Λαπήθου καὶ Καραβᾶς στὰ χέρια τῶν Τούρκων

Ἐφημερὶς τῆς 7ης Αὐγούστου 1974, ποὺ ἀνακοινώνει ὅτι ἔπεσε ὁ Καραβᾶς στὰ χέρια τῶν Τούρκων.
(φωτογραφία τοῦ Ἀ. Γεωργιάδου)

Λαπήθου καὶ Καραβᾶς στὰ χέρια τῶν Τούρκων2

Σὰν σήμερα, στὶς 6 Αὐγούστου 1974, οἱ δύο κωμοπόλεις Καραβᾶ καὶ Λαπήθου, ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν Τούρκων.

Ὁ σκληρὸς ἀγῶνας τοῦ Κρητικοῦ Ἀνθυπολοχαγοὺ Σταύρου Μπιτσάκη καὶ ὁ ἡρωικὸς θάνατός του περιγράφονται ἀπὸ ἔνα ἱστορικὸ ντοκουμέντο – τοῦ Μαρκίδου – ποὺ περιέχεται στὸ βιβλίο μου «Κύπρος 1974, Ἡ Μεγάλη Προδοσία.»

Εὐρισκόμεθα στὰ Δυτικὰ τοῦ προγεφυρώματος. Περίοδος ἐκεχειρίας. Μιᾶς ἐκεχειρίας ποὺ δὲν ἀπέτρεψε οὔτε τὴν προώθηση τῶν Τούρκων, οὔτε βέβαια τὴν ἀπόβαση τῆς 28ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας τους ὑπὸ τὸν Ὑποστράτηγο Φαζὶλ Πολάτ.

«Τὸ ξημέρωμα τῆς 6ης Αὐγούστου, μαζὺ μὲ 5-6 ἀκόμα στρατιῶτες, ἤμουν στὴν ταράτσα τοῦ Φοντάνα Ἀμορόζα, ἀνατολικὰ τοῦ Καραβᾶ καὶ δεξιὰ τοῦ κυρίου δρόμου ποὺ ὁδηγοῦσε πρὸς τὴν Κερύνεια. Βρισκόμασταν ἐκεῖ γιὰ νὰ ἐλέγχουμε τὴν περιοχὴ καὶ τὶς κινήσεις τῶν Τούρκων, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ δείχνουμε στοὺς ἀξιωματικοὺς Ἑλλάδος, Τουρκίας καὶ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, οἱ ὁποῖοι πετοῦσαν μὲ ἐλικόπτερο ἐπάνω ἀπὸ τὴν περιοχὴ γιὰ νὰ σχεδιάσουν σὲ χάρτη τὶς περιοχὲς ποὺ κατεῖχε ἡ κάθε πλευρὰ τῶν ἐμπολέμων, ὅτι τὰ χωριὰ Λαπήθου καὶ Καραβᾶς ἦσαν ὑπὸ Ἑλληνικὴ καὶ ὄχι Τουρκικὴ κατοχὴ – ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Τοῦρκος συνταγματάρχης Νιαζὶ Τσακάρ, ὁ ὁποῖος μετεῖχε στὸ ἔργο τῆς χαράξεως τῶν γραμμῶν.

Γιὰ τὸ ἔργο τῶν χαρτογραφήσεων κατὰ τὴν διάσκεψη τῆς Γενεύης – μετὰ τὴν «ἐκεχειρία» τῆς 22ας Ἰουλίου 1974 – δίνονται ἐνδιαφέρουσες λεπτομέρειες ἀπὸ ἔγγραφο τοῦ Ντίμη Δημητρίου, μὲ ἡμερομηνία 4.8.74 καὶ τὸ ὁποῖο γράφτηκε μετὰ ἀπὸ ἐνημέρωσή του ἀπὸ τὸν συνταγματάρχη Τσολάκη. Ἀναφέρει συγκεκριμένα τὰ ἑξῆς:

«Σχετικῶς μὲ Καραβᾶ, Λάπηθο καὶ Σύσκληπον γίνεται μεγάλη συζήτηση. Οἱ Τοῦρκοι διατείνονται ὅτι κατεῖχαν αὐτὰ τὰ χωριὰ τὴν 30ὴν Ἰουλίου καὶ ὧρα 22.00, ἐνῶ ἐμεὶς ἐπαρουσιάσαμεν ἀποδείξεις ὅτι αὐτὰ τὰ χωρία δεν κατείχοντο ὑπὸ τῶν Τούρκων.

Μερικὲς ἀπὸ τὰς ἀποδείξεις ἦσαν συνομιλίαι ἠμῶν μετὰ τῶν Εἰρηνευτῶν, σχετικῶς μὲ τὰ ὡς ἄνω χωρία. Οἱ Τοῦρκοι λέγουν ὅτι ἴσως μερικὰς φορὰς νὰ ὑποχωροῦσαν ἀπὸ τὰς θέσεις των, ὅμως αὐτὰς τάς κινήσεις τὰς θεωροῦν ἐκκαθαριστικάς. Εἰς τὴν πραγματικότητα ὅμως, ὡς διατείνονται, κατεῖχαν τὰς ὡς ἄνω περιοχὰς καὶ δὲν εἶναι διατεθειμένοι ποσῶς νὰ ὑποχωρήσουν ἐξ αὐτῶν».

Στὴν πραγματικότητα – ὅπως τὴν ἔζησα ὁ ἴδιος προσωπικὰ – τὰ χωρία αὐτὰ ἦσαν στὰ χέρια τῶν Τούρκων μέχρι τὶς 28-29 Ἰουλίου, ὅταν ὁ 2ος λόχος τοῦ 256 τάγματος πεζικοῦ μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἥρωα – ἀνθυπολοχαγὸ Σταῦρο Μπιτσάκη, πέρασε ἀπὸ τὴν Λάπηθο καὶ μπῆκε στὸν Καραβᾶ. Σὲ κάποιο σπίτι, θυμᾶμαι, ἦσαν κρυμμένοι 4-6 ἄνδρες καὶ ὅταν σιγουρεύτηκαν πὼς εἴμαστε Ἕλληνες στρατιῶτες βγῆκαν ἀπὸ τὶς κρυψῶνες τους καὶ – θυμᾶμαι πολὺ καθαρὰ – κλαίγοντας μὲ ἀναφιλητὰ ἔπεσαν στὰ γόνατα καὶ φιλοῦσαν τὰ πόδια μας! Τὸ τὶ ἀκριβῶς τοὺς εἶχε συμβῆ καὶ τὸ πῶς ἔνοιωθαν θὰ πρέῆ, νομίζω, νὰ τὸ ἐξιστορήσουν κάποτε οἱ ἴδιοι.

Οἱ Τοῦρκοι, ποὺ ἦσαν ἐκεῖ διατηρώντας ὑπὸ τὴν κατοχή τους τὰ χωρία αὐτά, ἔφυγαν τόσο βιαστικὰ ποὺ παράτησαν πυρομαχικά, κονσέρβες καὶ ἄλλα προσωπικά τοὺς ἀντικείμενα.

Οἱ ἴδιοι κωλυσιεργοῦσαν σκόπιμα, γιὰ νὰ μὴν δεσμευθοῦν μὲ τὴν χάραξη γραμμῶν ἐκεχειρίας καὶ ἔτσι τῇν μία ἡμέρα ἰσχυρίζονταν ὅτι τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη εἶναι ἀναρμόδια νὰ ὑποδείξουν τὶς θέσεις τῶν ἀντιπάλων, τὴν ἄλλη ἀρνιοῦντο, χωρὶς ἐπιχειρήματα, νὰ συζητήσουν γι’ αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν περιοχὴ καὶ τὴν ἑπομένη δὲν ἤθελαν νὰ πετάξουν μὲ τὸ ἐλικόπτερο γιὰ τὴν ἀπὸ ἀέρος παρατήρηση καὶ καταγραφὴ τῶν θέσεων τῆς κάθε παρατάξεως, ὅπως προέβλεπε ἡ συμφωνία τῆς Γενεύης.

Συγχρόνως, τὸ τουρκικὸ στρατιωτικὸ ἐπιτελεῖο μὲ διαταγὴ τοῦ ὑποστρατήγου Φαζὶλ Πολὰτ (30.7.74) πρὸς τὶς διοικήσεις τοῦ 61ου συντάγματος πεζικοῦ, τῆς ἐπιλαρχίας ἁρμάτων, τῆς ταξιαρχίας κομμάντος, τοῦ ἀμφιβίου συντάγματος, τῶν μονάδων πυροβολικοῦ καὶ αὐτοκινουμένων πυροβόλων καὶ πρὸς τὴν ναυτικὴ διοίκηση, ἑτοιμαζόταν γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ αἰφνιδιάσῃ, παραβιάζοντας τὴν «ἐκεχειρεία» καὶ νὰ διώξῃ τὶς ἑλληνικὲς δυνάμεις ἀπὸ τὶς ἀμφισβητούμενες περιοχές.

Ἡ μάχη

Τὸ πρωί, λοιπόν, τῆς 6ης Αὐγούστου, ἀπὸ τὸ βουνὸ ποὺ εὑρίσκεται στὰ χωριὰ Ἐλιὰ καὶ  Καραβᾶς ἐρίφθησαν συνθηματικὲς φωτοβολίδες καὶ ἀμέσως ἄλλες φωτοβολίδες μὲ τὰ ἴδια χρώματα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γεώργιο καὶ τὴν θάλασσα καὶ στὴν συνέχεια… ἄνοιξαν οἱ πύλες τῆς κολάσεως.

Οἱ Τοῦρκοι ξετύλιγαν ἕνα πολὺ καλὰ ὀργανωμένο σχέδιο ποὺ μὲ 14 περίπου χιλιάδες στρατό, καταδρομεῖς, 50 ἅρματα μάχης, πυροβολικὸ καὶ τὴν βοήθεια σκαφῶν τοῦ ναυτικοῦ ξεκινοῦσαν ἀπὸ τὶς τρεῖς πλευρὲς ἐπίθεση ἐνάντια σὲ 50-60 ἄνδρες τοῦ 256 τάγματος πεζικοῦ ποὺ μὲ λιανοτούφεκα καὶ λίγες χειροβομβίδες, 2-3 Μπρὲν καὶ τὴν… ψυχή τους, εὑρέθησαν ἐκεῖ γιὰ νὰ  σχηματίσουν μέτωπο καὶ νὰ κρατήσουν ἑλληνικὰ τὰ χωριὰ Λάπηθος καὶ Καραβᾶς. Καὶ τὸ τραγικότερο εἶναι ποὺ τὸ ΡΙΚ (Ῥαδιοφωνικὸ Ἵδρυμα Κύπρου) ὄλες αὐτὲς τὶς ἡμέρες – μέχρι καὶ τὴν 5η Αὐγούστου ποὺ τὸ ἄκουγα – ἔλεγε ὅτι «τὰ χωριὰ Λάπηθος καὶ Καραβᾶς εἶναι ὑπὸ τουρκικὴ κατοχή» καὶ καλοῦσε τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς ν’ ἀποφύγουν νὰ προσεγγὶσουν τὴν περιοχὴ καὶ τὰ σπίτια τους!

Μετὰ τὸ πρῶτο ξάφνιασμα ἀπὸ τὴν ἐπίθεση, προσπαθήσαμε νὰ ὀργανωθοῦμε καὶ ἀρχίσαμε νὰ ἀνταποδίδουμε τὰ πυρά. Κύρια ἔγνοια μας ἦταν, νὰ ἔλθουμε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν διοικητὴ τοῦ λόχου Σταῦρο Μπιτσάκη, γιὰ νὰ πάρουμε ὁδηγίες καὶ νὰ συντονισθοῦμε.

Οἱ Τοῦρκοι ὅμως, ποὺ ἤξεραν ἀκριβῶς τὶς θέσεις μας, ἄρχισαν – ἐνῶ ἔπεφταν ἀκόμη βλήματα ἀπὸ τὸ πυροβολικό τους – νὰ κινοῦνται πρὸς τὶς οἰκίες, στὶς στέγες τῶν ὁποίων εἴχαμε τὰ παρατηρητήρια – φυλάκιά μας. Ἦταν μιὰ καλὴ εὐκαιρία γιὰ ἐμᾶς νὰ τοὺς προκαλέσουμε εὔκολα ἀπώλειες καὶ αὐτὸ κάναμε. Ὅμως, τὰ βλήματα ἀπὸ τὸ πυροβολικὸ καὶ τὰ τεθωρακισμένα ἔπεφταν τώρα δίπλα κι ἐπάνω στὶς στέγες τῶν σπιτιῶν, στὰ ὁποία εὑρισκόμεθα.

Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Σταῦρος Μπιτσάκης ἔτρεχε, πυροβολώντας μὲ τὸ αὐτόματο «Τόμσον» ποὺ εἶχε, ἀπὸ φυλάκιο σὲ φυλάκιο, ἀγριεμένος, ὄρθιος καὶ ἀκάλυπτος ἐντελῶς, φώναζε τοὺς στρατιῶτες μὲ τὰ ὀνόματά τους, προσπαθοῦσε νὰ μᾶς ἐμψυχώσῃ καὶ νὰ μᾶς φέρῃ σὲ κάποιο συγκεκριμένο σημεῖο, κοντά του καὶ κοντὰ στὸ Φοντάνα Ἀμορόζα, στὴν στέγη τοῦ ὁποίου ἔτυχε νὰ εὑρίσκομαι.

Καὶ ξαφνικά, σὰν νὰ εἶχα τυφλωθεῖ καὶ συγχρόνως κουφάθηκα, ἐνῶ ἀπὸ τὴν σκόνη καὶ τὸν καπνὸ πνιγόμουν. Ἐχθρικὸ βλῆμα εἶχε πέση ἀνάμεσά μας, ἐπάνω στὴν στέγῃ τοῦ Φοντάνα Ἀμορόζα καὶ ὅσοι δὲν κτυπηθήκαμε, κατρακυλήσαμε κυριολεκτικὰ ἀπό τις σκάλες καὶ εὑρέθημεν σὲ ἕνα χωράφι παραδίπλα.

Εἴμασταν 3-4 στρατιῶτες καὶ ξαφνικὰ στὴν ἄκρη τοῦ χωραφιοῦ βλέπουμε 30-40 ἄλλους νὰ μᾶς πλησιάζουν…
Προσπάθησα νὰ τοὺς μιλήσω καὶ νὰ τοὺς πῶ νὰ καλυφθοῦν, γιατὶ οἱ Τοῦρκοι πλησιάζουν ἀπὸ τὴν νοτιοανατολικὴ πλευρά. Αὐτοὶ ὅμως δὲν ἀπαντοῦσαν καὶ ξαφνικά… ἄρχισαν νὰ οὐρλιάζουν καὶ νὰ μᾶς πυροβολοῦν, τρέχοντας κατ’ἐπάνω μας… Ἦσαν Τοῦρκοι!

Ἐκείνη τὴν στιγμὴ δὲν νομίζω νὰ καταλάβαινα καλὰ καλὰ τὶ ἔκανα. Οὐρλιαζα κι ἐγώ, βλαστημοῦσα τοὺς Τούρκους κι ὅλην τὴν Τουρκία, γύριζα γύρω γύρω καὶ πυροβολοῦσα καί… σὲ μιὰ στιγμὴ  βλέπω δίπλα μου τὸν Σταῦρο Μπιτσάκη, καταϊδρωμένο, μπαρουτοκαπνισμένο, νὰ γελᾷ, νὰ βλαστημᾷ καὶ νὰ βρίζῃ… Οἱ Τοῦρκοι ἐξηφανίσθησαν γιὰ μίαν στιγμὴ καὶ κοντά μας εὑρέθησαν καμμιὰ δεκαριὰ παιδιὰ τοῦ λόχου. Ὁ Μπιτσάκης μα[ς εἶπε νὰ προσπαθήσουμε νὰ κρατηθοῦμε σὲ ἐκεῖνο τὸ χωράφι καὶ νὰ τὸν περιμένουμε κι αὐτὸς θὰ ἔκανε ἄλλην μία προσπάθεια νὰ μαζέψῃς δικούς του στρατιῶτες πού, ἴσως, εἶχαν μείνη σὲ κάποιες στέγες σπιτιῶν ἢ κοντὰ σὲ αὐτά, περιμένοντας βοήθεια ἢ ἄλλες διαταγές.

Ἡ δευτέρα ἐπίθεσις

Ἡ ἑπομένη ἐπίθεσις τῶν Τούρκων ἤταν πιὸ βίαιη, πιὸ μαζικὴ καὶ ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ δρόμου (ἀπὸ τὸν Ἀγ. Γεώργιο) ἐφάνησαν τὰ  πρῶτα ἅρματα μάχης. Δὲν μπορούσαμε νὰ μείνουμε ἄλλο ἐκεῖ. Ἐνῶ συζητούσαμε γιὰ τὸ ποῦ ἀκριβῶς θὰ μπορούσαμε νὰ καλυφθοῦμε καλλίτερα καὶ νὰ περιμένουμε τὸν ἀνθυπολοχαγό, οἱ Τοῦρκοι εὑρέθησαν καὶ πάλι ἀνάμεσά μας καὶ ἦσαν στιγμές, πραγματικά, ποὺ στὰ 5-10 μέτρα δὲν μποροῦσα νὰ ξεχωρίσω ἂν οἱ σιλουέτες ποὺ ἔβλεπα, μέσα στοὺς καπνοὺς καὶ στὴν σκόνη, ἦσαν σύντροφοι Ἕλληνες, ἢ μήπως ἐπρόκειτο γιὰ Τούρκους…

Γιὰ ἄλλην μιὰ φορά, λοιπόν, χάθηκα, εὑρέθην μόνος στὴν μέση ἑνὸς χωραφιοῦ καὶ πάλι, σὲ μίαν στιγμή, ἀκούω θόρυβο πίσω ἀπὸ τὶς λεμονιές, γυρίζω μὲ τὸ ὄπλο προτεταμένο καὶ εὑρίσκομαι πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Μπιτσάκη. Σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, ἀπὸ τὴν κάτω πλευρὰ τοῦ κυρίου δρόμου – πρὸς τὴν θάλασσα – καὶ στὰ πρῶτα σπίτια τοῦ Καραβᾶ, συναντήσαμε μία μαυροφορεμένη γυναῖκα, ἡλικιωμένη, φοβισμένη καὶ ἀνήσυχη, ἡ ὁποία φαινόταν νὰ εἶναι ἡ τελευταία κάτοικος τοῦ χωριοῦ ποὺ εἶχε ἀπομείνη. Μᾶς  ἐζήτησε νὰ τὴν πάρουμε μαζύ μας καὶ τῆς ἐξήγησα πὼς αὐτὸ ἤταν ἀδύνατον. Τῆς εἶπα ποῦ ἀκριβῶς ἤσαν οἱ Τοῦρκοι καὶ μιᾶς καὶ δὲν ξέραμε ἂν ἤταν ἁπλᾶ μία παραβίασις ἐκεχειρίας, ἢ ἐὰν ὁ πόλεμος θὰ κρατοῦσε γιὰ πολύ, τῆς εἴπαμε νὰ μπῇ σὲ μίαν ἀποθήκη – γκαράζ, ποὺ ἦταν ἐκεῖ κοντά, νὰ κρυφθῇ ὥσπου νὰ σταματήσουν οἱ πυροβολισμοὶ κι ὅταν – ἂν γλυτώναμε – θὰ δίναμε ἀναφορὰ στὸν Ἐρυθρὸ Σταυρὸ ἢ στὰ Ἡνωμένα Ἔθνη νὰ τὴν ἀναζητήσουν. Μᾶς ἔδωσε τὴν εὐχή της ἡ γιαγιὰ καὶ προχώρησε γιὰ νὰ κρυφθῇ….

Κάπου ἐκεῖ εὑρέθησαν ἄλλοι 6-8 ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες τοῦ λόχου μας, μαζὺ κι ὁ ἀσυρματιστής, κι ὅλοι μαζὺ ἀποφασίσαμε νὰ κινηθοῦμε συντονισμένα, ὅπου συναντήσουμε Τούρκους νὰ τοὺς κτυπήσουμε καὶ νὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ μαζέψουμε ὅλον τὸν λόχο. Πολὺ γρήγορα ὅμως, διαπιστώσαμε ὅτι αὐτὸ ἦταν πιὰ ἀδύνατον. Σὲ ἔνα σημεῖο, στὰ δυτικὰ τοῦ χωριοῦ Καραβᾶς, ἔδωσε διαταγὴ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Μπιτσάκης, νὰ ὀχυρωθοῦμε πίίσω ἀπὸ ἔναν τοῖχο καὶ μὲ μέτωπο πρὸς τὸν Καραβᾶ – Ἀγ. Γεώργιο νὰ κρατήσουμε ἄμυνα, γιὰ ὄσο ἀντέξουμε (μέχρι νὰ μᾶς σωθοῦν τὰ πυρομαχικὰ ἢ νὰ σκοτωθοῦμε).

Πορεία πρὸς τὰ πίσω

Δεν εἶχε περάση οὔτε μισὴ ὥρα καὶ ἄρχισαν νὰ μᾶς κτυποῦν μὲ βλήματα πυροβολικοῦ – ὅλμων καὶ ἀμέσως μετὰ πυροβολισμοὶ ἀπὸ Τούρκους ποὺ εὐρέθησαν νὰ ἔχουν προχωρήσει πίσω ἀπὸ ἐμᾶς πρὸς τὴν Λάπηθο. Καταλάβαμε τότε, βλέποντας καὶ τὰ σκάφη τοῦ τουρκικοῦ στόλου νὰ προχωροῦν στὴν θάλασσα, ἀκόμη καὶ δυτικότερα τῆς Λαπήθου, ὅτι ἡ περιοχὴ εἶχε γεμίση ἀπὸ ἐχθρικὲς δυνάμεις, ὅτι δὲν ὑπῆρχε πιὰ «μέτωπο» γιὰ νὰ κρατήσουμε, κι ὅτι αὐτὸ ποὺ μᾶς ἀπέμενε ἦταν νὰ μείνουμε κρυμμένοι κάνοντας ἀντάρτικο ἢ νὰ ὀπισθοχωρήσουμε, ἀναζητώντας τὴν ἕδρα τοῦ τάγματος, γιὰ ἀνασυγκρότηση καὶ νέες διαταγές. Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ ἀσυρματιστής, νομίζω τραυματίσθηκε ἢ κάτι ἄλλο συνέβη στὸν ἀσύρματο – ἔτσι κι ἀλλιοῶς μᾶς ἦταν ἄχρηστος, γιατὶ οὔτε κάλυψη εἴχαμε ὅταν τὴν ζητήσαμε, οὔτε ἐνισχύσεις μᾶς ἔστειλαν – καὶ ἀποφασίσαμε νὰ καταστρέψουμε καὶ νὰ θάψουμε τὸν ἀσύρματο. Στὸν δρόμο πρὸς τὴν ἕδρα τοῦ τάγματος, ποὺ ὑπολογίζαμε νὰ βροῦμε δυτικὰ τῆς Λαπήθου, κοντὰ στὸν κύριο δρόμο, ἐνεπλάκημεν ξανὰ σὲ μάχη, καὶ στὴν σύγχυση ποὺ ἐπηκολούθησε «χάσαμε» τὸν ἀνθυπολοχαγό. Οἱ ἐλάχιστοι πιὰ στρατιῶτες ποὺ ἦσαν μαζύ μας, 4-5, ἀπεφάσισαν νὰ κατευθυνθοῦν πρὸς τὴν Λάπηθο, προχωρώντας, ἀνάμεσα στὸν ἀσφαλτοστρωμένο δρόμο καὶ τὴν θάλασσα, πρὸς τὰ δυτικά. Ἐγὼ δὲν τοὺς ἀκολούθησα ἐπιμένοντας νὰ ψάχνω γιὰ τὸν ἀνθυπολοχαγό. Πέρασα ἐπάνω ἀπὸ τὸν κύριο δρόμο, πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ Πενταδακτύλου καὶ στράφηκα πρὸς τὸν Καραβᾶ ξανά.

Σὲ κάποιαν στιγμὴ εἴχα χάση τὴν αἴσθηση τοῦ χρόνου καὶ μέχρι τώρα δὲν ξέρω ἐὰν ἦταν πρωὶ ἢ μεσημέρι ἢ μετὰ τὸ μεσημέρι, ἄκουσα θόρυβο μηχανῆς αὐτοκινήτου καί, πλησιάζοντας στὸν δρόμο, εἶδα ἕνα φορτηγὸ τῆς Ἐθνικῆς Φρουρᾶς συνοδευόμενο ἀπὸ ἔνα λαντρόβερ μὲ ἕνα ἀντιαρματικὸ ΠΑΟ-106, νὰ προχωρῇ πρός… τὸ στόμα τοῦ λύκου. Οἱ Τοῦρκοι ἦσαν παντοῦ καὶ τὰ τουρκικὰ ἅρματα μάχης προχωροῦσαν ἥδη πρὸς τὴν Λάπηθο, ἔχοντας περάσει τὸν Καραβᾶ.

Μὲ κάποιες προφυλάξεις τοὺς πλησίασα καὶ ἀφοῦ σιγουρευθήκαμε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον, μιλήσαμε κι ἔμαθα πὼς  ἦσαν στρατιῶτες τῆς ΕΛΔΥΚ ποὺ ἦλθαν ἐκεῖ γιὰ νὰ βροῦν τὸν Μπιτσάκη «ζωντανὸ ἢ νεκρό», ὅπως εἶπαν καὶ νὰ τὸν συνοδεύσουν πρὸς τὴν ἕδρα τοῦ τάγματος. Ἀφοῦ τοὺς ἐξήγησα κι ἐγὼ τὶ εἶχε συμβῆ, σκορπίσαμε καὶ συνεχίσαμε μαζὺ τὴν ἀναζήτηση κι ἀπὸ τὶς δύο  πλευρὲς τοῦ δρόμου, προχωρώντας πάντα πρὸς τὸν Καραβὰ. Καί, πράγματι, μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα ξεπετάχθηκε μπροστά μας ὁ Σταῦρος, γερός, μὲ μουντζουρωμένο τὸ πρόσωπο ἀπὸ τοὺς καπνοὺς καὶ τὸ μπαροῦτι, γεμάτος νεῦρο κι ἀποφασιστικότητα, ἔντονα ὅμως, τώρα πιά, προβληματισμένος μὲ τὴν στάση τῆς Διοικήσεως καὶ τὰ ὅσα συνέβαιναν…

Μετὰ ἀπὸ κάποιες συνεννοήσεις μεταξύ μας, πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ὅλους μαζὺ στὴν ἕδρα τοῦ τάγματος. Ἀποφασίσαμε νὰ ἀραιώσουμε νὰ διώξουμε τὰ ὀχήματα (φορτηγὸ καὶ λαντρόβερ μὲ τὸ ΠΑΟ-106) καὶ νὰ προχωρήσουμε, μέσα ἀπὸ περιβόλια καὶ κοντὰ στὸν αὐτοκινητόδρομο, πρὸς τὴν Λάπηθο.

Ὁ θάνατος τοῦ Μπιτσάκη

Ἡ διαδρομὴ αὐτή, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βλήματα πυροβολικοῦ, ὅλμων καὶ πολεμικῶν ὅπλων ποὺ ἔπεφταν κοντά μας καθ’ ὅλη τὴν πορεία πρὸς τὴν Λάπηθο, ἦταν σχετικὰ ὁμαλή, πού.. σὲ μίαν στιγμή,  ἐνῶ προχωρούσαμε μὲ τὸν Σταῦρο Μπιτσάκη μπροστά, εἶδα πίσω στρατιῶτες σὲ ἀπόσταση περίπου 200 μέτρων καὶ ἀπὸ τὴν ἐπάνω πλευρὰ τοῦ δρόμου πρὸς τὸν Πενταδάκτυλο. Ἤμασταν σίγουροι πως βρήκαμε ἐπὶ τέλους τὴν ἕδρα τοῦ τάγματος καὶ ξαλαφρωμένοι κάπως, ἀνεβήκαμε κοντὰ στὸν αὐτοκινητόδρομο καὶ ἀρχίσαμε νὰ φωνάζουμε πρὸς τοὺς στρατιῶτες, λέγοντάς τους ποιοὶ εἴμαστε. Εἴχαμε πλησιάση περίπου στὰ 50-60 μέτρα, ὅταν γιὰμίαν στιγμὴ ἄρχισαν νὰ ὑποψιάζομαι. Ἄκουγα τὶς φωνές τους ἀλλὰ δὲν ξεχώριζα ἢ μᾶλλον δὲν καταλάβαινα τὶ ἔλεγαν, κι ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἔχουν μάλιστα προτεταμένα τὰ ὅπλα τους. Ξαφνικὰ κατάλαβα. Δὲν ἦσαν δικοί μας, ἀλλὰ Τοῦρκοι. Δὲν πρόλαβα νὰ τὸ πῶ στὸν Σταῦρο καὶ οἱ Τοῦρκοι ἄρχισαν νὰ βάλλουν μὲ καταιγιστικὰ πυρὰ ἐναντίον μας. Οἱ πύλες τῆς κολάσεως ἄνοιξαν ξανά! Ἀκούω ἀκόμη στὰ αὐτιά μου τὰ λόγια τοῦ Σταύρου: «Ἀπάνω τους λεβέντες! Ἀπάνω τους καὶ τοὺς φάγαμε!».

Ὁ Σταῦρος, ἐγὼ κι ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες τῆς ΕΛΔΥΚ περνᾶμε τρέχοντας τὸν ἀσφαλτοστρωμένο δρόμο, προχωροῦμε πρὸς τὸ μέρος τῶν Τούρκων, καὶ πέφτουμε μὲ τὰ μούτρα κάτω, στὸ πρῶτο ἀνάχωμα ποὺ συναντοῦμε. Ἀνταποδίδουμε τὰ πυρὰ καὶ προσπαθοῦμε νὰ ἐκτιμήσουμε τὴν κατάσταση. Καὶ ἡ κατάστασις, γιὰ ἄλλην μίαν φορά, εἶναι τραγικὴ γιὰ ἐμᾶς.

Οἱ ὑπόλοιποι στρατιῶτες, μένοντας κάτω ἀπὸ τὸν κύριο δρόμο, δὲν εἶχαν ποῦ νὰ καλυφθοῦν καὶ ὀπισθοχώρησαν πρὸς τὰ βράχια τῆς θαλάσσης. Μείναμε ἐμεῖς οἱ τρεῖς ἀπέναντι σὲ 300-500, δὲν ξέρω, στρατιῶτες. Ἀργότερα διαπιστώσαμε ὅτι αὐτοὶ θὰ πρέπη νὰ ἦσαν οἱ ἀμφίβιες δυνάμεις καταδρομῶν ποὺ βγῆκαν ἀπὸ τὴν θάλασσα γιὰ νὰ μᾶς ἀποκόψουν τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἕδρα τοῦ τάγματος.

«Ἐδῶ θὰ μείνουμε!…»

Ὁ Σταῦρος Μπιτσάκης δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψῃ. Μ’ ἀγριεμένο βλέμμα κυττοῦσε ὁλόγυρα, φώναζε τὸν ἀρχιλοχία τῆς ΕΛΔΥΚ ζητώντας ἀνταπόκριση καὶ κάλυψη… Μάταια. Δὲν ὑπῆρχε σωτηρία… Καὶ ξαφνικά, τὸ πῆρε ἀπόφαση. «Ἐδῶ θὰ μείνουμε!», βροντοφώναξε.  Εἶχα πάψη ἐγώ, ἐδῶ καὶ πολλὴν ὥρα νὰ σκέπτομαι τὸν ἑαυτόν μου, τοὺς δικούς μου, τὴν ὅλην κατάσταση. Καθόμουν καὶ θαύμαζα αὐτὸ τὸ παλληκάρι. Ἤξερε πώς, σχεδὸν ὅλοι τὸν ταὔτιζαν μὲ τὴν Χούντα καὶ τοὺς προδότες ποὺ συνειδητὰ δούλευαν κάτω ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τῶν Ἀμερικανὼν καὶ Ἐγγλέζων. Ἐνοιωθε πικραμένος καὶ προδομένος. Κι ὅμως, πάντα ὑπερήφανος Ἕλλην καὶ Κρητικός, ἔνοιωθε τὸ χρέος. Ἤξερε πὼς οἱ ἀγῶνες καὶ ἡ θυσία του θὰ πήγαιναν χαμένα, ἀλλὰ ἦταν φιλότιμος, ἦταν γενναῖος, ἦταν ἀπόγονος τῶν Κρητῶν καὶ τῶν Ἑλλήνων, ποὺ γιὰ χιλιάδες τόσα χρόνια πολεμοῦσαν γιὰ νὰ κρατήσουν ἐλεύθερα κι  ἑλληνικὰ ἐτοῦτα τὰ χώματα. Ἔνοιωθε τὴν Κύπρο ὅπως τὴν Κρήτη, ὅπως τὴν Ἑλλάδα.

… Ἔνας ξηρός, μεταλλικὸς ἦχος, καὶ τὸ κεφάλι του, ποὺ μόλις ἀνασήκωσε γιὰ νὰ δῇ τὸν ὀχτρὸ καὶ νὰ τοῦ ἀδειάσῃ ἄλλην μία γεμιστήρα σφαῖρες, ἔγειρε κι ἀκούμπησε στὸ χῶμα. Τὸ ἅλικο, ἑλληνικό του αἷμα ζυμώθηκε μὲ τὸ ἑλληνικὸ χῶμα τῆς Λαπήθου, τῆς Κύπρου. Τὸ γενναῖο του πνεῦμα, ἡ ψυχή του, θὰ περιπλανιέται ἀκόμη ἐκεῖ, ἀνάμεσα στὶς λεμονιές, τὶς πορτοκαλιὲς καὶ τὶς ἐλιὲς τοῦ Καραβᾶ καὶ τῆς Λαπήθου καὶ θὰ μᾶς περιμένῃ νὰ τὸν ἀναζητήσουμε, νὰ βροῦμε καὶ νὰ θάψουμε τὸ λείψανο, τὰ κόκκαλά του, ποὺ ἔμειναν γιὰ πάντα ἐκεῖ.

Λαπήθου καὶ Καραβᾶς στὰ χέρια τῶν Τούρκων1

Τὴν 6η Αὐγούστου οἱ Τοῦρκοι ὑπερδιπλασίασαν τὸ προγεφύρωμά τους καὶ ἀπὸ ἐκεῖ  – μὲ τὴν δική μας ἀνοχὴ – προχώρησαν μετὰ μίαν ἑβδομάδα ποὺ πῆραν τὴν μισὴ Κύπρο. 
Τὴν 6η Αὐγούστου 1974 χάθηκε ὁ πόλεμος. Χάθηκε ἡ Κύπρος.»

Δόξα καὶ τιμὴ στὰ παλληκάρια, τὰ ὁποῖα προσπάθησαν νὰ κρατήσουν τὰ μέρη μας ἐλεύθερα!!!

Καλὴν ἀπελευθέρωση ἀδέλφια Κύπριοι!!!

Δημητριάδης Κωνσταντῖνος

(Visited 176 times, 1 visits today)




Leave a Reply