Μαθήματα Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν (17ον)

Μαθήματα Ἀρχαίων ἙλληνικῶνΜΑΘΗΜΑ 17ον

Στὸ προηγούμενο μάθημα εἲδαμε τοὺς ἀρχικοὺς χρόνους τοῦ «λύω» καὶ πῶς κλίνονται. Ἐπίσης εἲδαμε πῶς σχηματίζουν τοὺς ἀρχικοὺς χρόνους τὰ ὁμαλὰ ῥήματα.

Σήμερα θὰ ἀναφερθοῦμε στὰ ἀπαρέμφατα τῶν ῥημάτων (τῆς ἐνεργητικῆς φωνῆς).

Τὰ ἀπαρέμφατα δὲν κλίνονται.

Τὰ ἀπαρέμφατα δὲν τὰ χρησιμοποιοῦμε πιά, ἂν καὶ οἱ παλαιοὶ θὰ θυμοῦνται τὶς ἐπιγραφές: ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΖΕΙΝ, ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΤΥΕΙΝ.
(Σήμερα λέμε: εἶσαι τὸ «εἶναι» μου….Αὐτὸ τὸ «εἶναι» λέγεται ἀπαρέμφατο)

Ἡ λέξις «καπνίζειν» εἶναι ἀπαρέμφατο καὶ ἒχει ὡς ὑποκείμενο (δηλαδή: τὴν ἀπάντησι στὴν ἐρώτησι «ποιὸς καπνίζει») γενικὰ τὸ πλῆθος καὶ κανέναν συγκεκριμένα.
Τὸ ἲδιο καὶ ὁ τύπος «πτύειν». Δηλαδὴ ἡ φράσις «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΤΥΕΙΝ» ἀποδίδεται ὡς: «Ἀπαγορεύεται τὸ νὰ πτύῃ (νὰ φτύνῃ) γενικὰ τὸ πλῆθος ἢ ὁ ὁποιοσδήποτε».

Ἒτσι, ὃταν θὰ βροῦμε σὲ ἓνα ἀρχαῖο κείμενο ρηματικὸ τύπο μὲ κατάληξι –ειν, ἀναγνωρίζουμε ὃτι πρόκειται περὶ ἀπαρεμφάτου.

Π.χ. «Τὸ λακωνίζειν ἐστὶ φιλοσοφεῖν».

Βλέπετε τά ἀπαρέμφατα μέ κατάληξι –ειν;
Ἀποδίδουμε λοιπόν: Τὸ νὰ λακωνίζῃ κάποιος ἐστὶ (= εἶναι) νὰ φιλοσοφῇ.

(λακωνίζω= λέγω λίγα λόγια, διότι οἱ Σπαρτιάτες δὲν μιλοῦσαν πολύ.)

Τὰ ἀπαρέμφατα ἀλλάζουν κατάληξι ἀνάλογα μὲ τὸν χρόνο ποὺ χρησιμοποιοῦμε. Ὃπως ἢδη εἲδαμε, στὸν Ἐνεστῶτα ἡ κατάληξις τοῦ ἀπαρεμφάτου εἶναι –ειν.

Τώρα θὰ δοῦμε τὶς καταλήξεις τῶν ἀπαρεμφάτων τοῦ «λύω» συγκεντρωμένες.

Ἐνεστώς: λύ-ειν
Μέλλων: λύ-σειν
Ἀόριστος: λῦ-σαι
Παρακείμενος: λε-λυ-κέναι
(Οἱ ὑπόλοιποι χρόνοι δὲν ἒχουν ἀπαρέμφατο)

Ἂς τὰ δοῦμε μέσα σὲ προτάσεις γιὰ νὰ καταλάβουμε πῶς ἀποδίδονται:

Βούλομαι λύειν ἀσκήσεις: θέλω νὰ λύνω ἀσκήσεις.
Βούλομαι λύσειν ἀσκήσεις: θέλω νὰ λύσω (τώρα) ἀσκήσεις.
Βούλομαι λῦσαι ἀσκήσεις: θέλω νὰ λύσω (σὲ ἀόριστο χρόνο) ἀσκήσεις.
Βούλομαι λελυκέναι ἀσκήσεις: θέλω νὰ ἒχω λύσει ἀσκήσεις.

Οἱ καταλήξεις τῶν ἀπαρεμφάτων τῆς ἐνεργητικῆς φωνῆς βγαίνουν ἀπὸ τοὺς ἀρχικοὺς χρόνους τοῦ κάθε ῥήματος.

Ὡς ἂσκησι, ἂς βροῦμε τὰ ἀπαρέμφατα τοῦ ῥήματος «πράττω»:
(Ἀρχικοὶ χρόνοι: πράττω, ἒπραττον, πράξω, ἒπραξα, πέπραχα, ἐπεπράχειν)

Ἐνεστώς: πράτ-τειν
Μέλλων: πρά-ξειν (ἀφοῦ στὸν μέλλοντα τὸ «πράττω» γίνεται «πράξω»)
Ἀόριστος: πρᾶ-ξαι
Παρακείμενος: πε-πρα-χέναι (κατὰ τὸ λε-λυ-κέναι) (ἀφοῦ ὁ Παρακείμενος τοῦ «πράττω» εἶναι «πέπραχα»)

Βλέπουμε ὃτι γιὰ νὰ βροῦμε τὸ ἀπαρέμφατο πρέπει νὰ γνωρίζουμε τοὺς ἀρχικοὺς χρόνους τοῦ ῥήματος.

Ἂς συνεχίσουμε μὲ τὰ ἀπαρέμφατα τοῦ ῥήματος «γράφω» :

(οἱ ἀρχικοὶ χρόνοι τοῦ «γράφω»: γράφω, ἒγραφον, γράψω, ἒγραψα, γέγραφα, ἐγεγράφειν)

Ἐνεστώς: γρά-φειν
Μέλλων: γρά-ψειν
Ἀόριστος: γρᾶ-ψαι
Παρακείμενος: γε-γρα-φέναι (ἐκ τοῦ Παρακειμένου : γέγραφα)

Τέλος ἂς δοῦμε τὰ ἀπαρέμφατα τοῦ ῥήματος «πείθω» :

(ἀρχικοὶ χρόνοι: πείθω, ἒπειθον, πείσω, ἒπεισα, πέπεικα, ἐπεπείκειν)

Ἐνεστώς: πεί-θω
Μέλλων: πεί-σω
Ἀόριστος: πεῖ-σαι
Παρακείμενος: πε-πει-κέναι

Τὰ ἀπαρέμφατα πολλὲς φορὲς ἒχουν ὡς ὑποκείμενο συγκεκριμένο πρόσωπο. Γιὰ παράδειγμα, στὴν φράσι «βούλομαι λύειν ἀσκήσεις», τὸ ἀπαρέμφατο «λύειν» ἒχει ὡς ὑποκείμενο τὴν ἀντωνυμία «ἐγώ».
Καὶ ἐννοοῦμε: «βούλομαι (=θέλω)  νὰ λύνω ἀσκήσεις».

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ: ρῆμα τῆς φράσεως «βούλομαι».
Ὑποκείμενο (ποιός βούλεται;): ἐγώ.
Ἀντικείμενο : (τί βούλομαι;): λύειν.

Τώρα θὰ βροῦμε τὸ ὑποκείμενο τοῦ ἀπαρεμφάτου:
Ὑποκείμενο (ποιός «λύειν;») : ἐγώ.
Ἀντικείμενο (τί λύειν;): τὶς ἀσκήσεις.

Ὃταν τὸ ῥῆμα καὶ τὸ ἀπαρέμφατο ἒχουν τὸ ἲδιο ὑποκείμενο, ἒχουμε ταυτοπροσωπία.
Ὃταν τὸ ῥῆμα καὶ τὸ ἀπαρέμφατο ἒχουν διαφορετικὸ ὑποκείμενο, ἒχουμε ἑτεροπροσωπία καὶ τὸ Ὑποκείμενο τοῦ ἀπαρεμφάτου εἶναι πάντοτε στὴν αἰτιατικὴ πτῶσι.

Παράδειγμα: Μιλτιάδης ἒπεισε τοὺς Ἀθηναίους στρατεῦσαι.

Ἐντοπίζουμε ἀμέσως τό ἀπαρέμφατο ἀορίστου «στρατεῦσαι».

Ρῆμα: ἒπεισε.
Ὑποκείμενο: ποιός ἒπεισε; : Μιλτιάδης
Ἀντικείμενο; Τὶ ἒπεισε; «στρατεῦσαι».

Ὑποκείμενο «στρατεῦσαι» (ποιός «στρατεῦσαι»;): τοὺς Ἀθηναίους (αἰτιατική)

Ἀπόδοσις: Ὁ Μιλτιάδης ἒπεισε τοὺς Ἀθηναίους νὰ (ἐκ)στρατεύσουν.
(Ἒχουμε τονίσει σὲ παλαιότερο μάθημα πόσο μᾶς βοηθοῦν οἱ προθέσεις νὰ κατανοήσουμε ἂγνωστες λέξεις καὶ ῥήματα.)

Καὶ τελευταῖο ἀγαπημένο παράδειγμα ποὺ θυμοῦνται οἱ μεγαλύτεροι ἀπὸ τὸ σχολεῖο: Βούλομαι φαγεῖν τὸν πατέρα.

Ῥῆμα: βούλομαι.
Ὑποκείμενο (ποιός «βούλομαι;»): ἐγώ.
Ἀντικείμενο (τί «βούλομαι;»): φαγεῖν.

Ὑποκείμενο «φαγεῖν» ( ποιός «φαγεῖν;») : τὸν πατέρα (αἰτιατική)

Ἀπόδοσις: Βούλομαι νὰ φάγῃ ὁ πατέρας. (Κι ὂχι νὰ φάῳ τὸν πατέρα)
Μόλις ἐντοπίσουμε λέξι σὲ αἰτιατικὴ πτῶσι μέσα στὴν πρότασι ποὺ περιέχει ἀπαρέμφατο, κατανοοῦμε ὃτι πρόκειται περὶ ἑτεροπροσωπίας καὶ ἂρα τὸ ὑποκείμενο τοῦ ἀπαρεμφάτου εἶναι ἡ λέξις σὲ αἰτιατικὴ πτῶσι.

Αὐτὰ τὰ ὁλίγα, εἶναι τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα ποὺ πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὃσον ἀφορᾶ τὸ ἀπαρέμφατο. Ἂν τὰ κατανοήσουμε, θὰ εἲμαστε σὲ θέσι νὰ κατανοοῦμε ἁπλὰ ἀρχαῖα κείμενα.

Γιὰ περαιτέρω μελέτη ἐδῶ.

Ἐπίσης, ΠΡΟΣΟΧΗ στό χιλιοταλαιπωρημένο «δοῦναι καὶ λαβεῖν».

Δοῦναι: ἀπαρέμφατο ἀορίστου τοῦ ῥήματος «δίδωμι»
Λαβεῖν: ἀπαρέμφατο ἀορίστου τοῦ ἀνωμάλου ῥήματος «λαμβάνω»

Δοῦναι καὶ λαβεῖν : νὰ δίνω καὶ νὰ λαμβάνω, νὰ δίνῃ κάποιος καὶ νὰ λαμβάνῃ.

Χρύσα Λίνδου

 

(Visited 687 times, 2 visits today)




Leave a Reply