Ποιός τρέμει τὴν χρεοκοπία;

Δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ εἶμαι ἔτσι.

Αὐτός πού κάτι ἔχει νά χάσῃ;

Μάλλιστα…

Δῆλα δή, ὅλοι οἱ ἄλλοι πλὴν Ἑλλήνων!

Σωστά;

Δὲν πᾶτε στὰ τσακίδια βρὲ κοπρόσκυλα;

Τά πορτοφόλια σας τραβᾶτε νὰ σώσετε μόνον.

Τὰ πορτοφόλια σας καὶ τὶς τράπεζες.

Γιὰ τὶς τράπεζες λοιπόν, τοὺς ἑταίρους σας καὶ τὰ πορτοφόλια σας ἀδιαφοροῦμε.

Εἴμαστε 11.000.000 οἱ μὴ ἔχοντες κι 100.000 οἱ ἔχοντες ἀπὸ ἀρκετὰ ἔως πάρα πολλά.

Τί σκέφτεστε;

Νὰ πεινάσουν 11.000.000 γιὰ νὰ ζήσουν οἱ 100.000;

Πλάκα μᾶς κάνετε;

Οὖστ….

Ἀλλὰ κι ἄλλοιῶς νὰ τὸ δοῦμε.

Νὰ δεχτοῦμε πὼς εἴμαστε πολλοί ἐμεῖς καὶ συνεπῶς πλέμπα. Ἄρα πρὸς κατανάλωσι.

Γιὰ ἐξηγεῖστε μας βρὲ φωστῆρες, πῶς θὰ ζήσετε ἐσεῖς δίχως μας; Ἐμεῖς δέν σᾶς συντηροῦμε;

Τό δικό μας ἔργο δέν μετατρέπετε ἐσεῖς σέ μετοχές καί μονάδες χρηματιστηρίου;

Γιὰ ὅσους ὅμως τρόμαξαν μὲ τὴν λέξι χρεοκοπία, ἂς γίνω σαφέστερη.

Συζητοῦσα μὲ ἕναν φίλο μου γιὰ τὸ θέαμα τῆς ζητιάνας ἔξω ἀπὸ τὰ διάφορα καταστήματα τοῦ Σκλαβενίτου. Ζητιάνα μὲ τρία παιδιά, μὲ πέντε παιδιά, μὲ ἕναν λόχο παιδιά….

Αὐτὴ ἡ γυναίκα, ποὺ γιὰ ὅποιους λόγους βρέθηκε ἐκεῖ μὲ τὸ χέρι ἁπλωμένο, δὲν ἔχει τίποτα. 

Ἐάν αὔριο χρεοκοπήσουμε, τί περισσότερο θά πάθῃ; Μήπως θά εἶναι περισσότερο τυχερή ἀπό ὅλους αὐτούς πού ἔχουν; Δῆλα δή, μήπως θά βρῇ μίαν γωνιά νά χώσῃ τό τσοῦρμο της καί νά μήν τό ἔχῃ μέσα στό κρύο ξέσκεπο; 

Μήπως θά βρῇ ἕνα ῥοῦχο ποὺ περίσσεψε; Μήπως θά βρῇ ἕνα μακαρόνι ποὺ πετάχτηκε;

Τώρα αὐτὴ ἡ γυναίκα δὲν ἔχει τίποτα. Πεινάει, κρυώνει καὶ τὶς νύχτες χάνεται ἀπὸ τὶς περιπλανήσεις.

Τί θά ἔχανε μία τέτοια γυναίκα ἀπό μίαν χρεοκοπία; Ἢ μήπως δέν θά ἔχανε;

Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ΟΛΟΙ μας εἶναι πὼς οὐδόλως διαφέρουμε ἀπὸ αὐτὴν τὴν γυναίκα! Ὅλοι μας!

Ἔχουμε στηθεῖ μὲ ἁπλωμένο χέρι ἐμπρός στὰ εὐρωπαϊκὰ πολυκαταστήματα, ῥακένδυτοι, πεινασμένοι, τουρτουρίζοντας κι ἐκλιπαροῦμε τὴν ἐλεημοσύνη τους.  Τί θά χάσουμε λοιπόν ἐμεῖς ἀπό μίαν χρεοκοπία; Μήπως τό σπίτι πού εἶναι χρεωμένο στίς τράπεζες; Τό φαγητό πού δέν παράγουμε; Ἢ τό ῥοῦχο πού ῥάβει ὁ Κινέζος;

Τίποτα δέν θά χάσουμε. Θὰ μείνουμε μὲ τὰ κουρέλια μας, μὲ τὰ τρύπια παπούτσια μας, μὲ τὰ ἄδεια στομάχια μας ἀλλὰ δὲν θὰ χάσουμε τίποτα. Θὰ μᾶς μείνῃ τὸ σπιτάκι, τὸ ὄχημα (δίχως βενζίνη, ἀλλὰ τί νὰ τήν κάνῃς;),  τό παλιόρουχο ἀλλὰ θὰ πρέπῃ νὰ στρώσουμε κάτω τὸν κῶλο μας γιὰ νὰ φτιάξουμε τροφή. Νὰ τὰ ξαναστήσουμε ὅλα ἀπὸ τὸ μηδέν. ΟΛΑ!

Τό σημαντικότερον ποὺ θά μᾶς μείνῃ;

Θὰ πάψουμε νὰ περιμένουμε μὲ ἁπλωμένο τὸ χέρι τὴν κάθε ἐλεημοσύνη. 

Ἐγὼ βαρέθηκα νὰ ζῶ μὲ σκουπίδια καὶ περισσεύματα. Δὲν ἀντέχω ἄλλο τέτοιαν ἀτίμωσι. Θέλω νὰ ζῶ ἐλεύθερη. Μὲ ὅποιο τίμημα. Καὶ ἰδίως μὲ τὸ χέρι στὴν τσάπα καὶ στὸ φτυάρι. Ὄχι τεντωμένο. 

Θέλω νὰ παράξω ἔργο γιὰ ἐμέναν, τὰ παιδιά μου καὶ τὸν τόπο. Ὄχι γιὰ τοὺς τοκογλύφους. 

Θέλω νὰ κτίσω τὸ σπίτι μου μὲ νέα ὑλικά. Ὄχι μὲ τὰ σκουπίδια ποὺ μοῦ φόρτωσαν.

Ἐσεῖς;

Φιλονόη

φωτογραφία

πρώτη δημοσίευσις 4 Νοεμβρίου 2011

(Visited 25 times, 1 visits today)




Leave a Reply