Άλώπηξ καὶ βάτος

Άλώπηξ καὶ βᾶτοςἈλώπηξ φραγμόν ἀναβαίνουσα, ἐπειδὴ ὀλισθήσασα καταπίπτειν ἒμελλεν, ἐπελάβετο πρὸς βοήθειαν βάτου. Καὶ  δὴ τοὺς πόδας ἐπὶ τοῖς ἐκείνης κέντροις αἱμάξασα καὶ ἀλγήσασα.
Καὶ βεβαίως τοὺς πόδας (της) ἐπάνω εἰς τὰ ἀγκάθια ἐκείνου ἀφοῦ αἱμάτωσε καὶ ἐπόνεσε πρὸς αὐτὴν εἶπεν «Οἲμοι καταφυγοῦσάν με γάρ ἐπὶ σὲ ὡς ἐπὶ βοηθόν, σὺ χεῖρον διέθηκας.» αὐτὸ εἶπεν.

«Ἀλλίμονον διότι, καταφεύγουσα εἰς ἐσὲ πρὸς βοήθειαν, ἐσὺ μὲ ἒκανες χειρότερα».
«Άλλ’ ἐσφάλης, ὦ αὓτη», φησὶν ἡ βάτος «ἐμοῦ βουληθεῖσα ἐπιλαβέσθαι, ἣτις πάντων ἐπιλαμβάνεσθαι εἲωθα».
«Ἀλλά ἒσφαλες, ὦ αὓτη», εἶπεν τό βάτον «ἀπὸ ἐμε θέλοντας νὰ ἀρπαχθῇς, ποὺ ἒχω συνηθίσει νὰ πιάνομαι ἀπὸ παντοῦ».

Ό μῦθος δηλοῖ ὃτι οὓτω καὶ τῶν ἀνθρώπων μάταιοι ὃσοι βοηθοῖς προστρέχουσιν οἷς τὸ ἀδικεῖν μᾶλλον ἒμφυτον.
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὃτι οὒτω καὶ μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ἀνόητοι (εἶναι) ὃσοι τρέχουν διὰ βοήθειαν πρὸς αὐτοὺς εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἀδικία εἶναι κατὰ πολὺν ἒμφυτος.

Τᾶσος Γκολέμης

(Visited 159 times, 1 visits today)




Leave a Reply