Ἱερό μας χρέος καὶ ἡ γλωσσικὴ ἀλήθεια

Μαθήματα ἑλληνικῆς γλώσσης.

Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺυ ἐπικαλοῦμαι τὴν ῥήση τοῦ φιλοσόφου Ἀντισθένους : «ἀρχὴ σοφίας ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις».

Αὐτὴν τὴν φορά, στὸ στόχαστρο εἶναι ἡ λέξις «ἑωσφόρος». Ἡ λέξις αὐτή, εἶναι σύνθετος ἐκ τῶν «ἕως» καὶ τὸ «φέρω». Ἀποδίδεται δὲ ὡς: «ὁ φέρων τὸ ἐώς», δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ φέρνει τὸ πρωινὸ φῶς τῆς αὐγῆς, καθὼς «ἕως» δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ φῶς, ἀλλὰ τὸ πρωινὸ φῶς τῆς αὐγῆς. Ὡς προσωνύμιον, ἀποδίδεται στὸν ἱερὸ Ἀπόλλωνα, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐλέγχει τὸν ἤλιο. Συνέχεια





Ἀρετή, Ἀνδρεῖος καὶ Ἀγαθὸς

Ἐφ΄ ὅσον ὅλοι μας διαβιοῦμε σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ὅλοι κάτι ἔχουν νὰ ποῦν, κοντὸ ἢ μακρύ, ἀληθὲς ἢ ψεδές, ἀνιστόρητον ἢ ἀληθές, καλὸ εἶναι, σιγὰ σιγά, νὰ ἐπιλέξουμε τὴν πλευρά, στὴν ὁποίαν ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς θὰ σταθῆ. Καὶ ἡ πλευρὰ αὐτὴ ἔχει μερικοὺς βασικοὺς κανόνες, ὅρους κι ἀπαιτήσεις. Αὐτὴ ἡ πλευρὰ ἀξιώνει ἀπὸ τοὺς μετέχοντες νὰ πορεύονται διαρκῶς, ἄνευ ἐκπτώσεων καὶ συμβιβασμῶν, πρὸς τὴν Ἀνδρεία, τὴν Ἀρετὴ καὶ τὴν ἀληθὴ Ἁγαθότητα. Συνέχεια





Πράσσειν ἄλογα

Πράσσειν ἄλογαΕἶναι παρετυμολογικὴ ἀπόδοσις τῆς φράσεως «πράσινα ἄλογα», διότι «πράσσειν» καὶ ἀττικά «πράττειν» (=κάμνω) δὲν σημαίνει «πράσινα» (χρῶμα). Ἀλλὰ δὲν σημαίνει καὶ τίποτα ἄλλο, δεδομένου ὅτι κανεὶς δὲν πράττει ἄλογα (ἐκτὸς ἄν ἐκλάβουμε τὸ «ἄλογα»= κάμνω ἀνόητα καὶ ἡ παρετυμολογία λαμβάνει ἄλλες νοηματικὲς διαστάσεις. Συνέχεια





Ἀφοσίωσις…

Ἀφοσίωσις...Εἶναι μία κατάστασις στὴν ὁποίαν γιὰ νὰ εἰσέλθουμε χρειάζεται …ἀφοσίωσις σὲ ἕναν στόχο.
Ἕναν δικό μας στόχο.
Ἕναν στόχο ποὺ ἐμεῖς ἐπιλέξαμε, κτίσαμε μέσα στὴν φαντασία μας καὶ κατόπιν, ἀφοσιωμένοι, ἐργαζόμεθα γιὰ νὰ τὸν κατακτήσουμε. Συνέχεια





Ἡ ἀρετὴ σημαίνει…

Ἀρχὴ Σοφίας...Κατὰ Ἀριστοτέλη ἡ ἀρετὴ εἶναι ἀνάγκη, μοναδικὴ ἐπιλογή, στόχος τῆς ἀνθρωπότητος.

Κατὰ Δημητράκο ὅμως μαθαίνουμε πὼς ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ τελεία σωματικὴ διάπλασις, ἡ ὡραιότης καὶ γενικῶς ἡ τελειότης. Εἶναι ἐπίσης ἡ ὑπεροχὴ καὶ ἡ ἀνδρεία. Αἱ ἀρεταὶ εἶναι αἱ γενναῖαι πράξεις, τὰ προτερήματα.
Ἐπίσης ἀρετὴ σημαίνει ἡ ὑπόληψις, ὁ δόξα, ἡ εὐδοκίμησις καὶ ἡ θεάρεστος πράξις. Συνέχεια





Εὐθιξία

Ἀρχὴ Σοφίας...Ἡ λέξις θίγω προέρχεται ἀπὸ τὸ θιγγάνω, ποὺ σημαίνει ἐγγίζω, χειρίζομαι, ψαύω, κρατῶ, πιάνω, ἐναγκαλίζομαι, συνευρίσκομαι, ἐπιχειρῶ, βάζω χέρι καὶ τελικῶς προσβάλλω.. (Ἐξ οὔ κι ἀθίγγανος, ποὺ εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ΔΕΝ ἀρέσκεται νὰ τὸν ἐγγίζουν.)
Θίξις εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ θιγγάνω, ἡ ψαῦσις, ἡ ψηλάφησις. Συνέχεια