Ἔτσι κάνουν τὰ γοργόνια. Ἐργάζονται νυχθημερόν.

Ἔτσι κάνουν τὰ γοργόνια. Ἐργάζονται νυχθημερόν.

Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευσις τῶν κειμένων τοῦ κυρίου Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆ δίχως ἀναφορὰ τῆς πηγῆς,  τοῦ ὀνόματός του καὶ τοῦ ἐπαγγέλματός του ὡς ἔχει!!!
Παρακαλῶ πολὺ σεβαστεῖτε το…
Εὐχαριστῶ.

Φιλονόη

Ἡμέρα καὶ Νύξ ( Ἡμερονύκτιον/Νυχθήμερον).

Α. Τὸ ἦμαρ, -ἀπαντᾶται καὶ ὡς ἡμέρη (Θ541, Ν828, λ294, ξ93, ω514)-, τίθεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ νύκτα. Ἔχει ὅμως καὶ ἰδιαίτερες σημασίες:

  1. Δηλώνει ὥρα τῆς ἠμέρας: μέσον ἦμαρ (Φ111)= μεσημβρία, δείελον ἦμαρ (ρ606)= δείλη. 
  2. Τίθεται ἐπὶ τῶν ἐποχῶν τοῦ ἔτους: ἤματι χειμερίῳ (Μ279)= χειμωνιάτικη μέρα> Χειμώνας, ἤματ’ ὀπωρινῶι (Π385) = φθινοπωρινὴ μέρα> Φθινόπωρο.
  3. Συχνὰ τίθεται πρὸς περιγραφὴ μιᾶς καταστάσεως μὲ προσδιοριστικὸ ἐπίθετικο: αἴσιμον, ἀναγκαῖον, δούλιον, ἐλεύθερον, μόρσιμον, νηλεές, νόστιμον, ὀλέθριον, ὀρφανικόν.
  4. Τίθεται μὲ πρόθεση πρὸς ἐπακριβέστερο διορισμὸ χρονικοῦ σημείου ἢ χρονικῆς διαρκείας ἢ καταστάσεως:

Β. Ἡ ἀναγγελία τῆς ἡμέρας δηλώνεται μὲ πολλὲς λέξεις ἀνάλογα μὲ τὴν ἰδιαίτερη χρονικὴ στιγμή: ὄρθρος (βαθύς), ἠώς, ὑποφώσκει/ὑποφαίνει ἡμέρα, ἀνατολή/ἀνατολαὶ ἡλίου, πρωί.

  • Ἡ ἠὼς εἶναι βέβαια προσηγορικὸ ὄνομα στὸν Ὅμηρο (Α477, Ι707, Λ84, Μ239, Φ111, Ω31, β1, η288, ν240, π2), εἶναι ὅμως καὶ θεότητα, σύζυγος τοῦ Τιθωνοῦ, τὸν ὁποῖο ἐγκαταλείπει, μόλις ἐγερθεῖ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου (Β48, Λ!, Τ1, ε1, ι76, ο250). Συχνὰ προσδιορίζεται μὲ ἕνα ἐπίθετο, ῥοδοδάκτυλος, ἠριγένεια, καλή, ἢ μπορεῖ νὰ τίθεται ἀντ’ αὐτῆς μόνο τὸ ἠριγένεια.

Γ. Ἀρχικὰ κατὰ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου λαμβανόταν τὸ πρῶτο φαγητό, τὸ λεγόμενον ἄριστον, ὅπως στὸν Ὅμηρο δηλώνεται «ἐντύνοντο ἄριστον» (Ω124, π2)= ἑτοίμαζαν πρωινὸ φαγητό. Ἀργότερα αὐτὸ τὸ γεῦμα ὀνομάστηκε ἀκράτισμα, τὸ δὲ ἄριστον μετατοπίστηκε χρονικὰ καὶ ἔγινε μεσημεριανὸ φαγητό. (Ἐτυμολογικὰ δὲν σχετίζεται μὲ τὸ ἐπίθετο ἄριστος).

Δ.  Λίγες ὧρες μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἥλιου οἱ κάτοικοι τῆς πόλης, ἰδιαίτερα οἱ Ἀθηναῖοι, πήγαιναν στὴν ἀγορά, ὅπου, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ψώνια, συζητοῦσαν γιὰ διάφορα θέματα, προσωπικά, ἐπαγγελματικά, θρησκευτικά, πολιτικά. Αὐτὴ ἡ χρονικὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἀγορὰ ἦταν γεμάτη κόσμο, ὀνομάστηκε ἀμφὶ ἀγορὰν πλήθουσαν.

Ε. Ἡ ὥρα τοῦ μεσημεριοῦ λεγόταν μέσον ἡμέρας καὶ μεσημβρία, καὶ ἄριστον, ὅπως ἀνωτέρω σημειώθηκε.

Στ. Ἡ μετὰ τὸ μεσημέρι ὥρα, τὸ δειλινό, ὀνομαζόταν δείελον (ἦμαρ) καὶ δείλη. Τὸ πρῶτο δειλινὸ λεγόταν δείλη πρωία καὶ τὸ ἀργὰ δείλη ὀψία.

Ζ. Τὸ βράδυ λεγόταν ἑσπέρα καὶ λάμβανε χώρα μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου, περὶ ἡλίου δυσμάς.

Η. Μόλις ἔπεφτε τὸ σκοτάδι, ὁ σκότος, ἄναβαν τὰ λυχνάρια, περὶ λύχνων ἁφάς, καὶ ἔπαιρναν τὸ βραδινὸ φαγητό, τὸ δόρπον. Αὐτὴ ἡ ὥρα ὀνομαζόταν καί (ἀμφί) δορπηστόν. Ἀργότερα χρησιμοποιήθηκε ἀποκλειστικὰ ὁ ὅρος δεῖπνον, ὁ ὁποῖος στὸν Ὅμηρο σήμαινε ἐνίοτε τὴ μεσημβρινὴ τροφή (Λ85), ἐνίοτε τὸ πρωινὸ φαγητὸ ἀντὶ τοῦ ἀρίστου (Β381, Κ578, Τ171, ο94) καὶ ἐνίοτε τὸ ἑσπερινό (Ρ176, Υ390). Οἱ Ἀθηναῖοι ἔτρωγαν τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα: τὰ ἄριστα, τὰ δεῖπνα καὶ τὰ δόρπα.

Θ.  Ἡ νὺξ στὸν Ὅμηρο ὡς πρόσωπο ἀπαντᾶται δύο φορές (Ξ78/259) μὲ τὸ χαρακτηριστικὰ ἐπίθετα «ἀβρότη»= ἀθάνατη, ἱερή, καὶ «δμήτειρα»= δαμάστρια (τῶν θεῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων). Στὶς λοιπὲς περιπτώσεις σημαίνει τόσο τὴ θεότητα καὶ ὅσο τὸ σκοτάδι.

  1. Ἡ νὺξ ἔρχεται (Β387) γρήγορη (θοή: Μ463) καὶ καταστρεπτική (ὀλοή: Π567), φθίνει (ν338) ὅπως τὸ ἦμαρ, καὶ παροίχεται (Κ252). Ὅταν ἔρχεται, ἁπλώνεται (μ315) καὶ τὰ καλύπτει ὅλα μὲ σκοτάδι (Ε23, Χ466), διὸ καὶ χαρακτηρίζεται μὲ δύο ταυτόσημα ἐπίθετα, ἐρεβεννή (Ν425, Χ466), μέλαινα (η253).
  2. Κάθε τι σκοτεινὸ ἢ φοβερὸ παρομοιάζεται μὲ τὴ νύκτα (Α47, λ606, υ362), ἀκόμη καὶ ὁ θάνατος συχνότατα.
  3. Ἡ νὺξ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου καὶ ἑξῆς χωριζόταν σὲ τρία μέρη (Κ252-253) «παροίχωκεν δὲ πλέων νὺξ τῶν δύο μοιράων, τριτάτη δ᾽ ἔτι μοῖρα λέλειπται», (μ312) «ἦμος δὲ τρίχα νυκτὸς ἔην, μετὰ δ᾿ ἄστρα βεβήκει». Τὰ μεσάνυχτα λέγονταν μέσαι νύκτες.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ἡ δάσυνση τῆς λέξης ἡμέρας ἔγινε μεταγενεστέρως καὶ μᾶλλον κατ’ ἀναλογία πρὸς τὸ ἀντίθετο αὐτῆς ἑσπέρα.

Μιχαὴλ Χρ. Ἀλεξανδρῆς
φιλόλογος

φωτογραφία

(Visited 47 times, 1 visits today)




Leave a Reply