Δικαιούμεθα νά ξεχάσουμε;

Λίγες μόλις ἡμέρες πρὶν ἕνα παλληκάρι, ἕνας λεβέντης, ἔπεσε ἀπὸ πυρὰ τῆς ἀλβανικῆς ΜΑΦΙΑΣ* νεκρὸ κάπου ἐκεῖ, στὰ βόρειά μας σύνορα, ὅπου ἡ ἑλληνικὴ γῆ, ἐδῶ καὶ αἰῶνες, βάφεται διαρκῶς ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς Ἐλευθερίας.
Μία περιοχὴ λησμονημένη καὶ ἐγκαταλελειμμένη, ἰδίως  ἀπὸ ἐμᾶς, τὰ ἀδέλφια τῶν ἐκεῖ διαβιούντων.

Ἡ ἐν λόγῳ εἰκόνα εἶναι δημιούργημα τοῦ Σπυρίδωνος Ζαχαροπούλου εἰδικῶς γιὰ τὸν Κωνσταντῖνο Κατσίφα.
Ἐλήφθη δὲ ἀπὸ τὸν φίλο Ἰωάννη Γιαννάκενα.

 

Καὶ ναὶ μὲν τὸ ἑλλαδοκαφριστὰν ἔπραξε ὅλα τὰ ἀναγκαία γιὰ νὰ λησμονήσουμε τὸ Χρέος μας, ἀλλὰ πέραν τῶν κρατικῶν προπαγανδιστικῶν τακτικῶν, ὑποτίθεται πὼς ὑφίσταται καὶ ἡ ἀτομικὴ εὐθύνη. Μία ἀτομικὴ εὐθύνη ποὺ ἀποποιούμεθα συνειδητῶς πλέον, ἐφ΄ ὅσον στὴν δημοκρατία μας δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀτομικὴ εὐθύνη, διότι, λέει, ἡ συλλογικὴ εὐθύνη τὴν ἐπισκιάζει καί, καταληκτικῶς, τὴν ἀκυρώνει.
Καὶ ἐμεῖς ἐφησυχάσαμε, λησμονήσαμε καὶ παραδώσαμε στὰ χέρια τῆς ἀλβανικῆς ΜΑΦΙΑΣ τοὺς συμπατριῶτες μας, ἔτσι, δίχως τύψεις καὶ δίχως ἐνοχές, ἔως ποὺ φθάσαμε στὴν ἐν ψυχρῷ δολοφονία τοῦ Κωνσταντίνου.

Ἐκεῖ, στὰ Βόρεια τῆς Ἠπείρου μας, ἢ ἄλλως, στὴν Βόρειο Ἤπειρο, ὁ Ἑλληνισμὸς ψυχοῤῥαγεῖ καὶ βοᾶ ἀπελπισμένος, ἐδῶ καὶ αἰῶνες. Ἐκεῖ κάποιες ἐλάχιστες φωνὲς ἀκόμη ψιθυρίζουν κάτι, ἀλλὰ ἐμεῖς, τόσο μακρὰν τῆς Ἀνάγκης διαβιοῦντες, κωφεύουμε καὶ στρέφουμε ἀλλοῦ τὸ βλέμμα μας. Δὲν εἶναι ὥρα τώρα, λέει, γιὰ ἐπὶ πλέον ἀναταραχές. Ἀρκοῦν οἱ ὑπάρχουσες. Εἶναι ὑπερβολή, λέει, οἱ ἐθνικιστικὲς κραυγές. Εἶναι παράλογες, λέει, οἱ ὁποιεσδήποτε, λογικὲς καὶ αὐτονόητες, ἀξιώσεις γύρω ἀπὸ τὴν Βόρειο Ἤπειρο.
Ἀφῆστε δὲ ποὺ τὰ μνημόνια, οἱ λεηλασίες καὶ εἰδικῶς οἱ κουδουνισμένες κόττες, ποὺ ἐνεδύθησαν τὸ προσωπεῖο τοῦ κυβερνῶντος, εἶναι σύμπαντες ἐνάντιοι σὲ κάθε τὶ ποὺ «δὲν προάγει τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα». Διότι, κατ’ αὐτοὺς καὶ τὶς λοιπὲς λουλοῦδες, τὰ «ἑλληνικὰ συμφέροντα» σχετίζονται μόνον μὲ τὶς «ἐπενδύσεις» καὶ τὸ χρῆμα καὶ οὐδέποτε μὲ τὶς Συνειδήσεις, τὸν Αὐτοπροσδιορισμὸ καὶ τὴν (ἐπὶ τὴν οὐσίας τῆς Ἀληθείας) Ἐπιβίωσιν τῶν Ἑλλήνων.
Κι ἂς χαθοῦν κάποιοι λόγῳ πιέσεων… Κι ἂς ὁδηγηθοῦν περισσότεροι στὶς αὐτοκτονίες… Καὶ ἂς θυσιασθοῦν σὲ πλημμῦρες καὶ πυρκαϊὲς ἀρκετοί… Κι ἂς ἐξορισθοῦν ἀμέτρητοι… Κι ἂς ὁδηγηθοῦν οἱ πλεῖστοι στὴν ἀπόλυτο ἐξαθλίωσιν…
Κι ἂς ἀπομειωθῆ τέλος πάντων σὲ μεγάλον βαθμὸ ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμός, ἐὰν εἶναι νὰ κερδίσουμε, σὲ χρῆμα καὶ σὲ ὑποδομές, ἀπολαβές. Ἀφῆστε ποὺ δὲν ἔχει, λέει, σημασία τὸ νὰ ἐπιβιώσῃ ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμὸς τόσο, ἐφ΄ ὅσον ἤδη οἱ ἀντικαταστάτες του εἶναι ἢδη ἐδῶ.
Ἐάν, δῆλα δή, γίνουμε «παράδεισος ἐπενδύσεων», λέει, δὲν ἔχει σημασία τὸ ποιὸς θὰ ἀποτελῆ τὸν λαό… Σημασία ἔχει νὰ πληρώνονται οἱ φόροι, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα οἱ τοκογλῦφοι, στὴν ὤρα τους…
Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἀρλοῦμπες… Λέει…
Τί σημασία ἔχουν λοιπόν κάποιες ἀπώλειες ἐμπρός στό χρῆμα καί στά ὅσα αὐτό θά ἐπιφέρη, ὅταν θά τελειώσουν ὅλα;
Ἔχει; Ἤ δὲν ἔχει…
Δὲν ξέρω γιὰ ἐσᾶς, ἀλλὰ γιὰ ἐμέναν ἔχει μεγάλη σημασία.

Ἕνα παλληκάρι τυχαῖον ἦταν αὐτό; Ὄχι… Ἦταν ἕνα παλληκάρι ἀπολύτως συνειδητοποιημένο, ποὺ ἢξερε, σὲ μεγάλον βαθμὸ τὸ Χρέος καὶ τὴν Ἀνάγκη καὶ τὰ ὑπηρετοῦσε ἀπολύτως ἀφοσιωμένο.

Ἕνα παλληκάρι ἄγνωστον στοὺς πολλούς, ἔως προσφάτως, ποὺ ἔρχεται τώρα μὲ τὴν θυσία του νὰ χαλάσῃ τὸν ἐπίπλαστό μας κόσμο καὶ νὰ μᾶς ταρακουνήσῃ.
Καί, ἐπὶ τέλους, ἀκόμη καὶ τώρα, καλούμεθα νὰ λάβουμε θέσεις, νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ τὶ ἀκριβῶς συμβαίνει ἐκεῖ, νὰ συνειδητοποιήσουμε τὸ γιατὶ οἱ κερκόπορτες καὶ οἱ Δούρειοι Ἵπποι μᾶς καθορίζουν τὴν σημερινή μας πλαστὴ πραγματικότητα ὡς ἀληθὴ καί, καταληκτικῶς, νὰ ἀποφασίσουμε ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσουμε νὰ παραμένουμε ἀδρανεῖς καὶ αὐτοκτονικοὶ παρατηρητὲς τῶν ἐξελίξεων ἢ ἐὰν θὰ ἀναλάβουμε, ἀκόμη καὶ τὴν ὑστάτη ἐτούτη στιγμή, τὴν εὐθύνη τῆς δράσεως καὶ τελικῶς τῆς ἀλλαγῆς τῶν δεδομένων ὑπέρ μας.
Δὲν γίνεται, τέλος πάντων, νὰ ἀφήνουμε τοὺς …«τρελλούς» μόνους τους γιὰ νὰ κάνουν κάτι, χαρακτηρίζοντάς τους ἐπὶ πλέον καὶ γραφικούς, πρὸ κειμένου νὰ δικαιολογήσουμε στοὺς ἑαυτούς μας τὴν δική μας ἀναβλητικότητα.

Ἐπισκεπτήριον Θωμᾶ Βρακᾶ στὸν φίλο του Δημήτριο Μιχαλόπουλο

Βόρειος Ἤπειρος, μία κακοφορμισμένη πληγὴ ἀπὸ …ἑλληνόφωνες μαχαιριὲς

Τὰ πάντα εἶναι στὸ χέρι μας, μᾶς ἀρέσει δὲν μᾶς ἀρέσει. Φθάσαμε ἔως ἐδῶ διότι ἐμεῖς πρῶτοι ὑποχωρήσαμε ἐκ τῶν Ἀναγκαίων Χρεῶν μας καὶ ὄχι διότι κάποιοι μᾶς ἐξεδίωξαν ἀπὸ κάπου.

Ἐκεῖ, στὰ Βόρεια τῆς Ἠπείρου μας, Ἕλληνες, σὰν κι ἐμᾶς, πάσχουν καθημερινῶς ἐδῶ καὶ αἰῶνες. Ἐκεῖ ὅμως, ἀκόμη, κατὰ παράβασιν τῶν κανόνων τῆς …«πολιτικῆς ὀρθότητος», τοῦ πολυπολιτισμοῦ καὶ τῶν μαζανθρωποιημένων κοινωνιῶν μας κτυπᾶ ἀκόμη ἡ καρδιὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ δὲν κτυπᾶ ἀσθενικῶς ἂλλὰ ὅλο καὶ πιὸ δυνατά, μὲ διαρκῶς βελτιουμένη ὑγεία, ἀποδεινύοντάς μας, γιὰ ἀκόμη μίαν φορά, πὼς μόνον αὐτὸς ποὺ ἔχει «γευθῆ στὸ πετσί του» ὅλων τῶν εἰδῶν τοὺς εὐτελισμούς, ἀπὸ τὸν κάθε εἴδους δεινάστη ἔχει τὸ Χρέος νὰ κρατηθῇ ζωντανός, παραμένοντας διαρκῶς ἐστιασμένος στὴν Ἐλευθερία, πρὸ κειμένου νὰ δυναμώσῃ καὶ νὰ τὴν ἐπανακτήσῃ.

Ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ἡ σημαία του

Ἐκεῖ λοιπόν κατ’ ἐπέκτασιν ὑφίσταται ἤδη ἡ ἀναγκαία φλόγα γιὰ νὰ πυρακτώσῃ τὶς καρδιὲς ὅλων μας καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήση σὲ ἄλλες συνθῆκες, ὁπωσδήποτε διαφορετικὲς ἀπὸ τὶς σημερινὲς καί, σαφῶς, πιὸ κοντὰ σὲ δράσεις ποὺ μᾶς πρέπουν.
Ἀπὸ ἐκεῖ θὰ παραδειγματισθοῦμε γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ σηκωθοῦμε ὄρθιοι.

Πῶς εἶναι δυνατόν ὅμως νά συμβαίνῃ κάτι τέτοιο; Πῶς εἶναι δυνατόν ἄνθρωποι πού ἐδῶ καί τόσους αἰῶνες παραμένουν ὑπόδουλοι νά εἶναι περισσότερο Ἕλληνες ἀπό ἐμᾶς; Πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν τούς ἔχῃ καταπιῆ ὁ κάθε εἴδους κατακτητής, μέ τίς ὁποῖες πολιτικές τακτικές του;
Κι ὅμως εἶναι… Καὶ εἶναι δυνατὸν διότι αὐτοὶ ἔχουν ἐπίγνωσιν τῆς δουλείας τους, ἐν ἀντιθέσει μὲ ἐμᾶς ποὺ τὴν ἀρνούμεθα.
Ὅστις συνειδητοποιεῖ τὴν σκλαβιά του, δρᾶ, ἐν ἀντιθέσει μὲ αὐτὸν ποὺ τὴν ἀρνεῖται καὶ καταλήγει νὰ ἐφησυχάζῃ.
Ἐμεῖς, οἱ ἀπολύτως ἐφησυχασμένοι, κοιμούμεθα τὸν ὕπνο τοῦ …αὐτόχειρος.
Αὐτοὶ ἐπιδερμικῶς συμβιβάζονται, ἀλλὰ μέσα τους ἀναμένουν καὶ παραλλήλως δροῦν, ὁ καθεὶς μὲ τὸ δικό του μερίδιον. Κι ἔτσι μᾶννες, σὰν αὐτὴν τοῦ Κωνσταντίνου γεννοῦν Κωνσταντίνους καὶ τοὺς κάνουν νὰ αἰσθάνονται ὑπερήφανοι κι ἐνεργοὶ Ἕλληνες, ἐνῷ ἐδῶ, ἄλλες μᾶννες, σὰν αὐτὴν τοῦ Κωνσταντίνου, λησμονοῦν πὼς πρῶτο μέλημά τους εἶναι νὰ πλάσουν ἐνεργοὺς κι ἐλευθέρους πολῖτες, μεταθέτοντας στὶς κατοχικὲς κυβερνήσεις τὸν δικό τους ῥόλο.
Ποιός λοιπόν μπορεῖ νά μᾶς μεταλαμβαδεύσῃ κάτι ἀπό τήν φλόγα του ἐάν ὄχι αὐτός πού ἤδη τήν συντηρεῖ ἀναμμένη;

Τί νά σοῦ πῶ Πατριώτη λοιπόν;
Δικαιούμεθα νά ξεχάσουμε;
Κι ἐάν δικαιούμεθα Πατριώτη νά ξεχάσουμε, πόσο τό ἀ
ντέχουμε;
Ἐάν αὐτή ἡ θυσία δέν εἶναι ἱκανή νά μᾶς ὁδηγήση στό νά ξεκολλήσουμε ἀπό τήν ἀδράνειά μας, τότε πόσο μεγάλη θά πρέπη πιά νά εἶναι αὐτή ἡ θυσία πού θά μᾶς ἐνεργοποιήση;
Διότι μόνον ὁ πόνος ξυπνᾶ τὸν ἄνθρωπο… Ὁ πόνος τῆς ἀπωλείας ποὺ ἐμπεριέχει τὸν φόβο τοῦ θανάτου.
Ὁ διπλανός μας ἤδη ἀπεβίωσε..
Ἐμεῖς ἀργοπεθαίνουμε…
Ἤ θὰ κάνουμε κάτι νὰ σηκωθοῦμε ὄρθιοι, ἢ θὰ μείνουμε ἀδρανεῖς, προσμένοντας τὸ ὁριστικὸ τέλος.
Στὸ χέρι μας ὅλα… Μὰ ὅλα… Στὸ χέρι τοῦ κάθε ἑνὸς ἀπὸ ἐμᾶς, στὸν βαθμὸ τῆς ἀτομικῆς μας δυναμικότητος καὶ εὐθύνης.

Φιλονόη

* Δέν πρόκειται γιά ΜΑΦΙΑ; Ἀλήθεια; Πρόκειται γιά ἀστυνομία καί γιά στρατό ἑνός κράτους-ἔθνους; Ἀλήθεια; Καί πότε ἀκριβῶς αὐτός ὁ λαός διεκδίκησε, ἐπολέμησε καί κατέκτησε τό δικαίωμα νά ἀποκαλεῖται ἔτσι; Ἤ μήπως ἀπό ἀρχῆς ὑπάρξεώς του, ἀπολύτως καταχρηστικῶς, παρέμενε καί παραμένει ἕνα μέσον; Κι ἐάν εἶναι μέσον, ποὺ κατὰ καιροὺς ἐξυπηρετεῖ κάτι ἢ κάποιους, τότε πῶς εἶναι δυνατόν νά τό θεωροῦμε ἐμεῖς ὡς κάτι πού δέν εἶναι;

Τί ἦσαν οἱ (πραγματικοί) Ἀλβανοί τό 1821; Τί ἦσαν κατά τήν διάρκεια τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων; Τί ἦσαν κατά τό 1940 ἔως καί τό 1949; Ἐλεύθερο κράτος ἤ μήπως βιτρίνα ἀσκήσεως πιέσεων στούς γείτονές τους; Τό μακρύ χέρι ἄλλων ἦσαν καὶ  παραμένουν. Τὸ μακρὺ χέρι. Ὑπ΄ αὐτὸ τὸ πρίσμα δὲν νοεῖται ἀστυνομία καὶ στρατὸς παρὰ μόνον προέκτασις τῆς ἰταλικῆς, τῆς αὐστριακῆς, τῆς ἀγγλικῆς, τῆς ῥωσσικῆς, τῆς ὀθωμανικῆς, τῆς ΝΑΤΟϊκῆς ΜΑΦΙΑΣ καὶ μόνον.

https://sanshmerafilonoi.gr/2013/06/08/f-8-ioynioy-1917-katalhpsis-ton-ioanninon-ypo-ton-italon-kai-h-gennhsis-ths-albanias/?fbclid=IwAR02kvvMa24lqmRDyJtWbUIfJV4RYb54qW9jJC_5HR6z8juP9Gq1kHpWbq4

8 Ἰουνίου 1917. Κατάληψις τῶν Ἰωαννίνων ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν καὶ ἡ «γέννησις» τῆς Ἀλβανίας.

Ἔτσι, γιὰ νὰ καταλαβαίνουμε περὶ τίνος πρόκειται.

(Visited 103 times, 1 visits today)




One thought on “Δικαιούμεθα νά ξεχάσουμε;

Leave a Reply