Σὲ ἐκείνους ποὺ σήκωσαν τὴν Πατρίδα στὰ χέρια τους!

Σὲ ἐκείνους ποὺ σήκωσαν τὴν Πατρίδα στὰ χέρια τους!Ἀφιέρωμα στὴν 17η Μαρτίου τοῦ 1821 καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ  ἐμπρὸς στὸ εἶναι τους καὶ στὸ ἔχει τους ξαφνιάστηκε ἡ φύσις…
Σὲ ἐκείνους ποὺ σήκωσαν τὴν Πατρίδα στὰ χέρια τους…

Ἀδέρφια, ἐτούτη τὴν ἡμέρα οἱ πρόγονοί μας, γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ἔκαναν τὸ ἀδύνατο δυνατό. Ἄλλάξαν τὸ ἄδικο σὲ δίκαιο καὶ κυρίως  μετέτρεψαν τὸ παράλογο σὲ ὑπέρλογο.
Ἡ ἐπανάστασις τοῦ εἴκοσι ἕνα ποὺ γιορτάζουμε σήμερα εἶναι μόνο ἑλληνικὴ καὶ μιὰ σὲ ὅλον τὸν κόσμο.
Ἡ ἐπανάστασις εἶναι ὑπέρλογη.

Ὁ κύκλος τῆς ζωῆς μᾶς ξαφνιάζει καὶ μερικὲς φορὲς μᾶς πικραίνει, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι κινεῖται νομοτελειακά.
Ὅλοι μας, ἄλλος λιγότερο καὶ ἄλλος περισσότερο, ἐνῶ ξέρουμε τὴν διαδρομή της καὶ τὴν περιμένουμε, τὸ τέλος μᾶς ξαφνιάζει, λὲς καὶ δὲν θὰ ‘ρχόταν  ποτέ…
Εἶναι περισσότερο ἀπὸ σίγουρο ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶχαν, καὶ δυστυχῶς καὶ θὰ ἔχουν, κατὰ τὰ φαινόμενα πάντα, μεγαλύτερο μερίδιο στὴν πίκρα ἀπὸ ἄλλους λαούς.

Ἡ ζωὴ ἂν καὶ εἶναι παράλογη καὶ ἄδικη, μᾶς ἀρέσει.
Ἀδέρφια συμπατριῶτες θὰ προσπαθήσω, σὰν ἐλάχιστο φόρο τιμῆς στὸν Κωστῆ Παλαμᾶ, νὰ  γράψῳ αὐτὸ τὸ ποίημα μὲ τὸ δικό του ὕφος.
Οἱ Λογοτέχνες, οἱ ποιητές μας, οἱ ἥρωές μας, παλαιοὶ καὶ νέοι, σὲ ἐμέναν τουλάχιστον, δίνουν τὴν δυνατότητα νὰ κάνῳ τὴν παράλογη ζωή μου ὑπέρλογη…
Ὅσο γιὰ τὴν ἀδικία της, κάνω πὼς δὲν μὲ πειράζει…
Ἐλπίζω νὰ περάσῳ τὸ μονοπάτι τῆς ζωῆς μου πρὸς τὸν θάνατο μέσα ἀπὸ ἔναν πόλεμο.
Καὶ ἐπειδὴ πόλεμο δὲν βλέπω, ἀδέρφια μὲ ζώνει ἡ πίκρα, γιατὶ ἀκόμη καὶ ὁ πολεμοθάνατος μᾶς ἀρνήθηκε τὴν ἀθανασία.  Λογαριάζω λοιπὸν νὰ φτιάξῳ ἕνα πολὺ μεγάλο παραμῦθι μὲ δράκους καὶ τέρατα, νὰ μπῷ μέσα, νὰ κάνῳ ἕναν πόλεμο καὶ νὰ κερδίσῳ ἔςτᾦ καὶ μία μάχη…
Καὶ ἴσως σταθῷ τυχερός… Κάποιος δράκος νὰ μὲ «φάῃ» καὶ νὰ γλυτώσῳ τὸν θάνατο…

Ἀδέλφια, πεθαίνουν μόνον ὅσοι περιμένουν τὸν θάνατο στὸ στρῶμα…

Ἀπὸ τὸν Κωστὴ Παλαμᾶ για ὅλους ἐμᾶς

Δὲν ἔχεις Ὄλυμπε θεούς,
μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ῥαγιάδες ἔχεις μάννα γῆ,
σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι κι ὀκνοὶ
καταφρονοῦν τὴν θεία τραχιά σου γλῶσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περίγελως
καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωΐλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι,
καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι•
λύκοι, ὢ κοπάδια, οἱ πιστικοί,
καὶ ψωριασμέν’ οἱ σκύλοι,
κ’ οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι
καὶ πόρνη ἡ Ῥωμιοσύνη
*****
Κωστῆς Παλαμᾶς

Ἀπὸ τὸν Δημήτρη Νικητάκη στὸν Κωστῆ Παλαμᾶ, μὲ τὴν δική του γλῶσσα

Δὲν ἔχεις Ὄλυμπε θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
γυναῖκες πιὸ δὲν σὄμειναν, ποὺ νὰ γεννοῦν λεβέντες.
Οἱ ἄνδρες τώρα σκύβουνε στὸ δόσιμο, στὸ χρῆμα.
Χαράτσια στὴν ἀνάσα τους καὶ φόροι στὴν ἐλπίδα.
Ἀλλάζουνε τὴν λευτεριὰ γιὰ τὸ πικρὸ φαΐ τους.
Στὸν ἔνδοξο τὸν θάνατο κανεὶς δὲν θυσιάζει.
γιὰ ἀνδριοσύνη τώρα ὁ νιὸς τὸ χρῆμα λογαριάζει.
Τὸν Ἄρη τὸν ξεχάσανε, φέραμε τὸν ὁβραῖο.
Παλαίστρα δὲν ὑπάρχει πιό, κι ὁ καναπὲς προσμένει.
Δὲν βλέπεις μάχες Ὄλυμπε, κάλιο ἡ πικρὴ εἰρήνη.
Ἡ Ὄσσα πέφτει μακριὰ καὶ θέλει καὶ βενζίνη.
Κακὸς μαθὲς ὁ πόλεμος, τὰ γράμματα τὸ λένε.
Μᾶθαν στὰ γράμματα οἱ Ἕλληνες, ὅλα δικά σου ξένε.
Τραχιὰ καὶ ἀνδρίκια Ὄλυμπε ἡ ἑλληνική, ἡ γλῶσσα.
ὁ Ἕλληνας μιλάει φράγκικα, παράγγειλτο στὴν Ὄσσα.
Τῆς ἀδερφῆς τὰ θέλγητρα εἶναι γιὰ τὸν ἀφέντη.
Ῥαγιάδες τώρα γίνανε μὲ τὸν λουρὶ στὸν σβέρκο.
Εὐρώπη ἔχουμε γιὰ θεό, ντροπὴ μὲ δίχως μέτρο,
κούφιοι κι ὀκνοὶ στὰ τέσσερα, τὴν πλερωμὴ προσμένουν,
τοῦ ἀφεντὸς ἀνάσα ἡ πλερωμή, στ’ ἀνηλιαγό τους σβέρκο
Κλᾶψε πικρὰ γερόλυμπε, παράγγειλε στὴν Ὄσσα,
ἀντὶ θεοὺς πολιτικοὶ μὲ τὴν πλανεύτρα γλῶσσα.
Ἀλλοεθνῶν γεννήματα, δικά μας λογιαστήκαν.
Βάλανε μάσκες δολερές, ντυθήκανε στὸ ψέμμα.
Ἀντὶ γιὰ φύλακες ληστές, ἀντὶ γιὰ σκύλους λύκοι.
Γιὰ μάννα εἴχαν τὴν ὀχιά, χολὴ ἀντὶ για αἷμα.
Τοῦ ἐφιάλτη τὴν ψυχή, τῆς προδοσίας γέννα.
Τὰ καλοκαίρια μας φωτιὰ καὶ ὁ χειμῶνας πάγος.
Σταφῦλι Ῥώγα δὲν φτουρᾶ, τ΄ ἄχειλι νὰ γλυκάνῃ.
Στυφὸ ἀγκόρτσι ἡ πληρωμὴ στοῦ τρυγητοῦ τὸ βράδυ.
Ξερὴ καὶ στέρφα ἡ μάννα γῆ, δὲν στέργει στὸ ἀλέτρι.
ζευγολότης ξέπνεος καὶ τὰ ἡνία σπασμένα.
ἁλωνάρης δίχως ζᾶ καὶ τὸ ἁλώνι ἄδειο.
Τώρα, ὅπου καὶ ὅποιος τὸ μπορεῖ, θὰ σπείρη τὸ δικό του
κι ο ὁ θεριστὴς ὁ χάροντας, παίρνει τὸ μερτικό του.
Πικρὸ τὸ μεροκάματο κι ἡ τεμπελιὰ σὰν μέλι.
Ὄμορφη Πόρνη καὶ γλυκιά, στὸ λάγνο ὄνειρό τους.
Κοιμήθηκαν οἱ φύλακες στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ πλούτου.
Ἀφῆκαν τὴν πόρτα ἀφύλακτη, πατήθηκεν ὁ τόπος.
Τὴν μιὰ φορὰ κ΄ ἂν κιότεψες,  χίλιες φορὲς προδότης.
Στοῦ κάτου κόσμου ἔφθασε τὸ ξέπεσμα τοῦ γένους
καὶ οἱ πρόγονοι χολιάσανε, σειστῆκαν μὲς στὸ μνῆμα
στὸν πάνω κόσμο νὰ ῥθουνε νὰ βάνουν ἕνα χέρι
να μάθουνε οἱ σημερινοὶ στὸν πόλεμο πῶς πᾶνε
μὰ ξυπνητὸς ὁ Κέρβερος, τοὺς πρόκανε στὸ ἔβγα.
Εἶναι οἱ καιροὶ ἀλλοτινοί, εἶναι κακὲς οἱ ὧρες.
Λεβέντρα Ὄσσα τὸ σπαθὶ τὸ χρῆμα τὸ στομώνει.
Μονάχα γνώση ἡ κοφτερὴ κάνει τὸν κοῦκο ἀηδόνι.
Κρῦψε τὸ δάκρυ Ὄλυμπε, τὸ μοιρολόι Ὄσσα.
Ὁ τόπος εἶναι θεϊκός, ἔνας σ΄ ὄλον τὸν κόσμο.
Ἐδῶ γεννήθηκε τὸ φῶς, ἐδῶ ἡ γραφὴ καὶ ὁ λόγος.
Στὸν λόγο΄π ἔγραψε ὁ  Ὅμηρος, ὅλοι οἱ λαοὶ ντραπῆκαν.
Μᾶς μίσησαν, μᾶς ζήλεψαν, τὴν γνώση μας σκιαχτῆκαν.
Ἐδῶ ἡ Ἀδράστεια γέννησε τὶς δύο χρυσές της κόρες.
Ἐδῶ οἱ δυό της ἀγκονὲς τοὺς Ἕλληνες διαλέουν.
Ἄλλον στὰ Τάρταρα ὁδηγοῦν, κι ἄλλον στὸν τόπο τοῦ Ἥλιου…
Ἐδῶ Τιτᾶνες καὶ Θεοὶ γεννήσανε τὸν Νόμο.
δῶ ἀγκαλιάζει ἡ θάλασσα τὸν ζωοδότη Ἥλιο.
Πεθαίνει ὁ σπόρος μὲς τὴν γῆ, ψηλὸ φυτρώνει δένδρο.
Ἐδῶ θεόνονται ἄνθρωποι καὶ οἱ θεοὶ ἀνθρωπεύουν.
Στεῖλε μας Ὄλυμπε βροχὴ γιὰ νὰ φυτρώσῃ ἡ πέτρα.
Νὰ γένουν τὰ γεννήματα στὸ μπόι δύο μέτρα.
Ἄνδρες νὰ γένουν οἱ νέοι μας, νὰ στέρξουν οἱ κοπέλες,
νὰ γεννηθῇ νέα γενιά, μὲ τὴν παλαιὰ τὴν γνώση,
νὰ γένουν ἄνθρωποι οἱ θεοὶ καὶ οἱ θεοὶ ἀνθρῶποι.
Νὰ σοῦ πατήσουν τὶς κορφὲς καὶ ἐσὺ νὰ καμαρώνῃς.
Νὰ ἁπλωθοῦν στὶς θάλασσες, σὲ ὅλο τὸν πάνω κόσμο.
Νὰ κατεβοῦν στὰ Τάρταρα, νὰ δόσουν τὴν ἐλπίδα.
νικήθηκε ὁ θάνατος, τὸν νίκησε ἡ Πατρίδα!
Νὰ κοιμηθοῦν οἱ πρόγονοι ὡς νὰ ‘ρθῃ ἡ σειρά τους…
Ν’ ἀφήσῃ ὁ Ἅδης τοὺς παλαιούς, νὰ πάρῃ τοὺς καινούριους.
Νὰ πᾶν οἱ ἥρωες γιὰ ψηλά, στοῦ Ἥλιου τὸ βασίλειο.
Δικός σοῦ γιὸς Γερόλυμπε θὲ νὰ διαβῇ τὸν κόσμο
Καβάλα στοῦ Ἥλιου  τ’ ἄλογο, Νέο θὰ ἀνοίξη δρόμο..
Νὰ μάθουνε τῆς γῆς ὅλοι οἱ λαοὶ τὸ χρέος τους στὸν νόμο

Πρόγονε Κωστῆ Παλαμᾶ καὶ ὁδηγὲ τῆς Ἑλληνοσύνης μας,
θὰ ἤθελα πολὺ νὰ κουβέντιαζα μαζύ σου γιὰ πολλά, ἀτελείωτες ὦρες.
Ὅσα λόγια καὶ νὰ στριμώξῃς στὸ χαρτί, ποτὲ δὲν φθάνουν γιὰ τὸν ζωντανὸ λόγο.
Κάποιος Ἕλληνας εἶπε «κουτσὸς στὸν κάμπο ἔτρεχε νὰ πιάσῃ καβαλλάρη».
Κουτσὴ λοιπὸν ἡ γραφὴ καὶ καβαλλάρης ὁ λόγος.

Θέλω νὰ σοῦ παρουσιάσῳ τὴν ἀδυναμία μας.
Νὰ σοῦ πῷ ὅτι γιὰ ὅλα φταῖμε ἐμεῖς…
Ἐμεῖς διαλέγουμε τοὺς κυβερνῆτες μας καὶ ἐμεὶς ἀφήνουμε τὶς σύγχρονες σειρῆνες νὰ ὁδηγοῦν τὴν ζωή μας.
Χωρὶς νὰ θέλῳ νὰ δικαιολογήσῳ τίποτα καὶ κανέναν,θέλω ἀπὸ καρδιᾶς νὰ σοῦ πῷ πρόγονε καὶ ὁδηγέ, πολλοὶ καὶ μεγάλοι οἱ ἐχθροὶ τοῦ γένους, μὰ χειρότεροι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐχθροὺς οἱ ἑλληνόφωνοι κυβερνῆτες.
Θὰ ἤθελα νὰ μποροῦσα νὰ τοὺς φωνάξῳ τὰ παρακάτω λόγια:

Πρὸς τοὺς Ἑλληνόφωνες κυβερνῆτες μας

Ὀχιᾶς κοιλιὰ σᾶς γένναγε ἀπὸ ἀστρίτη σπέρμα.
Ἀντὶ γιὰ αἷμα ἡ χολὴ ἀντὶ θεὸ τὸ ψέμμα.
Σκοπός σας ὁ ἀφανισμὸς τοῦ Ἕλληνα καὶ τὸ αἷμα.

Μὲ τὴν βρωμιὰ τοῦ ἀφέντη σας μαγαρίσατε τὶς θαλασσές μας.
Στὸν ἤλιο μας ζεστάνανε τὰ φίδια τῆς ἀνομίας τους,
γκρεμίσατε τοὺς ναούς μας, γιὰ πεσκέσι στὸν ἐπιβήτορά σας.
Μᾶς μαύλισαν μὲ ψέμματα, μᾶς σφάλισαν τὰ μάτια.
Καὶ τώρα εἴμαστε σφραγισμένοι στὸ μέτωπο.
Καὶ ὅλοι μας θὰ ‘χουμε ἕναν θεὸ καὶ μιὰ πατρίδα.
Ὅταν φωνάξαμε στὴν λευτεριὰ «μὴν μᾶς σκλαβώνῃς»
Ὅταν φωνάξαμε στὴν τιμὴ «μὴν μᾶς ἀτιμάζῃς»
Ὅταν φωνάξαμε στὴν ζωὴ «μὴν μᾶς σκοτώνῃς»
Ὅταν φωνάξαμε στὸ δίκαιο «μὴν μᾶς ἀδικῇς»…
Τότε ἑλληνόφωνοι πολιτικοὶ ἔφεραν σιδερόφρακτους Ἕλληνες…
Ὁρκισμένοι ψέμματα σὲ μᾶς γιατὶ ἤσαν κρυφὰ σφραγισμένοι…
Μᾶς ἔπνιξαν τὴν φωνὴ καὶ μᾶς σφάλησαν τὸ στόμα
καὶ κτύπησαν τὸν πατέρα τους καὶ ντρόπιασαν τὴν μήτρα ποὺ τοὺς γέννα.
Τέρατα φοβερὰ διώξανε τὸν θεὸ ἔρωτα ἀπὸ τὰ ὀνειρά μας.
Τὰ ὄνειρα ἔφυγαν γιὰ ἀλλοῦ καὶ ψάχνουν ὕπνο ἰδεασμένων.
Κοιλοπόνεσε ἡ ῥάτσα μας τὴν λύτρωση μὰ γέννησε ἔναν δράκο.
Καὶ ἔγινε προσφάι ἡ ἱστορία μας στοῦ δράκου τὸ πιᾶτο.
Ὁ Δυσσέας λέει ἔχασε τὸν δρόμο, ὁ Διόνυσος κάνει γιὰ ταμπέλες.
Στὸ φευγιὸ πεδουκλώθηκε ἡ ἐλπίδα μας, καὶ μᾶς πρόκανε ὁ μόρος.

Δημήτριος Νικητάκης,
Ἀθῆναι 14 Μαρτίου 2015

Σημείωσις

Ἡ ἐπανάστασις, στὴν πραγματικότητα, ξεκίνησε ἀπὸ μικρὲς ἐχθροπραξίες, στὶς 14 Μαρτίου 1821, στὸ Ἀγρίδι τῶν Καλαβρύτων.
Στὶς 17 Μαρτίου ἔγινε ἡ ὁρκωμοσία τῶν Μανιατῶν τοῦ Μαυρομιχάλη στὴν Ἀερόπολιν καὶ στὶς 18 Μαρτίου ξεκίνησαν.
Ἀπὸ τὶς 21 Μαρτίου ἡ Καλαμάτα ἦταν ἐλεύθερη.
Τὴν 25ην Μαρτίου μᾶς τὴν …«φόρτωσαν», γιὰ νὰ …«δέσῃ» μὲ τὴν ἑορτή.
Στὴν πραγματικότητα δὲν συνέβησαν καὶ πολλὰ στὰ Καλάβρυτα ἐκείνην τὴν ἡμέρα.,

Φιλονόη

φωτογραφία

(Visited 145 times, 1 visits today)




Leave a Reply