰ Ἁλώνια…
Ἡ πλατεία ἔχει φορέσῃ τὰ καλά της…
Κάποτε, σὰν σουρούπωνε κι ἄναβαν τὰ φῶτα, ξεκινοῦσε ἡ βόλτα…
Τὰ μπαλκόνια ἄνοιγαν… Πρόσωπα χαμογελαστά…

Συνέχεια





Νὰ μεγαλώσῃ γρήγορα καὶ νὰ ἀποκτήσῃ δικό του ἄλογο…

Νὰ μεγαλώσῃ γρήγορα καὶ νὰ ἀποκτήσῃ δικό του ἄλογο...Καὶ μόνο ποὺ κρατάει τὰ χαλινάρια, χαίρεται!
Καὶ ἡ φωτογραφία εἶναι κάτι καινούριο ἀκόμη…
Νὰ βλέπουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ χαρτί;
Ἐγὼ εἶμαι αὐτός;! Συνέχεια





Τὸ σπίτι τοῦ παπποῦ μου…

Τὸ σπίτι τοῦ παπποῦ μου...Γεννήθηκα καὶ μεγάλωσα σ’ ἕνα ἀκριτικὸ χωριό, στὸν Ἕβρο. Τὸ Ἀσημένιο.
Οἱ παπποῦδες μας ἦλθαν πρόσφυγες ἀπὸ Πέρα, μ’ ἐκείνη τὴν ἀνταλλαγὴ πληθυσμῶν τὸ 1922. Οἱ περισσότεροι βολεύτηκαν σὲ κάτι πλινθόκτιστα σπίτια, γιατί νόμισαν πὼς ὁ ξεριζωμὸς ἦταν προσωρινός. Γιατί πίστευαν πὼς κάποτε θὰ ἐπέστρεφαν στὰ σπίτια τους, στὰ χωράφια τους, στὴν γῆ τους, σὲ μία ζωὴ ποὺ διεκόπη ἀπότομα. Κάποιοι μάλιστα οὔτε τὰ ὑπάρχοντά τους δὲν πῆραν. Τόσο βέβαιοι ἦταν γιὰ τὴν ἐπιστροφή. Ὅμως, ποτὲ ὁ ξεριζωμὸς δὲν εἶναι προσωρινός. Εἶναι μόνιμος, πανάθεμά τον….
Ἐκεῖνα τὰ πλινθόκτιστα σπίτια, ἄρχισαν νὰ τὰ γκρεμίζουν ἐκεῖ, στὶς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ’60. Νὰ κτίζουν νέα, πιὸ ἄνετα καὶ εὑρύχωρα. Μὲ πέτρες καὶ τούβλα καὶ «πλάκες» ἀπό μπετόν. Συνέχεια





Λίγους μῆνες πρὶν τὴν «ἀναχώρησι» τῆς Ἀντιγόνης Βαλάκου.

Λίγους μῆνες πρὶν τὴν «ἀναχώρησι» τῆς Ἀντιγόνης Βαλάκου.1

Λίγους μῆνες πρὶν τὴν ἔξοδο, μιλήσαμε στὸ τηλέφωνο. Ἤξερα.

Εἶχα γράψει ἕνα θεατρικὸ . Γιὰ κείνην. Τῆς τὸ εἶπα.

Οἱ τελευταῖες της λέξεις «ΔΕ ΝΟΜΊΖΩ».
«Θὰ περιμένω» ἐπέμεινα. Συνέχεια