Κάποτε ἓνα παιδί πεινοῦσε. Ἓνας ψαρᾶς τό εἶδε καί τό λυπήθηκε!
Ἀπεφάσισε νά τοῦ προσφέρῃ ἓνα ψάρι!
Τό παιδί τό πῆρε γεμᾶτο χαρά καί ἒφυγε τρέχοντας γιά νά πάῃ νά τό φάῃ!
Τήν ἂλλην ἡμέρα τό παιδί πάλι πεινοῦσε!
Πῆγε πάλι κοντά στόν ψαρά καί ζήτησε ἓνα ψάρι!

Τὴν σπάθα σήκωσε καὶ πάλι


