Λίγο πρὶν καὶ λίγο μετὰ τὴν καταστροφή…

Λίγο πρὶν καὶ λίγο μετὰ τὴν καταστροφή...3Πρὸ μερικῶν ἑβδομάδων εἴχα λάβει τὸ παρακάτω ταινιάκι μὲ εἰκόνες ἀπὸ τὶς φρικτὲς στιγμὲς τῆς καταστροφῆς. Ὅπως ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὶς πάρα πολὺ δύσκολες στιγμὲς ποὺ ἀκολούθησαν τὴν προσφυγιά! Ἀλλὰ δὲν τὸ δημοσίευσα, διότι δὲν ἢξερα τί νὰ γράψω!

Σήμερα ὅμως μὲ βοήθησε τὸ on alert. Ἀρίστη περιγραφή! 

Σὲ αὐτὲς τὶς σκηνὲς ἴσως νὰ εἶναι ὁ παπποῦς σας, ἢ ἡ γιαγιά σας.. Ἢ κάποιος χαμένος συγγενής… Δὲν θὰ μάθουμε ποτέ! 

Κάθε φορὰ ποὺ βλέπω φωτογραφίες ἢ διαβάζω γιὰ τὸν ξεριζωμό, εἶναι σὰν νὰ τὸ ξαναζῶ, ἐγὼ, ἡ ἀπούσα… Καὶ μαζὶ κάθε ξεριζωμὸ καὶ κάθε δίωξι τῆς φυλῆς μας. Γιατί τόσος πόνος; Γιατί τόσο κυνηγητό; Γιατί τόσο αἷμα; Δὲν χόρτασε τὸ τέρας ἀκόμη;

Φιλονόη.

Σπάνιο ντοκουμέντο, πλάνα από τη ζωή των προσφύγων όταν ήρθαν στην Αθήνα το 1922-δείτε το βίντεο

Το 1922, ο νεαρός τότε απεσταλμένος της Toronto Star, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, εκλήθη από τον αρχισυντάκτη του, μιας και βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, να καλύψει την ανταλλαγή των πληθυσμών, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Η Μικρασιατική εκστρατεία που ξεκίνησε το 1918 με τους καλύτερους οιωνούς για την Ελλάδα, κατέληξε το 1922 σαν ο χειρότερος εφιάλτης. Ο πλέον μπαρουτοκαπνισμένος και ισχυρός στρατός της Νοτιανατολικής Ευρώπης, έγινε ένα τσούρμο φοβισμένων φαντάρων και ανίκανων – πλην εξαιρέσεων- αξιωματικών.
Ο νεαρός τότε ανταποκριτής είχε συγκλονιστεί από τα βάθη της ψυχής του αφού βίωσε λεπτό προς λεπτό τις θηριωδίες και τις σφαγές. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από την πρώτη του εκδοτική δουλειά , του 1925, “Στην προκυμαία της Σμύρνης” , όπου ο ήρωας του Χέμινγουεϊ, κάποιος αξιωματικός ενός πολεμικού πλοίου των ΗΠΑ που είναι αγκυροβολημένο στον κόλπο της Σμύρνης αφηγείται : «Το χειρότερο, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία…»
Σε άλλο σημείο της αφήγησης του ο ήρωας του μυθιστορήματος αναφέρει για τις Ελληνίδες μητέρες της Σμύρνης: «Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε… Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα… Το παράξενο ήταν, [είπε ο υποτιθέμενος αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους τους προβολείς και κι αυτές τότε σταματούσαν. …».
Λίγο πρὶν καὶ λίγο μετὰ τὴν καταστροφή...6
Στην ανταπόκρισή του για την εφημερίδα στην έκδοση της 20ης Οκτωβρίου του 1922 ο Χέμινγουεϊ που ακολουθεί και καταγράφει τα καραβάνια των χιλιάδων Ελλήνων προς την Μακεδονία, αναφέρει: «Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του επάνω στον αραμπά για να την προφυλάξει από την βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας]. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η πομπή προχωρά… Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατελείωτο λασπωμένο δρόμο προς την Μακεδονία».
Σε άλλη του ανταπόκριση στις 14 Νοεμβρίου του 1922 ο Αμερικανός νεαρός δημοσιογράφος αναφέρει: «Ό,τι και να πει κάποιος για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα δεν πρόκειται να είναι υπερβολή. Ένα φτωχό κράτος με μόλις 4 εκατομμύρια πληθυσμό πρέπει να φροντίσει για άλλο ένα τρίτο των κατοίκων. Και τα σπίτια που άφησαν οι Μουσουλμάνοι που έφυγαν δεν επαρκούν σε τίποτα, χώρια η διαφορά στο επίπεδο κουλτούρας που είχαν συνηθίσει οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη». Και συνεχίζει: «Βρίσκομαι σε ένα άνετο τραίνο, αλλά με την φρίκη της εκκενώσεως της Θράκης, όλα μου φαίνονται απίστευτα. Έστειλα τηλεγράφημα στην «Σταρ» από την Αδριανούπολη. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Η εκκένωση συνεχίζεται….
Ψιχάλιζε. Στην άκρη του λασπόδρομου έβλεπα την ατελείωτη πορεία της ανθρωπότητας να κινείται αργά στην Αδριανούπολη και μετά να χωρίζεται σ’ αυτούς που πήγαιναν στην Δυτική Θράκη και την Μακεδονία. .. Δε μπορούσα να βγάλω από τον νου μου τους άμοιρους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πομπή γιατί είχα δει τρομερά πράγματα σε μια μόνο ημέρα. Η ξενοδόχος προσπάθησε να με παρηγορήσει με μια τρομερή τούρκικη παροικία: «Δε φταίει μόνο το τσεκούρι, φταίει και το δένδρο»
Λίγο πρὶν καὶ λίγο μετὰ τὴν καταστροφή...1
Αυτά αποτύπωσε με την πένα του ένας από τους κορυφαίους δημοσιογράφους και συγγραφείς του προηγουμένου αιώνα. Όμως ένα παιχνίδι της μοίρας… ένα σκονισμένο κουτί σε κάποιο κλειστό για χρόνια σεντούκι, απεκάλυψε την δύναμη της εικόνας…
Το 2008, ο Αρμενικής καταγωγής Ρόμπερτ Νταβιντιάν καθώς έψαχνε τα πράγματα του αγαπημένου του παππού, του Τζώρτζ Μαγκάριαν, ανεκάλυψε σε ένα σεντούκι ένα σκονισμένο κλειστό κουτί. Το άνοιξε και μέσα βρήκε ένα φιλμάκι των 35mm που ο παππούς του είχε «τραβήξει» και σκηνοθετήσει το 1922. Στην συνέχεια βρήκε μια παλαιά μηχανή προβολής και αφού την έθεσε σε λειτουργία έβαλε να δει τι ακριβώς είχε αποτυπώσει ο παππούς του…
 Λίγο πρὶν καὶ λίγο μετὰ τὴν καταστροφή...4
Ο Νταβίντιαν συγκλονίστηκε. Ο παππούς του που γεννήθηκε στο Ικόνιο το 1895 και αργότερα διετέλεσε διευθυντής στην Χριστιανική Οργάνωση Νέων (YMCA) Ικονίου, κατέγραψε σε ένα φιλμάκι 10 λεπτών το δράμα των Ελλήνων προσφύγων. Από την ανέμελη ζωή στην Σμύρνη μέχρι την αθλιότητα των προσφυγικών καταυλισμών στην Αθήνα. Από την υψηλού βιοτικού επιπέδου καθημερινότητα με τις όπερες, με το εμπόριο με τις τράπεζες με την κεντρική παραλία, την γεμάτη καταστήματα, πίσω σε μια Ελλάδα που τους αποκαλούσε Τουρκόσπορους…
Ποιους; αυτούς που μέσα τους έτρεχε αίμα Ελληνικό. Τους γνήσιους Ίωνες, οι εδώ “ελληνάρες” αποκαλούσαν Τουρκόσπορους και τις Σμυρνιές τις έλεγαν Παστρικιές, επειδή…πλένονταν…
Το βίντεο είναι σπάνιο. Δείτε το δράμα αυτών των ανθρώπων. Δείτε επίσης πως ήταν η Αθήνα το 1922.
Το βίντεο ξεκινάει με την καθημερινότητα στη Σμύρνη με τον γαλλικό δρόμο και τα πολυάριθμα καταστήματα να σφύζουν από ζωή.
Και μετά η καταστροφή, τα καμμένα ερείπια, τα κατεστραμμένα κτίρια, ο ξεριζωμός, το ολοκαύτωμα, οι νεκροί…
Πλάνα από τα πλοία, ο κόσμος ξυπόλητος, τα παιδάκια πεινούν, οι μητέρες τα σφίγγουν στην αγκαλιά τους. Κλαίνε.
Επόμενο πλάνο: Αθήνα. Δεκάδες παιδιά όρθια περιμένουν ένα πιάτο φαγητό. Ένας χωροφύλακας περνάει μπροστά από την κάμερα. Πλάνο τα ανάκτορα, η σημερινή Βουλή. Ο κόσμος απέξω κατά χιλιάδες περιμένει…
Ένας πρόχειρα στημένος καταυλισμός. Σιδερένιες πόρτες κλειστές. Ο κόσμος θέλει να μπει μέσα. Θέλει να φάει. Στην ουρά για ένα πιάτο φαγητό.

Προσφυγιά…

Λίγο πρὶν καὶ λίγο μετὰ τὴν καταστροφή...5

Επόμενο πλάνο. Δεκάδες παιδάκια μπροστά από ένα πρόχειρα στημένο σχολείο. Πεινούν. Δεν κάθονται στην ουρά. Δεν τους ενδιαφέρουν εκείνη την ώρα τα γράμματα. Θέλουν απλά να φάνε. Έχασαν μάνες, πατέρες, αδέλφια… Είναι προσφυγόπουλα, είναι ορφανά.
Στήνονται οι πρώτες σκηνές. Ολόλευκες. Το βράδυ ξεπαγιάζουν και την ημέρα σκάνε. Προσπαθούν να βρουν τους ρυθμούς τους. Μια γιαγιά κάνει μπάνιο το εγγονάκι της.
Φαγητό. Νερόβραστη σούπα. Τα παιδιά πεινούν. Κάτι είναι και η σούπα. Τουλάχιστον δεν θα πεθάνουν από ασιτία. Μέλη της ΧΑΝ μοιράζουν και ένα κομμάτι ψωμί. Τα πλάνα σου μαυρίζουν την ψυχή. Εκατοντάδες παιδάκια, μανούλες, γιαγιάδες σπρώχνουν για λίγο φαγητό.
Το επόμενο πρωινό μοιράζουν γάλα. Δεκάδες μικρά λεπτά χεράκια υψώνουν στον ουρανό τις τσάσκες που κρατούν για να τους τις γεμίσουν με γάλα.
Το μεσημέρι ψωμί και σούπα. Γευματίζουν μπροστά στις σκηνές τους. “μοιάζει με πικνικ” γράφει ο Μαγκαριάν “αλλά δεν είναι”
Ο θάνατος… το δράμα. Η ΧΑΝ στήνει υπαίθριες ξύλινες κατασκευές και επάνω κολάει καταλόγους με εκατοντάδες ονόματα αγνοουμένων, νεκρών αλλά και ζωντανών. Όλοι τρέχουν με την ελπίδα να διαβάσουν το όνομα κάποιου δικού τους. Όπως ο Νίκος Αναγνωστόπουλος που βρήκε το όνομα της μικρής του κόρης. Είναι ζωντανή σε άλλο καταυλισμό στην Θεσσαλονίκη. Τώρα μπορεί να βάλει κάτι στο στομάχι του να στυλωθεί , να χορτάσει .
Επόμενο πλάνο. Η ΧΑΝ προσπαθεί να κάνει τα παιδάκια να ξεχάσουν τον εφιάλτη. Διοργανώνει χορούς και παιχνίδια. Επόμενο πλάνο άρρωστα παιδάκια περιμένουν για περίθαλψη μπροστά από ένα πρόχειρα στημένο νοσοκομείο.

Επόμενο πλάνο. Μια κυρία κρατά στα χέρια της ένα δίχρονο παιδάκι που βρήκε παρατημένο στα σκαλιά μιας εκκλησίας στην Σμύρνη, όταν οι Τούρκοι έμπαιναν και έσφαζαν.

Λίγο πρὶν καὶ λίγο μετὰ τὴν καταστροφή...2

Αισιοδοξία. Οι πρόσφυγες είναι μια σπάνια ράτσα. Ικανή. Ικανότερη από πολλούς. Δεν τα παρατούν. Ξεκινούν μια νέα ζωή από την αρχή. Κτίζουν σπίτια. Τα νέα τους σπίτια. Στα πλάνα πρέπει να είναι η περιοχή του Νέου Κόσμου.
Όσοι δεν είναι σε καταυλισμό όπως η μητέρα στα πλάνα με τα παιδιά της ζουν σε σιδερένια τόλ.
Στην ουρά για ρούχα. Όλοι έφυγαν από την Σμύρνη με ότι φορούσαν εκείνη την στιγμή. Η ΧΑΝ μοιράζει ρούχα.
Ρούχα γεμάτα αίματα, βρωμιά, γεμάτα μυρωδιές από τα καμένα της Σμύρνης…
ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ


(Visited 9 times, 1 visits today)




Leave a Reply