Γεννιέσαι Ἥρως, δὲν γίνεσαι…

Ἕνας χρόνος λοιπὸν ἀπὸ τότε ποὺ ἡ Ἑλλὰς ἔκλαψε γιὰ ἕνα παλληκάρι της…
Ἕνας χρόνος ἀπουσίας, δίπλα σὲ τόσες καὶ τόσες ἄλλες…
Ἂς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ παλληκαριοῦ, ποὺ ἔδωσε τόσα καὶ τόσα συνθήματα…

Σὰν ἀντικρίσω τὸ ἄσπρα ἄλογα τοῦ Αἰγαίου, χάνεται ἡ σκέψις μου στὸν Οὐρανὸ τοῦ Θείου, τοῦ Ὡραίου τοῦ Ἀληθινοῦ!

Δὲν εἶμαι ἡμίθεος, δὲν εἶμαι ἄτρωτος, δὲν εἶμαι κἂν ἥρως!
Ἔχω τοὺς φόβους μου, ἔχω τὶς ἀναστολές μου, ἔχω τὶς ἀνασφάλειές μου!

Μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι σὲ θέση νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν ἕρμη Πατρίδα κάτι τὸ καλλίτερο γιὰ ἐμένα, γιὰ τὰ παιδιά μου, μπορεῖ νὰ μὴν εἶμαι κἂν ἱκανὸς γιὰ αἀυτὰ ποὺ παίρνω!

Ὄλες αὐτὲς οἱ σκέψεις ποὺ περνοῦν ἀπὸ τὸ μυαλό μου, σφίγγουν τὸν λαιμὸ καὶ ξεραίνουν τὸ στόμα μου!

Καϋμένη Πατρίδα ἔχεις ὅλους τοὺς ἀχρήστους στὴν πλάτη σου ἔχεις καὶ ἐμέναν.
Μπορεῖ νὰ ἤξερα πόσο ἐπικίνδυνο καὶ ἀνούσιο, ἴσως καὶ ἄχρηστο, γιὰ πολλοὺς ἐκεῖ κάτω νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνω!
Ἴσως καὶ νὰ ἔχουν δίκαιο. Βλέπεις ἑγὼ δὲν κατεβάζω διακόπτες. Ἐγὼ δὲν ὁδηγῶ λεωφορεῖο μὲ 50 ψυχὲς. Ἐγὼ δὲν βγάζω φωτοτυπίες στὰ βουλευτικὰ ἕδρανα ἔνα χειμωνιάτικο βράδυ τοῦ Ἰανουαρίου, στὴν ζεστασιὰ τῆς Βουλῆς!
Ἐγὼ κάθομαι, σκέπτομαι, μελετῶ καὶ περιμένω τὸν Τοῦρκο.

Μπορεῖ καὶ ἑγὼ νὰ μὴν ἔχω νὰ πληρώσω τὰ κοινόχρηστα ἀλλὰ ἐσᾶς δὲν σᾶς ἐνδιαφέρει.
Μπορεῖ νὰ μὴν ἔχω νὰ πληρώσω τὸ χαράτσι στὸ πατρικὸ τοῦ χωριοῦ μου, ἀλλὰ ἐσᾶς δὲν σᾶς ἐνδιαφέρει.
Οὔτε καὶ πρέπει!

Ἐγὼ ὅμως πρέπει νὰ ἀδειάσω τὸ μυαλό μου, νὰ κλειδώσω τὸ ὑποσυνείδητο, νὰ μὴν σκεφθῶ ὅτι μὲ περιμενοῦν καὶ ἐμέναν στὸ σπίτι μου, ὅπως τόσους καὶ τόσους ἄλλους ποὺ οὐδέποτε γύρισαν πίσω ἀπὸ μίαν ἀκόμη καθημερινῇ ἀποστολή.
Ἴσως καὶ κάποιοι νὰ ποῦν ὅτι τὰ ἤθελε καὶ τὰ ἔπαθε!

Ὅμως ἐγὼ δὲν πετῶ γιὰ αὐτούς.
Πετῶ γιὰ τὸν πατέρα μου ποὺ καμαρώνει στὴν ἄκρη στὸ χωράφι ὅταν περνοῦν τὰ μαχητικά μας.

Πετῶ γιὰ τὸ παιδὶ στὴν Φλώρινα ποὺ περπατᾶ στὸ χιόνι νὰ πάῃ στὸ σχολείο του.
Πετῶ γιὰ τὸν παπά μας ποὺ κάνει χιλιόμετρα γιὰ νὰ κάνῃ Ἀνάσταση μὲ τοὺς τσοπαναραίους στὸ ὕψωμα τῆς Παναγιᾶς!
Πετῶ γιὰ τὸν ψαρά, ποὺ βγῆκε στὶς 4:00 μὲ τὴν ψαρόβαρκα νὰ φέρῃ τὸ μεροκάματο στὴν φαμελιά του.
Πετῶ γιὰ τὸν δασκαλάκο ποὺ πληρώνει ἀπὸ τὴν τσέπη του τὶς φωτοτυπίες στὰ Ἄγραφα τῆς Καρδίτσας.

Γιὰ αὐτοὺς πετῶ.

Γιὰ νὰ μποροῦν νὰ κάνουν αὐτὸ ποὺ χρόνια κάνουν καὶ νὰ κρατοῦν τὴν Πατρίδα μας ζωντανή!
Οὔτε αὐτοί, οὔτε ἑγὼ θὰ ζητήσω ὑπερωρίες, ἑιορτὲς καὶ Κυριακές, γιατὶ ἑγὼ πετῶ γιὰ τὴν Πατρίδα μου. Πετῶ γιὰ τοὺς δικούς μου ἀνθρώπους, αὐτοὺς ποὺ γλεντοῦν μὲ τὴν ψυχή τους, ζοῦν γιὰ μίαν στιγμὴ καὶ ὅταν πεθαίνουν ξεπροβοδίζουν τοὺς δικούς τους ἀνθρώπους μὲ τραγούδια καὶ εὔχονται καλὴν ἀντάμωση.

Ἴσως κάποιο πρωΐ, ὅταν κυττάξῃς ψηλά, θὰ μὲ δῆς γιατί, ἐκεῖ ποὺ ἰσιώνει ὁ Ἀετός, οἱ Γλάροι δὲν πετοῦν.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλούς, ποὺ εἶναι ὅμως τόσο λίγοι.

Ἂς εἶναι δυνατὴ ἡ οἰκογένειά του.
Ἂς εἴμαστε κι ἐμεῖς ἱκανοὶ γιὰ νὰ μνημονεύουμε τοὺς ἥρωές μας.

Ὅσο γιὰ τὸν τότε …ὀρυμαγδό…
Ἕνα μόνον θὰ πῶ: γεννιέσαι Ἥρως, τὸ κουβαλᾶς μαζύ σου σὲ ὅλην σου τὴν ζωή…
Δὲν γίνεσαι ἔτσι γιὰ ἀστείους καὶ ἀνοήτους λόγους.

Εἰς μνήμην Σμηναγοῦ Γεωργίου Μπαλταδώρου
3 Ἰουνίου 1984-12 Ἀπριλίου 2018

 

(Visited 154 times, 1 visits today)




3 thoughts on “Γεννιέσαι Ἥρως, δὲν γίνεσαι…

  1. Πολὺ ὡραῖο κείμενο! Ποιὸς ὅμως ἔδωσε τὸ δικαίωμα σὲ αὐτὰ τὰ βδελύγματα νὰ μᾶς κάτσουνε στὸν σβέρκο;

    • Τό «Σύνταγμα τῶν Ἑλλήνων» ἴσως; Κι αὐτό ποιός μᾶς τό ἐφόρεσε; Καί τί ἔπαθαν αὐτοί πού ἀντεστάθησαν κι ἀντέδρασαν στήν ἐπιβολή του; Καί μήπως τελικῶς ἡ παραδειγματική τους τιμωρία ἀκόμη δρᾶ ἐπάνω μας ὡς ἀνασταλτικός παράγων; Κι ἐάν ναί, τότε πόσοι μποροῦν νά ξεπεράσουν τόν φόβο, διότι γνωρίζουν; Καί τί γνωρίζουν; Καί πῶς θά χρησιμοποιήσουν τίς γνώσεις τους γιά νά ἀποδείξουν πώς ὅλα αὐτά εἶναι παράνομα, ἐπὶ τῆς οὐσίας, μά καί …«ἀντισυνταγματικά», ἐφ’ ὅσον οὐδέποτε ἀποφασίσαμε ἐμεῖς γιά Σύνταγμα; Ὑπάρχει δικαστήριο; Ἤ θά ἀναμένουμε τούς «ἀγράφους νόμους» νά ἐπανέλθουν (μὲ τὴν βοήθειά μας βεβαίως βεβαίως);
      Καί, τελικῶς, ἐάν λοιπόν ὅλα αὐτά εἶναι παράνομα, ποιός τό γνωρίζει; Ποία ἡ νομική βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας μποροῦμε νά πατήσουμε; Ὁ ἠθικός καί διαχρονικός νόμος; Ποῖος εἶναι αὐτός; Ποῖος τόν γνωρίζει ἐπακριβῶς; Ποῖος τόν ὑπερασπίζεται; Ποῖος δύναται νά τόν ἐπιβάλῃ; Μέ ποῖον τρόπο;
      Τέλος…
      Ἐάν ὁ νόμος (βο-υ-λὴ) εἶναι παράνομος (ποὺ εἶναι), ἀλλὰ καὶ ὡς παράνομος ἐπὶ πλέον δρᾶ ἀπροκαλύπτως ἀντισυνταγματικῶς, καταπατῶντας τὸ (παράνομον, ἀνθελληνικὸ καὶ μισελληνικὸ) «Σύνταγμα τῶν Ἑλλήνων», ποῖος θά ἀπαιτήση (καὶ πατῶντας ποῦ;) τοὐλάχιστον σεβασμό στά (ὑπάρχοντα καὶ παράνομα καὶ μισελληνικά) συνταγματικά πλαίσια καί ὅρια;
      Θά πατήσουμε στά τῆς μή δικαίας συνταγματικῆς βάσεως; Σέ εὐρωπαϊκῆς (τοκογλυφικῆς) λογικῆς νομικά πλαίσια; Ἤ σέ κάτι ἄλλο; Καί τί;
      Φυσικὰ πάντα πρέπει νὰ λαμβάνουν ὑπ΄ ὄψιν πὼς ἄπαντες (συμπεριλαμβανομένων καὶ ἡμῶν) παραμένουμε ἀρίστως ἐκπαιδευμένοι ἀπό συγκεκριμένο «ἐκπαιδευτικό σύστημα», τὸ ὁποῖον μᾶς ἔχει πρὸ πολλοῦ «ὁρίση» βήματα, πράξεις καὶ δράσεις.

  2. Φιλονόη, φρονῶ ὅτι σοῦ ἔχω ἤδη δώσει ἀπάντηση μέσω τοῦ “Ἐμεῖς, τί κάνουμε;”.
    Ὅσο γιὰ τὴν ἐκπαίδευση, συμφωνῶ ἐν πολλοῖς ἀλλὰ ὄχι πλήρως. Στὰ σχολεῖα μέχρι τοὐλάχιστον τὴν ἐποχὴ τοῦ ΠΑΣΟΚ (Βερυβάκης κ.ἄ.) δὲν διδασκόταν ἡ ὑποταγή. Κάθε ἄλλο μάλιστα… Θυμᾶμαι φάση στὸ 20ό Δημοτικὸ Σχολεῖο (στὴν Κοδριγκτῶνος, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ “Τριανόν”), ἀρχὲς τοῦ 1964, ὅπου συμμαθητής μου εἶχε φωνάξει μέσα στὴν τάξη, σὲ ὥρα μαθήματος: Κ.Κ.Ε.! (Καὶ ἤταν γυιὸς ὑψηλόβαθμου δημόσιου ὑπάλληλου.)
    Ὑπάρχουνε ἐπιπλέον δύο ρήσεις:
    Γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς.
    Καὶ ἡ δεύτερη: Ἐὰν εἶναι νὰ γίνη τὸ κακό, νὰ γίνη χωρὶς ἐμένα. Αὐτὸ σημαίνει: διαχωρισμὸ εὐθυνῶν. (Καὶ αὐτὸ στὸ Σχολεῖο μοῦ τὸ εἴχανε μάθει, στὸ Γυμνάσιο.) Ἐξ οὗ καὶ μαθητὴς τοῦ Γυμνάσιου ὅπου πήγαινα, μιὰ τάξη μικρότερος ἀπὸ ἐμένα, μπῆκε τὸ 1971, κανονικά, μὲ τὶς τότε δύσκολες ἐξετάσεις, στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ πανεπιστήμιου Ἰωαννίνων. Τὸ 1972 πήγανε νὰ γίνουνε οἱ πρῶτες φοιτητικὲς ἐκλογές, ὑπὸ τὸν ἔλεγχο τοῦ στρατιωτικοῦ καθεστῶτος βέβαια. Καὶ αὐτὸς ἅρπαξε τὰ ψηφοδέλτια, τὰ πέταξε στὴ μούρη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ κραύγασε: “Ἄντε νά…”
    Ὅθεν μὴ τὸ παρατραβᾶμε μὲ τὸ “ἐκπαιδευτικὸ σύστημα”. Τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι ὁ μέσος ἄνθρωπος ἐνδιαφέρεται μόνο γιὰ πρακτικὰ θέματα (Ρενάν), δηλαδὴ ἀποκλειστικῶς γιὰ τὸ πῶς θὰ ἐργάζεται ὅσο γίνεται λιγότερο κερδίζοντας ὅμως ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα.Καρφάκι δὲν τοῦ καίγεται γιὰ τὴν ποιότητα τῆς διαβίωσής του. Καὶ αὐτὸ ἰσχύει ΙΔΙΩΣ γιὰ τοὺς Νεοέλληνες. Σοῦ ἔχω πεῖ γιὰ τοὺς φασιστὲς πολιτοφύλακες τῆς Γαλλίας τοῦ Βισὺ οἱ ὁποῖοι, τὸ 1944, πεθάνανε σκοτώνοντας. Ἐδῶ ποιὸς συνεργάτης τῶν Γερμανῶν ἐπέλεξε τὸν τιμημένο θάνατο; Νὰ σοῦ καὶ κάτι ἄλλο: Στὶς ἐκλογὲς τοῦ 1946 εἶχε καταφανῆ ὅτι ὀπαδοὶ (ΟΧΙ ἁπλοῖ ψηφοφόροι) τοῦ Κ.Κ.Ε. ἤτανε τὸ 50% τοῦ ἐκλογικοῦ σώματος. Σχεδὸν ταυτόχρονα μὲ τὶς ἐκλογὲς ἐκεῖνες, πραγματοποιήθηκε καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ Ἀνταρτοπόλεμου. Πόσοι ἀπὸ τὸ 50% ἀνέβηκαν στὰ βουνά, γιὰ νὰ πολεμήσουνε τοὺς “Μοναρχοφασίστες”; Ἐλάχιστοι! Καὶ αὐτό, διότι αὐτοὶ δὲν ἤτανε “μα…άκες” νὰ πᾶνε νὰ σκοτωθοῦνε στὰ βουνά, ἐνῶ μποροῦσαν νὰ ἀφήσουνε νὰ τοὺς μαντρώσουνε στὴ Μακρόνησο, νὰ φᾶνε ὅσο ξύλο τοὺς “ἤτανε γραφτὸ νὰ φᾶνε” καὶ τελικῶς “νὰ τὴ βγάλουνε καθαρή”.
    Καὶ ἄλλη φάση: Μετὰ τὶς ἐκλογὲς τοῦ 1981, ξέρεις πόσοι ἐπιφανεῖς τῆς “Νέας Δημοκρατίας” προσπάθησαν νὰ κρατήσουνε τὴ θέση τους μέσω τῆς ἔνταξής τους στὸ ΠΑΣΟΚ; Ἔχω γίνει μάρτυρας σὲ σκηνὲς ποὺ καὶ συχαίνομαι καὶ νὰ τὶς ἀναφέρω.
    Κύτταξε, Φιλονόη: Εὔχομαι νὰ κάνω λάθος, ντρέπομαι, ποὺ τὸ λέω -καὶ μάλιστα γραπτῶς- αὐτό, ἀλλὰ ἔχω, τώρα, στὰ 67 μου χρόνια, μεγάλες ἀμφιβολίες γιὰ τὸ πόσον οἱ Νεοέλληνες ἔχουνε τὸ ἠθικὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβιώσουνε. Εἶμαι σχεδὸν βέβαιος, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅτι τὸ τωρινὸ σύστημα δὲν ἔχει πολλὴ ζωὴ μπροστά του. Τὸ κυρίως ζήτημα ὅμως εἶναι τὸ τί θὰ γίνη μετὰ τὴν κατάρρευσή του. Καὶ αὐτό, διότι, ἐὰν ἀρχίσουνε οἱ δικαιολογίες τοῦ τύπου “τί νὰ κάνουνε οἱ καημένοι; αὐτὰ τοὺς μάθανε στὸ σχολεῖο”, σὲ λίγες δεκαετίες θὰ ἔχουμε (δηλαδὴ τὰ παιδιά μας) τὰ ἴδια καὶ χειρότερα.
    Ἐν όλίγοις: Ὁ ψηφοφόρος ΟΧΙ, δὲν εἶναι ἀνεύθυνος. Ὑπέχει εὐθύνη γιὰ τὴν ψῆφο του. Καὶ ἡ εὐθύνη τὸν διώκει ἐφ’ὅρου ζωῆς.
    Δὲν θέλει νὰ ἔχη εὐθύνη – ἰδίως ἀφ’ὅτου κατανοήση “τί παίζεται”; Ὡραῖα! ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΕΙ.

Leave a Reply