Φιλέλλην.

Φιλέλλην.Τὴν χάραξι φρόντισε τεχνικὰ νὰ γίνη.
Ἔκφρασις σοβαρὴ καὶ μεγαλοπρεπής.
Τὸ διάδημα καλλίτερα μᾶλλον στενό·
Ἐκεῖνα τὰ φαρδιὰ τῶν Πάρθων δὲν μὲ ἀρέσουν.
Ἡ ἐπιγραφὴ, ὡς σύνηθες, ἑλληνικά·
Ὄχ’ ὑπερβολικὴ, ὄχι πομπώδης –
Μὴν τὰ παρεξηγήσει ὁ ἀνθύπατος
Ποὺ ὅλο σκαλίζει καὶ μηνᾶ στὴ Ρώμη –
Ἀλλ’ ὅμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολὺ ἐκλεκτὸ ἀπ’ τὸ ἄλλο μέρος·
Κανένας δισκοβόλος ἔφηβος ὡραῖος.
Πρὸ πάντων δὲ συστήνω νὰ κοιτάξης
(Σιθάσπη, πρὸς θεοῦ, νὰ μὴ λησμονηθῆ)
Μετὰ τὸ Βασιλεὺς καὶ τὸ Σωτήρ,
Νὰ χαραχθῆ μὲ γράμματα κομψὰ, Φιλέλλην.
Καὶ τώρα, μὴ μὲ ἀρχίζεις εὐφυολογίες.
Τὰ «Ποῦ οἱ Ἕλληνες;» καὶ «Ποῦ τὰ Ἑλληνικὰ
Πίσω ἀπ’ τὸν Ζάγρο ἐδῶ, ἀπὸ τὰ Φράατα πέρα».
Τόσοι καὶ τόσοι βαρβαρότεροί μας, ἄλλοι
Ἀφοῦ τὸ γράφουν, θὰ τὸ γράψουμε κι’ ἐμεῖς.
Καὶ τέλος μὴ ξεχνᾶς ποὺ ἐνίοτε
μᾶς ἔρχοντ’ ἀπὸ τὴν Συρία σοφισταί,
καὶ στιχοπλόκοι, κι’ ἄλλοι ματαιόσπουδοι.
Ὥστε ἀνελλήνιστοι δὲν εἴμεθα, θαρρῶ.

Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης.
~~
* Ἀπὸ τὰ φυλλάδια τῆς Ἐκθέσεως,
– πολυτονισμὸς δικός μου:

Ποίημα τοῦ 1906, δημοσιευμένο τὸ 1912.
Ἡ ἀναφορὰ στὸν Ρωμαῖο ἀνθύπατο τοποθετεῖ τὸ ἐπεισόδιο στὸν 1ο αἰ. π.Χ., ὅταν τὸ αὐξανόμενο ἐνδιαφέρον τῆς Ρώμης γιὰ τὴν Ἀνατολὴ ἐπηρεάζει τὴν συμπεριφορὰ τῶν τοπικῶν βασιλίσκων. Κάποιος ματαιόδοξος ἡγεμονίσκος ἀνατολικὰ τῆς Μεσοποταμίας δίνει ἐντολὲς γιὰ τὴ χάραξη ἑνὸς πορτραίτου ἐπάνω σὲ νόμισμα.Τὸ πορτραῖτο πρέπει νὰ φέρει διάδημα καὶ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ ἐπιγραφὴ στὰ ἑλληνικὰ καὶ τὸν χαρακτηρισμὸ «Φιλέλλην».
Θέλει μὲ αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμὸ νὰ ἀποδείξει τὴν ἐπικοινωνία του μὲ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, μετριάζοντας τὴν ἐντύπωση τῆς ἀνελλήνιστης καὶ ἀπομακρυσμένης ἀσιατικῆς έπαρχίας, στὴν ὁποία ζεῖ.
~~
Ὁ ποιητὴς ἐπικεντρώνεται γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ στὴ συγκίνηση ποὺ τοῦ προκαλεῖ ἡ ἀναπόληση τοῦ ἐξελληνισμένου ἀρχαίου κόσμου μετὰ τὶς κατακτήσεις τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Παρὰ τὴν πολυμορφία τῶν βασιλείων καὶ τὴ διατήρηση πάτριων ἐθίμων, οἱ παρθικὲς περιοχὲς μεταξὺ τῆς κεντρικῆς καὶ τῆς μεσογειακῆς Ἀσίας, ποὺ εἶχαν ἀποσπασθεῖ σταδιακὰ ἀπὸ τοὺς Σελευκίδες, θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ ἀποδέχονται μὲ συμπάθεια τοὺς Ἕλληνες. Οἱ τοπικοὶ μονάρχες μιλοῦν καὶ κόβουν νομίσματα στὰ ἑλληνικὰ, περιβάλλονται ἀπὸ Ἕλληνες καλλιτέχνες καὶ προσθέτουν, ὅπως ὁ Μιθριδάτης Α΄, τὸ ἐπίθετο τοῦ Φιλέλληνα στοὺς τίτλους τους.
Τὰ διαδήματα ποὺ φοροῦσαν ἦταν, κατὰ τὴ συνήθεια τῆς Ἀνατολῆς, ἕνας ἐπεξεργασμένος κεφαλόδεσμος, ἐνῶ τῶν Ἑλλήνων μιὰ λεπτὴ λινὴ ταινία, ἀκριβῶς ἐπειδὴ παρέπεμπε σὲ νίκες μετὰ ἀπὸ ἀγῶνες.
Ὁ βάρβαρος ἡγεμὼν τοῦ ποιήματος καυχιέται γιὰ τὰ ἐκλεπτυσμένα γοῦστα του. Ἡ ἀπαίτησή του νὰ σκαλιστεῖ κάτι πολὺ ἐκλεκτὸ στὸ νόμισμα τονίζει ὅτι ἡ αἰσθητική του ἔχει ὡς πρότυπο τὸ ἑλληνικὸ ἰδεῶδες. Παράλληλα, μὲ τὴν ἀντιπαράθεση τῶν ὅρων βάρβαρος-βαρβαρότερος, ἐμφαίνεται ἡ λεπτὴ εἰρωνεία τοῦ ποιητῆ ἔναντι ὅσων ἔχουν μιὰν ἐντελῶς ἐπιφανειακὴ ἤ ἐπιδεικτικὴ διάθεση σὲ πράγματα ποὺ δὲν τοὺς ἀγγίζουν. Στὸν κόσμο του κυριαρχεῖ ἡ ἀφοσίωση καὶ ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἀκόμα καὶ σὲ λαοὺς ποὺ δὲν τὴν εἶχαν ὡς μητρική. Ἔντεχνα, μέσα στὴν ποιητικὴ δόμηση πόλεων καὶ προσώπων ποὺ ἑλκύονταν ἄλλοτε ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμὸ καὶ προσπάθησαν μὲ διάφορους τρόπους νὰ τὸν προσεγγίσουν, διαβλέπει κανεὶς τὴν πρόθεση τοῦ ποιητῆ νὰ ὑποβάλει ἤ νὰ ζωντανέψει μιὰ συνθετικὴ εἰκόνα τῆς ἑλληνικῆς ὑπεροχῆς.

 

πηγή: σχόλιον Κλινοσοφιστοῦ ἀπὸ ἐδῶ

(Visited 27 times, 1 visits today)




Leave a Reply