Ἰουδαῖοι

 

Οἱ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσὶν

(Πράξεις, 7:51)

Γράφει ὁ
Δημήτριος Μιχαλόπουλος

Εἶναι ἄδικο καὶ ἐπιστημονικῶς ἀβάσιμο νὰ ἀποῤῥρίψῃ κάποιος τὸν δραματικὸ τόνο ποὺ χαρακτηρίζει τὶς σκηνὲς τὶς ὁποῖες περιγράφουν ὅλοι ὅσοι ἀναφέρονται στοὺς διωγμοὺς τῶν Ἰουδαίων, εἴτε ἀπὸ τοὺς Καθολικοὺς βασιλεῖς τῆς Ἱσπανίας, κατὰ τὰ τέλη τοῦ ΙΕ΄ αἰώνα, ἢ ἀπὸ τὴν ἡγεσία τῆς Ἐθνικοσοσιαλιστικῆς Γερμανίας, τὶς δεκαετίες τοῦ 1930 καὶ τοῦ 1940. Ἔτσι ὅπως αὐτοὶ μὲ ὁλοφυρμοὺς τὸ περιγράφουν ἔγιναν τὰ πράγματα· καί, ἐὰν κάποιος ἐντρυφήσῃ στὸ ζήτημα, θὰ μποροῦσε νὰ δώσῃ ἀκόμη πιὸ τραγικὰ στιγμιότυπα. Καὶ αὐτό, παρὰ τὸ ὅ,τι ἡ νομικὴ ἐπιβολὴ τῆς ἀπαγορεύσεως ὁποιασδήποτε ἀμφισβητήσεως τοῦ ἐν λόγ «Ὁλοκαυτώματος» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ τὴν νευ ρων ἀποδοχὴ τοῦ γεγονότος.  Παντοῦ καὶ πάντοτε, πράγματι, ἡ νομοθεσία διαμορφώνεται ὄχι βάσει τῆς Δικαιοσύνης ἀλλὰ βάσει τῶν συμφερόντων ἐκείνου ποὺ κατέχει τὴν ἐξουσία καὶ τὸν ὁποῖον, ἐπειδὴ ἀκριβῶς κατέχει τὴν ἐξουσία, περιβάλλει –ἀκουσίως ἢ ὄχι- καὶ ἡ ἐπιδοκιμασία τῆς πλειοψηφίας τῶν ἑκασταχοῦ ὑπηκόων. (Βλέπε σχετικῶς Πλάτωνος, Nόμοι, 488e).
Ἢ – ὅπως εὐφυῶς καὶ εὐγλώττως ἐξήγησε ὁ ἴδιος ὁ Χένρυ Ἀ. Κίσσινγκερ: ἄλλο νομιμότης καὶ ἄλλο δικαιοσύνη [1].

Τὸ θέμα μας ὅμως δὲν εἶναι αὐτό. Ὅλοι ὅσοι ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ «Ὁλοκαύτωμα» καὶ γενικῶς τοὺς διωγμούς, θύματα τῶν ὁποίων ἐστάθησαν οἱ Ἑβραῖων/Ἰουδαῖοι, τοὺς ὁποίους –τὸ ξαναλέμε-  οὐδεὶς μπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ, ἀποφεύγουν συστηματικῶς νὰ ποῦν τὴν αἰτία. Ἢ – μὲ διαφορετικὴ διατύπωση: Ναί, πράγματι, οἱ Ἰουδαῖοι ἐδιώχτησαν καὶ συχνά, συστηματικῶς ᾡδηγήθησαν στὸν θάνατο, τόσο ἀπὸ τοὺς Καθολικοὺς Βασιλεῖς τῆς Ἱσπανίας, Φερδινάνδο καὶ Ἰσαβέλλα, ὅσο καὶ ἀπὸ τοὺς ἰθύνοντες τοῦ Γ΄ Ῥάιχ. Γιατί ὅμως; Ἤταν τρελλοί οἱ Ἱσπανοί μονάρχες τοῦ ΙΕ΄ αἰώνως καί, συνακολούθως, οἱ  ἡγέτες τῆς μέχρι τὸ 1945 ἐθνικοσοσιαλιστικῆς Γερμανίας; Ἢ μήπως ἡ ὀργή τους, καθὼς καὶ ἡ συνακόλουθος αἰτία τῆς βιαιότητος τῶν μέτρων ποὺ τελικῶς ἔλαβαν, μπορεῖ νά θεωρηθῇ δικαιολογημένη;
Καὶ συγκεκριμένα: Πολλοὶ -ἰδίως στὶς ἡμέρες μας- ἀναφέρονται στὸ διάταγμα τῶν Φερδινάνδου καὶ Ἰσαβέλλας, βάσει τοῦ ὁποίου, τὸ 1492, οἱ Ἰουδαῖοι ὑπεχρεώθησαν –ὑπὸ συνθῆκες ὁπωσδήποτε τραγικὲς- νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Ἱσπανία, ὅπου ἀπὸ αἰῶνες ἤσαν ἐγκατεστημένοι· οὐδεὶς ὅμως ἀναφέρεται στὸ κείμενο τοῦ ἐν λόγῳ διατάγματος. Αὐτὸ τὸ κείμενο ὅμως ὑπάρχει καὶ καθόλου δὲν εἶναι δυσχερές νὰ τὸ εὕρη κάποιος [2]. Καὶ γιὰ νὰ μὴ εἰσέλθῃ ὁ ἀναγνώστης μας στὸν κόπο νὰ ψάχνῃ, ἂς παρατεθῇ ἐδῶ τὸ κομβικὸ σημεῖο τοῦ ὅλου ζητήματος.

Λοιπόν, οἱ Ἰουδαῖοι ἐδιώχθησαν ἀπὸ τὴν Ἱσπανία, ἐπειδή, προφανῶς βασισμένοι στὴν οἰκονομική τους ὑπεροχή, συστηματικῶς ἐπεδίδοντο σὲ προσπάθεια προσηλυτισμοῦ τῶν Χριστιανῶν, στοὺς ὁποίους ἐπιχειρούσαν νὰ «ἀποδείξουν» πὼς ἕνας καὶ μόνον νόμος ὑπάρχει, «ἐκεῖνος τοῦ Μωυσέως».
Νά λοιπὸν ποὺ ἀναδύεται, ἀκόμη μία φορά, ἡ περίφημος ῥῆσις τοῦ Ernest Renan: Ὁτι ὁπουδήποτε ἐπεκράτησε ὁ Ἰουδαῖος  ὁ βίος γινόταν ἀβίωτος γιὰ τὸν «παγανιστή»[3]· καὶ πρέπει ἀκόμη μία φορὰ νὰ τονισθῇ ὅτι ὁ ὅρος «παγανιστὴς » (païen) κατὰ κανόνα ἐφαρμόζεται lato sensu ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συμπεριλαμβάνονται σὲ αὐτὸν τόσο οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ποὺ «προσκυνοῦν εἰκόνες» ὅσο καὶ οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν μόνον εἰκόνες μὰ καὶ ἀγάλματα καθὼς καὶ ὅσοι Χριστιανοὶ Διαμαρτυρόμενοι δὲν εἶναι «καλβινιστές», δηλαδὴ κρυπτοϊουδαῖοι (καὶ φυσικὰ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι ποὺ γενικῶς θεωροῦνται «εἰδωλολάτρες».  Αὐτὴ λοιπὸν ὑπῆρξε καὶ ἡ πραγματικὴ αἰτία τοῦ διωγμοῦ τους ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς Ἐθνικοσοσιαλιστὲς – καὶ ὄχι οἱ ἐμφανῶς ἀφηρημένες καὶ ἀβάσιμες φυλετικὲς θεωρίες, ποὺ κατὰ τρόπο οὐσιαστικῶς ἀκατανόητο, προεβλήθησαν ὡς δικαιολογία τῆς τότε καταδιώξεώς τους. Λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς ἐπικρατήσεως τῶν Ἰουδαίων, οἱ Γερμανοί, ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ Α΄ Παγκόσμιου πολέμου καὶ μέχρι τὸ 1933,  δὲν μπορούσαν –κατὰ κανόνα- «Θεοῦ πρόσωπο» νὰ δοῦν μέσα στὴν ἴδια τους τὴν πατρίδα.

Οἱ Ἰουδαῖοι, πράγματι, θεωροῦν ὅτι ἡ περιτομὴ στὴν ὁποία λίγο μετὰ τὴν γέννησή τους ὑποβάλλονται, ἀποτελεῖ ἀπόδειξη «συμβολαίου» ποὺ ἔχουν συνάψει μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό[4]. (Κάτι ποὺ δὲν ἰσχύει ὡς πρὸς τὸ Ἰσλάμ, στὰ πλαίσια τοῦ ὁποίου ἡ περιτομὴ ἀποτελεῖ μία ἐντελῶς τυπικὴ διαδικασία, ἡ ὁποία μπορεῖ καὶ νὰ παραλειφθῇ.)

Διαθήκη, πράγματι,  σημαίνει καὶ «συμφωνία ἢ συνεννόησις μεταξὺ δύο μερῶν». Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει γίνη, στὶς ἡμέρες μας, ἀκατανόητος γενικῶς στοὺς παρ’ ἡμῖν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ κατανοοῦν ὅτι «διαθήκη» σημαίνει «συμβόλαιο/νομικὸ σύμφωνο», ὀφείλει κάποιος νὰ προσφύγῃ (τί ἤθη!  τί καιροί! ) στὰ ἀγγλικά. Λοιπόν, σὲ αὐτὴν τὴ γλῶσσα, οἱ ὅροι «Παλαιὰ Διαθήκη» καὶ «Νέα Διαθήκη» ἀποδίδονται συμβατικῶς μὲν ὡς Old Testament καὶ New Testament, ἀλλὰ κυριολεκτικῶς μὲ τοὺς ὅρους Old Covenant καὶ New Covenant, ὅπου covenant = σύμφωνον νομικοῦ χαρακτήρος, ὅθεν καὶ Covenant of the League of Nations (= τὸ σύμφωνον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν).

Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ κομβικὸ σημεῖο τοῦ «Ἰουδαϊκοῦ Ζητήματος» (Judenfrage κατὰ τὸν Κάρολο Μάρξ). Οἱ Ἑβραῖοι παλαιὰ καὶ οἱ Ἰουδαῖοι ἔπειτα  θεωροῦν –μὲ ἐκλαϊκευμένη διατύπωση- συλλογικῶς τὸν λαό τους, τὸν «λαό τοῦ Ἰσραὴλ» δηλαδή,  ὡς «υἱὸ τοῦ Θεοῦ»[5] – σὲ ἀντίθεση, ἐξυπακούεται, τόσο μὲ τὸν Χριστιανισμὸ ὅσο καὶ τὸ Ἰσλάμ, στὰ πλαίσια τῶν ὁποίων ὁ ἄνθρωπος, ὅποιος καὶ νὰ εἶναι, παραμένει «δοῦλος Θεοῦ». («Δοῦλος τοῦ Θεοῦ λογιοῦμαι καὶ κανένα δὲν φοβοῦμαι», κατὰ πὼς ἔλεγαν καὶ οἱ παπποῦδες μας.) Σύμφωνα, πράγματι, μὲ ἁπλῆ, εὐνόητο νομικὴ ἀρχή,  τὰ μέρη ποὺ συνάπτουν συμβόλαιο θεωρῶνται ἴσα μεταξύ τους. Ὁπότε καὶ οἱ Ἰουδαῖοι, ἐφόσον κάνουν συμβόλαιο μὲ τὸν Θεό, εἶναι καὶ αὐτοὶ «θεοὶ» ἤ, ἔστω, «υἱοὶ θεοῦ».  Να καὶ πάλι ἡ αἰτία τῆς «μήηνύσεως κατὰ τοῦ Θεοῦ» ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ κατέθεσε Ἰσραηλινὸς σὲ δικαστήριο τῆς χώρας του: Ἀφοῦ αὐτὸς τηρῇ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, μὲ ποιὸ δικαίωμα ὁ Θεὸς δὲν τοῦ δίδει ὅσα βάσει τῆς «Διαθήκης» (=Συμβολαίου) ὀφείλει νὰ τοῦ δώσῃ;

Πολὺ σᾶς παρακαλῶ, ἀντὶ νὰ γελᾶτε, ἂς διερωτηθῆτε: Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ποτὲ συμβίωσις ἤ, ἔστω, συνεργασία ἤ, ἀκόμα πιὸ ἔστω, συνεννόησις μὲ ἄτομα τὰ ὁποῖα ἐμφορῶνται ἀπὸ τέτοιες ἀντιλήψεις;  Ἡ ἐντύπωσις, πράγματι, μὲ τὴν ὁποία νηπιόθεν γαλουχοῦνται, πὼς θεολογικῶς/θρησκευτικῶς εἶναι πολὺ ἀνώτεροι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους  ἀνθρώπους, τελικῶς τοὺς κάνει «ἐχθροὺς τῶν ἄλλων γενῶν» [6], δηλαδὴ μισανθρώπους [7].  Ὅπως πολὺ ὡραῖα τὸ εἶπε καὶ ὁ Πρωτομάρτυς Στέφανος, ἡ περιτομή τους (ἐκεῖ ὅπου τὴν κάνουν τέλος πάντων) τοὺς καθιστᾶ ἀπεριτμήτους  στὴν καρδιὰ καὶ τὰ αὐτιά, δηλαδὴ ἀναισθήτους. Καὶ μόνο βάσει αὐτῆς τῆς ἀναισθησίας τους μπορεῖ κάποιος νὰ ἐξηγήσῃ τὸ ὅτι τὸ ἀέριο ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ Γερμανοὶ Ἐθνικοσοσιαλιστές, στοὺς θαλάμους ἀερίων, γιὰ νὰ τοὺς ἐξοντώσουν, εἶχε ἐφευρεθῆ ἀπὸ …Ἰουδαῖο, ποὺ μάλιστα εἶχε «τιμηθῆ» καὶ μὲ τὸ βραβεῖο Νόμπελ! [8]

Νά γιατί λοιπόν, ἔστω καὶ ἂν προσηλυτισθοῦν οἱ Ἰουδαῖοι σὲ ἄλλο θρήσκευμα, διατηροῦν ἐνδομύχως τὴν αἴσθηση τῆς «ὑπεροχῆς τους» ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἐφ’ ὅσον ἔχουν «περιτετμηθῆ» καὶ κατὰ συνέπεια ἔχουν ἐπάνω στὸ σῶμα τους τὴν ἀπόδειξη συνάψεως  συμβολαίου τους μὲ τὸν Θεό, ὄχι Χριστιανοὶ καὶ Μουσουλμάνοι νὰ γίνουν, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ εἰδωλολάτρες παλαιοῦ, ethnic στύλ, ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἕως τὰ μέσα τοῦ Κ΄ αἰώνα προσκυνοῦσαν τὰ τοτὲμ καὶ βαροῦσαν τὰμ-τάμ, διέπονται ἀπὸ αἴσθημα ὑπεροχῆς θεολογικοῦ χαρακτήρος καὶ ὑφῆς. Καὶ τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἀπόγονοί τους: Ἐφ’ ὅσον ὁ παπποῦς ἢ καὶ οἱ προπαπποῦδες τους εἴχαν κάνη «συμβόλαιο μὲ τὸν Θεό», αὐτοί, ἔστω καὶ ἐὰν τὸ ἔχουν γυρίση στὸν Χριστιανισμὸ ἢ τὸ Ἰσλὰμ κ.ο.κ., συνεχίζουν νὰ πιστεύουν πὼς ἡ ὅλη τους ὕπαρξις διέπεται ἀπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὶς ἑκατέρωθεν δεσμεύσεις τοῦ ἐν λόγῳ «συμβολαίου».   Ὡς χαρακτηριστικὰ παραδείγματα μποροῦν νὰ ἀναφερθοῦν οἱ marranos  (= ἐκχριστιανισμένοι Ἰουδαῖοι τῆς Ἱσπανίας) καὶ οἱ ντονμέδες (<dönmeler= ἐξισλαμισμένοι Ἰουδαῖοι τῆς Θεσσαλονίκης). Οἱ πρῶτοι, χρησιμοποιώντας τὶς μεγάλες οἰκονομικές τους δυνατότητες, κατάφεραν νὰ ἀναρριχηθοῦν σὲ ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς Καθολικῆς Εκκλησίας καί, συχνά, τοῦ Ἱσπανικοῦ Κράτους. Μικρὴ ἀμφιβολία μένει πιὰ ὅτι καὶ ὁ Francisco Franco, Caudillo της Ισπανίας ἀπὸ τὸ 1936/1939 μέχρι τὸν θάνατό του (1975), ἤταν ἀπόγονος marranos[9]. Ἔτσι ἐξηγεῖται τόσο ἡ κατὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο οὐδετερότης του (ποὺ στὴν οὐσία ἔβλαψε σοβαρὰ τὶς Δυνάμεις τοῦ Ἄξονος) ὅσο καὶ ἡ στάσις τῶν Συμμάχων, νικητῶν τῆς συῤῤάξεως τῶν ἐτῶν 1939-1945, πρὸς αὐτὸν τὸν ἴδιο. Καὶ ὅσον ἀφορᾶ  στοὺς ντονμέδες μπορεῖ νὰ προβληθῇ ἡ περίπτωσις τοῦ Κεμὰλ Ἀτατούρκ, θεαματικῶς ἐὰν ὄχι ἐπιδεικτικῶς διαποτισμένου ἀπὸ τὸ ὅλο ἰουδαϊκὸ πνεῦμα[10]. Ἔτσι, πράγματι, ἑρμηνεύεται καὶ ἡ  –σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ βίου του- ἐχθρότης τοῦ «ἱδρυτοῦ τῆς Νέας Τουρκίας»  πρὸς τὸ Ἰσλάμ.

Ἅλλωστε, καὶ ἡ «ἐπανάστασις τῶν Νεοτούρκων» τὸ 1908, στὴν Θεσσαλονίκη, θὰ ἤταν ἀδύνατος χωρὶς τοὺς ντονμέδες εἰδικῶς καὶ τὸ ἐκεῖ τότε ἰουδαϊκὸ στοιχεῖο γενικότερα. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Σαλονικιοὺς Ἰουδαίους, πράγματι, εἴχαν καταφέρη νὰ ἔχουν (καὶ) ἄλλην ὑπηκοότητα ἀπὸ τὴν ὀθωμανική. Ἔτσι, ἡ αστυνομία τοῦ σουλτάνου Αbdül  Hamid  δὲν μποροῦσε νὰ μπῇ στὶς τεκτονικὲς στοὲς ποὺ αὐτοὶ εἴχαν συμπήξη καὶ νὰ διεξαγάγη τὶς ἀπαραίτητες γιὰ τὴν ἀποκάλυψη συνωμοτικῶν κινήσεων ἔρευνες. Ὁ ἴδιος ὁ τότε σουλτάνος ἄλλωστε εἶχε γίνη ἀντιπαθὴς γενικῶς στοὺς Ἰουδαίους, ἐπειδὴ εἶχε ἀρνηθῆ νὰ παραχωρήσῃ τὴν Παλαιστίνη σὲ σιωνιστές, πρὸ κειμένου νὰ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ τὸ «Κράτος τοῦ Ἰσραὴλ»[11] – κάτι ποὺ ἔγινε βέβαια, μετὰ τὸ τέλος τοῦ Β΄ Παγκόσμιου πόλεμου, λόγῳ τῆς ὡς πρὸς αὐτὸ εὐνοϊκῆς στάσεως κυρίως τῶν Βρεταννῶν.

Μὰ ὅλα αὐτά, βέβαια, εἶναι μιὰ ἄλλη ἱστορία…
… Ποὺ ὅμως καλὸ -καὶ λογικὸ- παραμένει νὰ τὴν ἔχουμε συνεχῶς ὑπ’ ὄψιν μας. Ἡ πρὸς τοὺς Ἰουδαίους συμπάθεια τελικῶς  «βγαίνει ξινὴ» σὲ ὅποιον τὴν αἰσθάνεται, χωρὶς νὰ στέργῃ νὰ  τοὺς προσκυνήσῃ, ἐξυπακούεται…

Καὶ ἐν κατακλεῖδι: Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται –εἰδικῶς σὲ ἐμᾶς, τοὺς Ἕλληνες- νὰ λησμονήσουμε  ὅτι, ὅπως ἐμφαντικῶς διεκηρύχθη σὲ διάλογο τοῦ Πλάτωνος, τὸν ὁποῖο Πλάτωνα τόσο πολὺ ἐθαύμαζε  ὁ David Ben Gurion, ἱδρυτὴς τοῦ Κράτους τοῦ Ἰσραήλ, καμμία σημασία δὲν ἔχει ὁ φόνος αὐτὸς καθ’ ἑαυτός· σημασία ἔχει ἕνα καὶ μόνο: Ἡ αἰτία γιὰ τὴν ὁποία αὐτός, δηλαδὴ ὁ φόνος, ὁ σκοτωμός, έγινε[12].

Σημειώσεις

[1] Χένρυ Ἀ. Κίσσινγκερ, Ἕνας ἀποκατεστημένος κόσμος. Ὁ Μέττερνιχ, ὁ Κάσλρη καὶ τὰ προβλήματα τῆς εἰρήνης. Πρόλογος-μετάφρασις-σχόλια-ἐπιμέλεια: Δημήτρης Μιχαλόπουλος (Ἀθήνα: Παπαζήσης, 2003), σ. 34.

[2] Ἡ γαλλικὴ μετάφρασις τοῦ κειμένου στὸ ἔργο τοῦ Victor Malka, Les Juifs sépharades (Παρίσι: Presses Universitaires de France [Que sais-je?], 19973), σσ. 117-119.

[3] Ernest Renan, LAntéchrist (Παρίσι : Calmann Lévy, 1893), σ.258.

[4] Βλ. Ἀνέστη Κωνσταντινίδου, Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, τόμ. Α΄ (Ἀθήνα: Ἀνέστης Κωνσταντινίδης, 1901), σ. 586 Α (λῆμμα «διαθήκη»).

[5] Elio Toaff con Alain Elkann, Il Messia e gli Ebrei (Mιλᾶνο : Bompiani, 1998), σ. 26.

[6] Ἀρχιμανδρίτου Κυπριανοῦ, Ἱστορία χρονολογικὴ τῆς νήσου Κύπρου… (Βενετία: Νικόλαος Γλυκύς, 1788), σ. 138.

[7] Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἶναι Ἰουδαῖοι, ἰδίως οἱ Χριστιανοί, ἀποκαλοῦνται στὰ ἑβραϊκὰ goyim, ὅρος ποὺ συχνὰ προσλαμβάνει ἔννοια μεγάλης  περιφρονήσεως. Βλ. https://www.thefreedictionary.com/goy  (3 Ἰουνίου 2018).

[8]  Laurent Testot, Cataclysmes. Une histoire environnementale de l’humanité (Παρίσι: Payot, 2017), σσ. 351-354.

[9] V. Malka, Les Juifs sépharades, σσ. 32-33.

[10] Πρβλ. Patrick Kinross, Atatürk. The Birth of a Nation (Λονδίνο: Phoenix Press, 2005), σσ. 6-7.

[11] Βλ. Διοδώρου Ῥάμμου, «Τὰ πλοκάμια τοῦ Σιωνισμοῦ εἰς Εὐρώπην καὶ Ἑλλάδα», Ὀρθόδοξος Τύπος (Ἀθήνα), φύλλο 25ης Μαΐου 2018, σ. 5.

[12] Πλάτωνος, Εὐθύφρων, 4b-c.

(Visited 430 times, 1 visits today)




Leave a Reply