Πότε ἐδημιουργήθη ὁ κόσμος;

Τί πιστεύουμε;

Στὴν σύγχρονο ζωή μας ἀντιμετωπίζουμε μεγάλες διαμάχες μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν σὰν αἰτία τὴν διαφορετικὴ μέθοδο ποὺ τοὺς ταιριάζει νὰ ἐξηγοῦν τὸ μεταφυσικόν.

Ἄνθρωποι δίχως γνώσεις καὶ ἐμπειρίες, χωρὶς ἰδιαιτέρα μόρφωση ἢ κατάρτιση σὲ θρησκευτικὰ ζητήματα ἐπιδίδονται μὲ φανατισμὸ στὴν ὑποστήριξη τῆς ἀπόψεως ποὺ ἔχουν διδαχθῆ σὲ κάποια συγκεκριμένη περίοδο τῆς ζωῆς τους, μὲ πρόδηλα χαρακτηριστικὰ ἐγωϊστικῆς μονομερείας, ὑποδηλοῦντες τρόπον τινὰ τὴν ἀνασφάλειά τους, διότι βαθειά μέσα τους ὑποβόσκει ἡ ἀμφιβολία τοῦ ἐὰν εὑρίσκονται στὸν σωστὸ δρόμο, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει βεβαιότης πλὴν αὐτῆς ποὺ προσφέρει αὐτὸ ποὺ καλοῦμε πίστη. Πίστη ὅμως σήμερα σημαίνει παραδοχὴ καὶ ἀποδοχὴ τοῦ μὴ ἀποδεδειγμένου. Ἐπὶ πλέον ἡ ἀδυναμία αὐτὴ ἀποζητᾶ ἀπεγνωσμένα τὴν ἐπιβεβαίωση ποὺ προσφέρει ἡ συλλογικότης (τὸ νὰ εἴμαστε πολλοὶ τῆς ἰδίας πίστεως) καὶ ἡ ὁποία τελικῶς ἐκφράζεται ὡς ἀνάγκη ποὺ καταλήγει σὲ καταπιεστικὲς συμπεριφορὲς ἑκατέρωθεν.

Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅμως ποὺ πρόκειται γιὰ γενικὴ παραδοχή, ὅτι πρὸ κειμένου νὰ υἱοθετηθῇ κάποια ἄποψις πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τεκμηριωμένα ἀποδεικτικὰ στοιχεία, τὸ ἄτοπον εἶναι προφανές.

Θρησκεῖες – Μνημεία – Ἀρχαία Ἑλλὰς – Πίστις 

Στὶς ἡμέρες μας οἱ λαοὶ παρουσιάζουν μία πολὺ μεγάλη διαφοροποίηση ὅσον ἀφορᾷ στὴν πίστη τους. Μεγάλη ποικιλία θρησκειῶν ἢ αἱρέσεων ἢ συστημάτων πίστεως μὲ δανεικὰ στοιχεῖα ἀπὸ ἄλλα συστήματα πίστεων ἢ συνδυασμούς αὐτῶν, τόσους, ὅσους περίπου καὶ οἱ πιθανότητες ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ὑπαρχόντων. Τὸ φαινόμενο δὲν εἶναι ἄγνωστο διότι ἡ ζωὴ τοῦ πλανήτου ἐξελισσομένη σὲ διαφορετικὰ σημεῖα μὲ διαφορετικὲς ὁμάδες καὶ ἐθνικότητες προσέφερε πάντοτε ποικιλίες  συστημάτων πίστεως, εἴτε ἀπὸ παράδοση, εἴτε προσαρμογὴ κάποιου εὐφυοῦς ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος εἶχε σκοπὸ νὰ ἀνεβάσῃ τὴν μεταφυσικὴ σκέψη τῶν συνανθρώπων του, ἢ ἀκόμη νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὶς δυνατότητές του γιὰ νὰ ὁμαδοποιήσῃ καὶ νὰ ὑποτάξῃ μεγάλο ἀριθμὸ πιστῶν, πρὸ κειμένου νὰ ἐλέγξῃ τελικῶς τὴν διαθέσιμο ἰσχὺ ποὺ ἀποῤῤέει ἀπὸ τὴν συλλογικότητα, ὅταν εὑρίσκεται κάτω ἀπὸ ὁμόνοια, ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὶς ἀρχὲς μιᾶς πίστεως.

Ἡ μία καὶ μόνη ἀντίληψις περὶ τῶν μεταφυσικῶν ἀντιλήψεων, ὡς ἐγγενὴς δυνατότης στὴν κάθε ἀνθρώπινο ὕπαρξη, ἀποτελεῖ λογικὴ ἐκδοχὴ παλαιοτέρων χρόνων κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη ἐφηρμοσμένης πίστεως διότι ἐπρόκειτο περὶ κοινῆς γνώσεως καί, κατὰ συνέπειαν, φυσιολογικῆς λειτουργίας. Φαίνεται, ὅτι μετὰ πάροδο ἐτῶν καὶ τεραστίων καταστροφῶν, πολιτισμοὶ ὅπως αὐτοὶ ποὺ ἀποκαλοῦμε προκατακλυσμιαίους καὶ ἀκόμη πολὺ ἐνωρίτερα, εἶχαν ὑποστῆ τεράστιες καταστροφὲς ἀπὸ γεωλογικὲς ἀνακατατάξεις, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπιδοθοῦν πρωτίστως στὴν ἐπιβίωσή τους, ὥστε νὰ ἀρχίσουν νὰ χάνουν τὶς μεταφυσικές τους ἱκανότητες, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν πλήρη εἰκόνα τοῦ μεταφυσικοῦ, ἐνῷ ὁ βιοπορισμὸς καὶ ἡ ἐπιβίωσις ἀπετέλεσαν πρωταρχικὸ καὶ κυρίαρχο ῥόλο στὴν ζωή τους. Θὰ ὑπέφεραν τεραστίων ἀπωλειῶν πολιτιστικῶν κυττάρων ὅπως ὀργανώσεις χωρίων ἢ πόλεων καὶ ἐπίσης ἀπώλεια γερόντων, διδασκάλων καὶ γονέων, οὶ ὁποίοι ἔμελλον νὰ περάσουν τὴν γνώση τους στοὺς νεωτέρους, ἀφήνοντάς τους μὲ ὑπολείμματα γνώσεων στὴν σκληρὴ διαδικασία τῆς ἐπιβιώσεως ἑνὸς κατεστραμμένου πλέον, πρότερα ὠργανωμένου σώματος.

Τὴν ἄποψη σπεύδει νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὸ γεγονὸς τῶν μεγαλιθικῶν μνημίων τῆς ἀρχαιότητος, ὅπως εἶναι οἱ πυραμίδες στὴν Giza τῆς Αἰγύπτου, ἀλλὰ καὶ πλῆθος παρομοίων κατασκευῶν στὴν κεντρικὴ νότιο Ἀμερική, στὸ Μεξικὸ ἀπὸ τοὺς Mayas, στὶς νότιες πολιτεῖες Ciapas, Tabasco καὶ τὴν χερσόνησο τοῦ Yucatán,  στὶς νήσους τοῦ Πάσχα μεταξὺ Χιλῆς καὶ Αϊτῆς, στὸ Περοῦ οἱ Cuzco, Ollatayatambo, Saqsayhuaman καὶ ἡ φημισμένη πόλις Machu Pichu, ἐπίσης καταποντισμένες πόλεις ποὺ ἀνακαλύπτονται, ὅπως πρόφατα βορείως τῆς Κοῦβας στὸ τρίγωνο τῶν Βερμούδων, τὰ ἐρείπια τοῦ  Stonehenge στὸ Wiltshire τῆς Ἀγγλίας, βορείως τοῦ Salisbury, μὰ καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα παραπέμπουν σὲ κάποιον παγκόσμιο πολιτισμό, ποὺ χρησιμοποιοῦσε τὶς ἴδιες τεχνικὲς μεγαλιθικῶν κτισμάτων μὲ κοινὰ χαρακτηριστικά.

Ἐπὶ πλέον παραπέμπει σὲ σκέψεις  ὅτι ἐξ αἰτίας τῶν καταστροφῶν ποὺ ὑφίσταντο εἴτε εἶχαν προηγηθῆ, εἴτε ὑπῆρξε ἡ ἀνάγκη τέτοιων κατασκευῶν γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ἀνθέξουν παρόμοιες ἐπικείμενες καταστροφὲς καί, ὥς φαίνεται, ἠθέλησαν νὰ συμπεριλάβουν τὶς γνώσεις τους, ἐνσωματώνοντάς τες στὶς κατασκευές τους, ὥστε νὰ ἐπιτύχουν τὴν διαχρονικότητά τους.

Ἡ Ilse Schwidetzky, 1907 – 1997  ἱστορικός, βιολόγος καὶ ἀνθρωπολόγος,  στὸ βιβλίο της: «Οἱ ἄνθρωποι τοῦ θανάτου» 1954, ἀναφέρει ὅτι μόνον στὶς Ἀθῆνες τοῦ Ε’ π.Χ. αἰῶνος ἐνεφανίσθησαν 14 μεγαλοφυΐες σὲ πληθυσμὸ 100.000 ἐλευθέρων πολιτῶν. Πρόκειται γιὰ «τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ μεγαλοφυΐας ποὺ ἔχει ποτὲ ἐπιτύχη ἕνας πληθυσμός». Αὐτὸ, ὅπως καὶ γενικώτερα ἡ πνευματικὴ ἀκμὴ τῆς Ἀρχαῖας Ἑλλάδος, ἀποδίδεται στὴν αὐστηροτάτη φυλετικὴ ἐνδογαμία τῶν Ἑλλήνων (= μὴ ἀνάμειξις μὲ ἄλλες φυλές), σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν μακρὰ ὁμογαμία (= διασταύρωσις σωματικῶς καὶ πνευματικῶς ὁμοίων) κάθε πόλεως (οἱ ἐλεύθεροι διεσταυρώνοντο μεταξύ τους, ὅπως οἱ δούλοι καὶ οἱ μέτοικοι). Τὰ ἔθνη μιγάδων θὰ ἦσαν ἔθνη παρακμῆς.

Ἀπὸ αὐτὴν τὴν πληροφόρηση μποροῦμε νὰ κάνουμε μία ὑπέρβαση στὴν σκέψη μας καὶ νὰ ἐξετάσουμε τὴν ὑποβόσκουσα ἐκδοχή, ὅτι οἱ μεγάλοι Ἑλληνες φιλόσοφοι ὑπῆρξαν καὶ συνέγραψαν ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶναι γνωστὰ ὡς Ἀρχαῖα Ἑλληνικὴ γραμματεία, ὄχι γιὰ νὰ διδάξουν ἑαυτοὺς καὶ ἄλλους λαοὺς περὶ αὐτῶν, διότι ἐπρόκειτο γιὰ κοινὴ γνώση, ἀλλὰ διότι διαισθάνθησαν ὅτι οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ ἄλλοι λαοὶ εἶχαν ἀρχίση νὰ χάνουν τὴν ἱκανότητα-γνώση τοῦ νὰ ἐπικοινωνοῦν μὲ ὅ,τι ὀνομάζουμε μεταφυσικὸν καὶ ἔκαναν αὐτὴν τὴν προσπάθεια μὲ σκοπὸ νὰ ἐπαναφέρουν ἢ καὶ νὰ συντηρήσουν τὴν κοινὴ γνώση – ἱκανότητα τῶν ἀνθρώπων περὶ αὐτῆς τῆς γνώσεως, ὁπότε προέκυψε, ὡς ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ποὺ μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ ἀκόμη καὶ ὡς φυσικὴ διεργασία τῆς φύσεως, ἡ ἐμφάνισίς τους.

Ἑπομένως γίνεται ἀντιληπτὸν ὅτι οἱ χιλιάδες δοξασιῶν, τελετουργικῶν, συστημάτων πίστεως, θρησκειῶν καὶ αἱρέσεων εἶναι δυνατὸν μὲν νὰ παρέχουν πληθώρα ἐνδείξεων, ἀλλὰ στερῶνται ἱκανοποιητικῶν ἀποδείξεων, γεγονὸς ποὺ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν τεραστία διαφοροποίηση καὶ τὶς ἀμέτρητες διαμάχες λόγῳ ἐλλείψεως ἀποδεικτικῶν στοιχείων.

Ἡ αἰώνιες διαμάχες περὶ θρησκειῶν ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν καὶ θὰ συνεχίσουν καὶ στὸ μέλλον χωρὶς νὰ φέρνουν ἀποτέλεσμα πλέον τῶν ἢδη γνωστῶν βαρβαροτήτων τοῦ παρελθόντος ἀλλὰ καὶ συγχρόνων παρομοίων. Ἡ κατάστασις δέ, φαίνεται νὰ γίνεται πιὸ δυσμενὴς προϊόντος τοῦ χρόνου, διότι τὸ γνωστικὸ καὶ μαθησιακὸ ἐπίπεδο κατακρημνίζεται ἐξ αἰτίας τῆς ἀναπτύξεως τῆς τεχνολογίας, τῆς χειραγωγήσεως πονηρῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν εἰσβάλη σὲ ὅλες τὶς διοικητικὲς θέσεις τοῦ πλανήτου, μέσῳ τῶν κυβερνήσεων, οἱ ὁποίοι ὥς φαίνεται ἐπιθυμοῦν τὸ ἀντίθετο ἀπὸ ὅ,τι ἐπιθυμοῦσαν οὶ ἀρχαίοι πρόγονοί μας. Συνεπῶς ἡ ἀντιπαράθεσις τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων περὶ τῶν συστημάτων πίστεως καὶ δοξασιῶν εἶναι μία ἄγονος καὶ φθοροποιὸς διαδικασία ποὺ ὁμοιάζει μὲ ὁπλίτη ὁ ὁποῖοες πρόκειται νὰ δώσῃ μίαν μάχη μὲ σπασμένο ὅπλο ἀλλὰ καὶ χωρὶς πυρομαχικά.

Ἀπεναντίας, θὰ ἔδιδε κάποιαν ἐλπίδα καὶ  θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς βοηθητικὸ ἔργο, ἡ προσφορὰ γνώσεων ἀπὸ καταξιωμένα μέλη τῆς προτέρας ἀλλὰ καὶ νεωτέρας παγκοσμίου κοινωνίας ποὺ κατὰ τεκμήριον δίδουν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐρεύνησαν, ἐσκέφθηκαν σωστὰ καὶ προσέφεραν στοὺς συνανθρώπους τους τὴν εὐφυΐα τους καὶ τὴν πολυετὴ προσπάθειά τους μὲ σκοπὸ νὰ ἀποκαλύψουν μὲ τὸν καλλίτερο τρόπο τὴν ἀλήθεια, εὐρέως νοουμένη τὴν μὴ λήθη μὲ τὴν ἰδίαν ἐλπίδα ποὺ εἶχαν οἱ φιλόσοφοι πρόγονοί μας.

Μὲ τὴν προσφορὰ γνώσεων καὶ τὴν  χρήση κοινῆς λογικῆς ὁ καθείς ἐχει τὴν δυνατότητα νὰ φέρῃ σὲ ἀντιπαράθεση τὶς γνώσεις καὶ τὰ πιστεύω του καὶ νὰ ἀποφασίσῃ τὴν στάση του στὰ μεταφυσικὰ ἐρωτηματικά. Ἔτσι θὰ ἀποφευχθῇ ἡ ἀντίθεσις, ἡ ὁργή, ἡ ἀγανάκτησις, τὸ μῖσος, ὁ παραλογισμός, οἱ ὕβρεις καὶ κάθε εἴδους παρελκόμενα προβλήματα ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴν ἰσχυρὰ ἐμμονή μας σὲ δόγματα καὶ θρησκείες.

Ἡ ἀνάγκη μιᾶς πίστεως εἶναι μία ἀμφίβολος ἄνθρώπινη ὑποψία καὶ διφορουμένη ἔννοια γιὰ τὸ ἐὰν ὁ ζηλωτὴς ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνῃ τὴν λεπτοφυὴ διαφορὰ ποὺ προκύπτει ἀπὸ ἀφ᾽ἑνὸς μὲν τὴν ἀνάγκην τῆς πίστεως γιὰ ὕπαρξη, ἀφ᾽ἑτέρου δὲ τῆς δυνατότητος ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς ἐσωτερικῆς δυνάμεως ποὺ ἐκλύεται πρὸς ἐπιτέλεσιν κάποιου σκοποῦ καὶ παρομοίως ὀνομάζεται πίστις.

 

Ἡ Δημιουργία τοῦ Κόσμου 

Πρὸ κειμένου νὰ συνεισφέρω σὲ αὐτὴν τὴν προσπάθεια θὰ ἀναφερθῶ σὲ μερικὲς γνώσεις ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου, ὅπως προκύπτουν ἀπὸ τὶς πάμπολες διαχρονικὰ ἀναφορές, στὶς ὁποῖες ἔχουμε τὴν εὐτυχία νὰ ἔχουμε πρόσβαση, διότι δὲν ἔτυχαν στὴν καταστρεπτικὴ μανία τῶν ἑκάστοτε ἀρχόντων ἢ  παρέμειναν, διότι δὲν εἶχαν ἀνακαλύψη τὶς ἀνακολουθίες ποὺ προέκυπταν ἀπὸ τὴν συγγραφή τους καί, δεδομένου τοῦ ἐπιπέδου ὑποταγῆς καὶ ἀμαθείας τῶν λαῶν, ἠσθάνοντο ὅτι εἶχαν προσφέρη τὶς ἀναγκαῖες ἀπαντήσεις ποὺ ἐκάλυπταν τὶς μαθησιακὲς ἀνάγκες τῶν λαῶν.

Γιὰ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἔχουν προταθῆ πολλὲς ἡμερομηνίες καὶ θὰ τὶς ἀναφέρῳ γιὰ νὰ διαπιστώσουμε τὴν ἀγνοια καὶ μεγάλη δυσκολία καθορισμοῦ τῶν πραγματικῶν γεγονότων πού, παρὰ τὴν ἀξιόλογο προσπάθεια σοφῶν, θρησκευομένων, ἐπιστημόνων καὶ διανοουμένων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἕνα τόσο μεγάλο γεγονὸς ποὺ συνδέεται μὲ τὶς θρησκευτικὲς παραδόσεις καὶ δοξασίες. Παρὰ τὴν προσπάθεια πολλῶν σοφῶν ὅλων τῶν ἐποχῶν δὲν ἐπετεύχθη ἱκανοποιητικὸς καθορισμὸς ἀλλὰ ἀκόμη καὶ οἱ χριστιανικὲς ἐκκλησίες τελικῶς ὥρισαν τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας μὲ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ποὺ ὥς εἶναι φυσικὸν προήρχοντο ἀπὸ ἱερεῖς οἱ ὁποίοι δὲν ἐγνώριζον καὶ οἱ ἴδιοι τὴν ἀλήθεια.

Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἑβραϊκὴ χρονολόγησις ἀρχίζει ἀπὸ τὶς 7 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 3.761 π.Χ. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ πιθανὸν νὰ ἦταν ἀποδεκτὴ ἡ ἡμερομηνία, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσῃ οὔτε λογίους οὔτε χριστιανοὺς σοφούς, ὁπότε ὑπῆρξαν διάφορες προτάσεις ὅπως τοῦ ἑβραίου ἱστορικοῦ Ἰωσήπου Φλαβίου (37 – 100 μ.Χ.), τῆς θρησκευτικῆς ὁμάδος τῶν Φαρισαίων.  

Ἐφοίτησε σὲ διάφορες σχολὲς τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ἐνῷ ἀργότερα ἔγινε Ῥωμαῖος πολίτης καὶ ἐπεδόθη στὶς σπουδὲς καὶ τὴν λογοτεχνία.[1].

 

Ἄλλοι ὑπολογισμοί, ποὺ ἐχρησιμοποίησαν ὡς βάση τους τὴν Βίβλο, ὑπῆρξαν τῶν: Jose ἢ Yose ben Halafta, ὁ ὁποῖος  ἦταν Tannaim, ὀνομασία ποὺ καταδεικνύει τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔζησε, μαθητὴς τοῦ ῥαββίνου Akiba καὶ θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ἐπιφανεῖς λογίους τῆς Halakha ἢ Halacha σεφαραδίτης Ashkenazic (Ἀσκενάζι). Ἡ Halacha εἶναι τὸ συλλογικὸ ὄργανο τῶν θρησκευτικῶν νόμων γιὰ τοὺς ἑβραίους τὸ ὁποῖο συμπεριλαμβάνει τὸ  613 mitzvot ποὺ εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐντολῶν ποὺ ἀναφέρονται στὸ Torah ποὺ εἶναι ἡ κεντρικὴ ἔννοια στὴν ἐβραϊκὴ παράδοσις καὶ ἀργότερα συμπεριέλαβε τὸ ῥαββινικὸ καὶ ταλμουδικὸ δίκαιο καθὼς καὶ ἤθη καὶ ἔθιμα. Ὁ Ben Halafta κατέληξε ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐπετελέσθη τὸ 3.761 π.Χ..

Ὁ Sextus Julius Africanus 180 – 250 μ.Χ. ὑπῆρξε ἱστορικὸς κατὰ τὴν διάρκεια τῶν πρώτων χρόνων τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ συνέγραψε μίαν πεντάτομο πραγματεία ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας του ἔως τὸ 221 μ. Χ. μὲ τίτλο : «Χρονογραφίες».

Σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο ὁ Sextus θεωρεῖ ὡς βάση τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὰ ὁποῖα συγκρίνει μὲ τὶς αἰγυπτιακὲς καὶ χαλδαϊκὲς ἡμερομηνίες καὶ προτείνει ὡς ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τὸ ἔτος 5.499 π.Χ..

Ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας, (265 – 340 μ.Χ.), πατὴρ τῆς ἐκκλησίαστικῆς ἱστορίας, ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης καὶ μαθητὴς τοῦ μάρτυρος Παμφίλου, ἀπὸ ὅπου προέρχεται καὶ τὸ ὄνομά του «Εὐσέβιος ὁ Παμφίλου» (Eusebius Pamphili), εἶχε ὑπολογίση παρομοίως στὴν «Παντοδαπὸ Ἱστορία», τὸ διάστημα ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου μέχρι τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Τοποθετεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τὸ 5.198 π.Χ..

Ὁ Bede ἢ BEDA (672 ἢ 673 – 26 Μαΐου 735) ποὺ ἀναφέρεται καὶ ὡς Ἅγιος Βέδα (Beda Venerābilis), ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας μοναχὸς στὸ μοναστήρι Northumbrian τοῦ Ἁγίου Πέτρου στὸ Monkwearmouth καὶ τὸ συντροφικό του μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παύλου καὶ τὰ δύο εὐρισκόμενα στὸ βασίλειο τῆς Northumbria, εἶναι γνωστὸς ὥς συγγραφεὺς καὶ λόγιος μὲ σπουδαιότερο ἔργο του τὴν: «Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τῶν Ἄγγλων», (Historia ecclesiastica gentis Anglorum), ὁ ὁποῖος καὶ ἐκέρδισε τὸν τίτλο τοῦ πατρὸς τῆς ἀγγλικῆς ἱστορίας “The Father of English History”, ἐτοποθέτησε τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας στὸ 3.952 π.Χ..

Ὁ Abū al-Rayhān Muhammad ibn Ahmad al-Bīrūnī, (5η Σεπτεμβρίου 973 – 13η Δεκεμβρίου 1048), Πέρσης μουσουλμάνος λόγιος καὶ πολυμαθὴς τοῦ 11ου αἰῶνος, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους μελετητὲς τῆς μεσαιωνικῆς ἰσλαμικῆς ἐποχῆς μὲ μεγάλη ἐμπειρία στὴν φυσική, τὰ μαθηματικά, τὴν ἀστρονομία καὶ τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες, διεκρίθη ὥς ἱστορικός, χρονολόγος καὶ γλωσσολόγος. Στὸ ἔργο του Atkhar al-Bakiyiah, «The Chronology of Ancient Nations» (Ἡ χρονολογία τῶν ἀρχαίων λαῶν), χρονολογεῖ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀδὰμ στὸ 3.760 π.Χ..

Ὁ Γεώργιος Κεδρηνός, βυζαντινὸς χρονικογράφος τοῦ 11ου ἀρχὲς 12ου αἰῶνος,  συνέγραψε τὴν «Σύνοψιν τῶν ἱστοριῶν»[2]. Γιὰ τὴν συγγραφή τῆς ἱστορίας του ἐχρησιμοποίησε ἔργα τῶν: Ἰωάννου Σκυλίτζη, Γεωργίου Συγκέλου, Θεοφάνους καὶ ἄλλων. Ἡ σύνοψίς του ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Ξυλάντερ ἐν Βασιλείᾳ τὸ 1566 μὲ λατινικὴ μετάφραση καὶ σχόλια στὸ ἑλληνικὸ κείμενό του (Ἐγκ. Ἡλίου, τόμ. 10, σελ. 562-3), καλύπτει δὲ τὴν χρονικὴ περίοδο ἀπὸ κτίσεως τοῦ κόσμου ἔως τὴν ἄνοδο στὸν θρόνο τοῦ Ἰσαακίου Κομνηνοῦ τὸ 1.057 μ.Χ. καὶ τὴν ὁποία τοποθετεῖ στὸ 5.506 π.Χ..

Ὁ  Ὁλλανδὸς διανοούμενος καὶ θρησκευτικὸς ἡγέτης Joseph Justus Scaliger (5 Αὐγούστου 1540 – 21 Ἰανουαρίου 1609), εἶναι γνωστὸς γιὰ τὴν ἐπέκταση τῆς ἐννοίας τῆς κλασσικῆς ἱστορίας ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴν ἀρχαία ῥωμαϊκή, στὸ νὰ διαθέτουν στοιχεῖα ἀπὸ τὴν περσική, βαβυλωνιακή, ἐβραϊκὴ καὶ ἀρχαῖα αἰγυπτιακὴ ἱστορία. Ὁ Scaliger προέτεινε ὡς ἡμερομηνία ἀρχῆς τῆς δημιουργίας τὸ ἔτος 3.949 π.Χ..

Ὁ John Lightfoot (29 Μαρτίου 1602 – 6 Δεκεμβρίου 1675), ἕνας κληρικὸς σπουδαστὴς ἑβραϊκῶν νομικῶν, διοικητικὸς λειτουργός καὶ Master τοῦ St Catharine’s College στὸ Cambridge, παρομοίως ἐξέδωσε ἕνα δικό του χρονολόγιο τὸ 1642–1644 καὶ συνήγαγε ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἔγινε στὴν φθινοπωρινὴ ἰσημερία, ἀλλὰ τὸ ἔτος 3.929 π.Χ..

Τὸ χρονολόγιό του ὅμως ἐξαγάγει σχεδὸν ὅλα του τὰ στοιχεῖα ἀπὸ αὐτὸ τοῦ Ussher γι᾽αὐτὸ καὶ συχνὰ ἀποκαλεῖται “The Ussher-Lightfoot Chronology”. Πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι ἐπανεπροσδιόρισε τὴν ἡμερομηνία, προχώρησε μὲ μεγαλυτέρα ἀκρίβεια καὶ κατέληξε ὅτι: «ὁ ἄνθρωπος ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὴν Ἁγία Τριάδα τὴν 23η Ὀκτωβρίου του 4.004 π.Χ. στὶς 09:00´π.μ. καὶ τὸ 1.650 ἔγραφε: « Ὁ θεὸς τοῦ Μωϋσέως, ὁ Θεὸς τῶν ἠφαιστίων, ἔφιαξε τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο τὴν 9η πρωϊνὴ τῆς 23ης Ὀκτωβρίου τοῦ 4.004 π.Χ.». (R.Milton, 1996, σελ. 47).[3]

Ἀργότερα πολλοὶ λόγιοι διεκωμώδησαν αὐτὴν τὴν «ἀκριβεστάτη ἡμερομηνία. Ἔτσι ὁ Ronald Millar ἔγραφε τὸ 1972 ὅτι μόνον ἕνας ἀντιπρύτανυς τοῦ Cambridge θὰ εἶχε τὸ θράσος νὰ τοποθετήσῃ τὴν ἡμέρα καὶ τὴν ὥρα τῆς δημιουργίας στὶς ἡμερομηνίες ἐνάρξεως τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους.

Ὁ Johannes Hevellius, (28η Ἰανουαρίου 1611 – 28η Ἰανουαρίου 1687), Πολωνὸς, ἦταν σύμβουλος καὶ δήμαρχος τοῦ Danzig (Gdańsk), περίφημος ἀστρονόμος ,ἐκέρδισε δὲ τὴν φήμη ὡς ὁ ἰδρυτὴς τῆς σεληνιακῆς τοπογραφίας Selenographia (1647) καὶ περιέγραψε δἐκα νέους ἀστερισμούς, ἑπτὰ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀναγνωρίζονται μέχρι σήμερα. Ὁ Hevellius, σύμφωνα μὲ τὸ βιβλίο “Time in History” τοῦ G.J. Whitrow, ὑπελόγισε τὸ χρονικὸ διάστημα ἀπὸ γενέσεως μέχρι καὶ τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ κατέληξε στὸ 3.952  π.Χ. Στὸ  ἡμιτελὲς σύγγραμμά του «Πρόδρομος τῆς Ἀστρονομίας» (Prodromus Astronomiae 1690), τὸ ὁποῖο ἐδημοσίευσε μετὰ τὸν θάνατό του ἡ σύζυγός του Catherina Elisabetha Koopman Hevelius, εἶχε προσδιορίση ὥς καὶ τὴν ἀκριβὴ ἡμερομηνία καὶ ὥρα: 6η ἀπογευματινὴ τῆς 24ης Ὀκτωβρίου τοῦ 3.963 π. Χ.. Ἔως τὸ 1.660 μ.Χ. τοὐλάχιστον πενήντα διαφορετικὲς ἡμερομηνίες ἔχουν ἀναφερθῆ, ἐξαρτώμενες ἀπὸ τὴν ἔκδοση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὴν μέθοδο χρονολογήσεως ποὺ εἶχε χρησιμοποιηθῆ.

Ὁ Christen Sørensen Longomontanus ἢ Longberg, (4η Ὀκτωβρίου 1562 – 8η Ὀκτωβρίου 1647), ἦταν Δανὸς άστρονόμος καὶ τὸ ὄνομά του προῆλθε ἀπὸ τὸ χωριὸ ποὺ ἐγεννήθη τὸ Lomborg, Jutland. Τὸ 1577 ἡ ἐπιθυμία του γιὰ γνώση τὸν ὡδήγησε στὸ Viborg καὶ τὸ 1988 στὴν Κοπεγχάγη. Μελέτησε τὰ Masoretic Text (MT), Μασοριτικὰ κείμενα, τὸ ὁποῖα καθορίζουν τὸν ἰουδαϊκὸ νόμο ἀλλὰ καὶ τὴν προφορὰ καὶ τὸν τονισμό τους, γνωστὴ ὡς Masorah. Ἐπίσης χρησιμοποιεῖται εὐρέως ὡς βάση γιὰ τὴν μετάφραση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στὶς προτεσταντικὲς Βίβλους καὶ μετὰ τὸ 1943 γιὰ μερικὲς Καθολικὲς Βίβλους. Στὴν σύγχρονο ἐποχὴ οἱ Πάπυροι τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης, ἔχουν δείξη ὅτι τὰ Masoretic Texts εἶναι σχεδὸν ταὐτόσημα μὲ κάποια κείμενα τοῦ Tanakh ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 200 π.Χ. Ὁ Longomontanus ὑπελόγισε τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας μὲ παρόμοιο τρόπο μὲ τὸν Johannes Kepler καὶ κατέληξε στὸ 3.964 π.Χ..

Ὁ γνωστὸς Johannes Kepler (27η  Δεκεμβρίου 1571 – 15η Νοεμβρίου 1630), Γερμανὸς μαθηματικός, ἀστρονόμος καὶ ἀστρολόγος, ἕνα βασικὸ στέλεχος τοῦ 17ου αἰῶνος, ποὺ ἔφερε ἐπιστημονικὴ ἐπανάσταση μὲ τοὺς νόμους τῶν πλανητικῶν κινήσεων, οἱ ὁποίοι ἐκωδικοποιήθησαν ἀργότερα ἀπὸ μεταγενεστέρους ἀστρονόμους μὲ βάση τὰ ἔργα τοῦ Astronomia nova, Harmonices Mundi καὶ ἐπιτομὴ τῆς ἀστρονομίας τοῦ Κοπερνίκου. Ἡ ἐργασία του ἐχρησιμοποιήθη ὡς θεμελιώδης γνώσις γιὰ τὴν θεωρία τῆς παγκοσμίου ἕλξεως τοῦ Isaac Newton. Ὁ Kepler ὑπεστήριξε ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς δημιουργίας συνετελέσθη τὸ 3.992 π.Χ..

Γιὰ τὸν  Johannes Kepler καὶ τὸν Christen Sørensen Longomontanus ἡ κατάλληλος στιγμὴ ἦταν τὸ θερινὸ ἡλιοστάσιο. Καἰ οἱ δύο ἐθεώρησαν τὸ ἡλιακὸ ἀπόγειο εὑρίσκετο στὴν κεφαλὴ τοῦ Κριοῦ κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς δημιουργίας καὶ τὸν Ἥλιο νὰ εὑρίσκεται στὸν ἀστερισμὸ τοῦ Καρκίνου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶναι γνωστὸς ὁ ῥυθμὸς μετακινήσεως καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὑπελόγισαν ἀντίστοιχα, καταλήγοντας πολὺ κοντὰ στὴν ἡμερομηνία ποὺ ὑπελόγισε ὁ Ussher, μισὸν αἰώνα ἀργότερα. Ὁ Kepler κατέληξε τὸ 3.992 π.Χ. καὶ ὁ Longomontanus τὸ 3.964 π.Χ..

 Ὁ ἀρχιεπίσκοπος τῆς Armang καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἰρλανδίας γιὰ 31 χρόνια ἀπὸ 1625 ἔως 1656 James Ussher (4 Ἰανουαρίου 1581 – 21 Μαρτίου 1656), ἐξέδωσε τὸ περίφημο συνώνυμο χρονολόγιό του ὅπου ἰσχυρίσθη ὅτι κατέληξε στὴν ἀκριβὴ ἡμερομηνία τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου τὴν προηγουμένη νύκτα τῆς 23ης Ὀκτωβρίου τοῦ 4004 π.Χ., κοντὰ στὴν φθινοπωρινὴ ἰσημερία, σύμφωνα μὲ τὸ προληπτικὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο (Proleptic Julian Calendar), χρησιμοποιῶντας ἡμερολογιακὴ ὀπισθοδρόμιση ἔως τὸ 4 μ. Χ., ὅπου συνέβαινε ἡ πρώτη τετραετία τοῦ πρώτου δισέκτου ἔτους μὲ παρατήρηση, ἡ ὁποία ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸ 45 π.Χ. Τὸ χρονολόγιο τοῦ 17ου αἰῶνος τοῦ Ussher, γνωστὸ ὡς Ussher Chronology, διατείνεται ὅτι ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου ἔγινε μερικὲς χιλιετίες πρὶν, ὄπως περιγράφεται στὰ δύο πρῶτα κεφάλαια τῆς Βίβλου στὸ κεφάλαιο τῆς Γενέσεως. Ὁ Ἰρλανδὸς ἐπίσκοπος James Ussher ἐτοποθέτησε ἐπίσης τὸν κατακλυσμὸ τοῦ Νῶε τὸ 2.349 π.Χ. βασιζὀμενος στὴν Βίβλο καὶ οἱ ἀναφορές του ἐγιναν εὐρέως ἀποδεκτὲς γιὰ αἰῶνες, μὰ καὶ συνεχίζουν ἀκόμη σήμερα νὰ εἶναι βάσιμες, γιὰ πολλοὺς χριστιανούς

Τὸ γεγονὸς ὅτι καθῴρισε τὸ ἔτος 4.004 π.Χ. καὶ ὄχι τὸ 4.000 π.Χ. ὀφείλεται στὴν πεποίθηση τῶν ἱστορικῶν ὅτι ὁ Ἡρώδης ἀπεβίωσε τὸ 4 π.Χ.. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο προσέθεσε αὐτὰ τὰ 4 χρόνια στὸ 4000 π.Χ. πρὸ κειμένου νὰ εἶναι πιὸ ἀκριβὴς ἡ χρονολόγησίς του σὲ σχέση μὲ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος, ὅπως καὶ πολλοὶ χρονολόγοι τῆς ἐποχῆς, τοποθετοῦσαν στὸ 4 π.Χ..

Ἡ συγκεκριμένη ἐπιλογὴ τοῦ Ussher τοῦ ἔτους ἐνάρξεως τῆς δημιουργίας εἶναι δυνατὸν νὰ εἶχε ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὴν τότε εὐρέως διαδεδομένη πεποίθηση ὅτι ἡ πιθανὴ διάρκεια ζωῆς τῆς γῆς ἦταν 6000 ἔτη, δηλαδὴ 4000 ἔτη πρὶν ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ καὶ 2.000 ἔτη μετὰ ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὶς 6 ἡμέρες τῆς δημιουργίας μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι: «Μία ἡμέρα μὲ τὸν Κύριο ὡς χίλια ἔτη καὶ χίλια ἔτη ὡς μία ἡμέρα». (2 Πέτρου 3:08). «Χίλια ἔτη, Κύριε, ὡς ἡ ἡμέρα ἡ ἐχθές ἧτις διῆλθε καὶ φυλακὴ ἐν νυκτί» (Ψαλ. 89 στ. 3). Ἡ ἄποψις αὐτὴ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ μέχρι καὶ σήμερα τὸ 2.000 μ.Χ. ποὺ εἶναι 6.000 ἔτη μετὰ ἀπὸ τὸ 4.004 μ.Χ..

Ὁ Sir Isaac Newton, (25η Δεκεμβρίου 1642 – 20η Μαρτίου 1727), Ἄγγλος φυσικὸς καὶ μαθηματικὸς ἀπὸ τοὺς πλέον σημαντικοὺς ἐπιστήμονες ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ βασικὸ στοιχεῖο τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπαναστάσεως. Τὸ βιβλίο του «Μαθηματικές Αρχές τῆς Φυσικῆς Φιλοσοφίας», ἐδημοσιεύθη γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1687 καὶ ἔθεσε τὰ θεμέλια γιὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς κλασσικῆς μηχανικῆς. Μαζὺ μὲ τὸν Gottfried Leibniz ἐθεμελίωσαν τὸν ἀπειροελάχιστο λογισμό. Κατὰ τὸν Isaac Newton ἡ ἀρχὴ τῆς δημιουργίας συνέβη τὸ 4.000 π.Χ.[4].

Στὴν Παγκόσμιο Ἱστορία 42 τόμων τοῦ συνδικάτου βιβλιοπωλῶν τοῦ Λονδίνου, ποὺ ἐξεδόθη τὸ 1779, ἀναφέρεται ὅτι ὁ κόσμος ἐδημιουργήθη τὸ 4.004 π.Χ. καὶ μάλιστα τὴν φθινοπωρινὴ ἰσημερία καὶ ὅτι ἡ γέννησις τοῦ ἀνθρώπου ἔστεψε τὸ ἔργο τῆς δημιουργίας στὴν Ἐδὲμ στὸν ποταμὸ Εὐφράφη (Ἰράκ), ποὺ εὑρίσκεται σὲ ἀπόσταση δύο ἡμερῶν ἀπὸ τὴν Al Basra (Ἐγκυκ. Wells). Τὸ πρόβλημα δὲν ἦταν τόσο στὴν χρονολογία ὅσο στὴν ἡμερομηνία, δηλαδὴ ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ τὴν ἐαρινὴ ἰσημερία στὶς 21 Μαρτίου ἢ τὴν ἀντίστοιχο φθινοπωρινὴ συγκλίνοντας τελικὰ πρὸς αὐτήν.

Ἡ χρονολόγησις στὸ Βυζάντιο χρησιμοποιοῦσε τὸν ὅρο Anno Mundi (ΑΜ)[5], δηλαδὴ ἔτος κόσμου, κτίσεως κόσμου ἢ καταβολῆς κόσμου. Ἡ χριστιανικὴ ἐκκλησία μὲ τὴν ΣΤ᾽ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συνεκλήθη στὶς 14 Σεπτεμβρίου 680 μ.Χ. ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Δ᾽ Πωγωνᾶτο καὶ παρευρέθησαν ἀπὸ 150 ἔως 289 ἐπίσκοποι. Ἀναφέρεται στὸ «Πηδάλιον» (Σελ. 216, 222), ποὺ ἀποτελεῖ συλλογὴ τῶν κανόνων τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν τοπικῶν συνόδων καὶ τῶν Πατέρων τῆς ἐκκλησίας, καθῴρισε ὡς ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τὴν 1η Σεπτεμβρίου 5.509 π.Χ.[6].

Κατὰ  τὴν ὀρθόδοξο ἐκκλησία οἱ κανόνες ποὺ ἐξέδωσαν αἱ ἑπτὰ θεόπνευστοι Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ὑποδεικνύουν τὸ ὀρθὸ ἐπειδή:

  1. Στηρίζονται στὴν θεόπνευστο Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν αὐθεντικὴ ἀποστολικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση
  2. Ἐθεσπίσθησαν καὶ ἐπεκυρώθηκαν, δηλαδὴ ἐνεκρίθησαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία μὲ Οἰκουμενικὲς συνόδους ποὺ ἐκφράζουν τὸ «ἀλάθητο» τῆς ἐκκλησίας
  3. Ἡ ἔγκρισις ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο δίνει στὸν κανόνα ἀντικειμενικότητα, διατοπικότητα καὶ αὐθεντικότητα.[7]

Ἀναφορά: Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι  http://el.wikipedia.org/wiki/Οικουμενικές_Σύνοδοι#

Ἄλλες ἀναφορές:

Ἡ Θέσις τῆς ἐπισήμου ὀρθοδόξου ἐκκλησίας παραμένει ἀκόμη τελείως διαφορετικὴ στὰ λεγόμενα: 

«Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Γιὰ τὸ ἔτος 2005, μία ἐτησία ἔκδοση τῆς ἀποστολικῆς διακονίας μὲ θεολογικὰ, ἱστορικὰ καὶ ὀργανωτικὰ θέματα, ἀναφέρεται ὅτι ἔχουν παρέλθει 7.153 ἔτη ἀπὸ κτίσεως κόσμου, δηλαδὴ ὁ κόσμος ἐδημιουργήθηκε τὸ 5.508 π.Χ..

http://sfrang.com/historia/parart054.htm

Πατεράκης Ἀναστάσιος

 

[1] Ἕνα ἀπὸ τὰ ἔργα του ποὺ τιτλοφορεῖται «Κατ᾽Ἀπίωνος» ἀμφισβητεῖ  τὴν ὑπαρξη τοῦ Ὁμήρου.

[2] Ἡ Σύνοψις τῶν ἱστοριῶν εἶναι εἰκονογραφημένο χειρόγραφο τοῦ βυζαντίου καὶ εὐρίσκεται στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη στὴν Μαδρίτη τῆς Ἰσπανίας μὲ ἀριθμὸ Vitr. 26-2. Περιέχει τὴν ἱστορία τοῦ Βυζαντίου καὶ εἶναι εἰκονογραφημένη μὲ 574 μινιατοῦρες. Εἶναι τὸ μοναδικὸ εἰκονογραφημένο χειρόγραφο τῆς μέσης Βυζαντινῆς ἐποχῆς ποὺ σώζεται στὶς ἡμέρες μας.

[3] During the same period, refinements of other scholars further pinpointed the above date to 09:00 am, London time, or midnight in the Garden of Eden (Milton, 1996, p. 47).

Milton, R., 1992, The Facts of Life, Fourth Estate Ltd, London.

Ref: THE CHRISTIAN CHRONOLOGIES OF THE CREATION AND THE VIEW OF MODERN ASTROPHYSICS

[4] Σ.Σ. Ὁ  Sir Isaac Newton ἐδίδασκε στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Cambridge ὅπου, μεταξὺ τῶν ψηφιοποιημένων ἀρχείων, εὑρίσκεται ἡ πρωτότυπος τυπωμένη ἔκδοσιςη τοῦ «Principia Mathematica» (Μαθηματικὲς Ἀρχές τῆς Φυσικῆς Φιλοσοφίας), μαζὶὺ μὲ τὶς ἐμβόλιμες σχετικὲς χειρόγραφες σημειώσεις καὶ ἀπαντητικὰ σχόλια στοὺς ἐπικριτές του, ποὺ ὁ ίδιος εἶχε κάνη ἐπάνω στὸ δικό του ἀντίτυπο. Ὁ ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ψηφιοποίηση, ὁ Grant Young,  ἐδήλωσε πὼς τὰ χειρόγραφα τοῦ Νεύτωνος ἀποκαλύπτουν τὸν τρόπο ποὺ ἐσκέπτετο καί, σταδιακῶς, προχωροῦσε στὶς σημαντικὲς ἀνακαλύψεις του, ποὺ ἐσφράγισαν τὴν σύγχρονο ἐπιστήμη. 

Cambridge Digital Library

http://cudl.lib.cam.ac.uk/view/MS-ADD-03996/9

[5] Παράδειγμα τέτοιου ἡμερολογίου ἀποτελεῖ τὸ ἑβραϊκὸ ἡμερολόγιο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ δημιουργία ἔλαβε χώρα τὸ ἔτος 3.760 π.Χ. Ἔτσι τὸ ἑβραϊκὸ ἡμερολόγιο θεωρεῖ ὅτι, λόγου χάριν, τὸ 2008 εἶναι τὸ ἕτος 5.769 ἔτος Κόσμου ἢ ΑΜ.

[6] Ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ καθιερώθη έπισήμως ἀπὸ τὸν 9ο αἰώνα ἐπὶ βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Σοφοῦ (886 – 912 μ.Χ.)

[7] Σ.Σ. Μετὰ τὴν σύντομη ἀναδρομὴ στὴν ἱστορία καὶ τὶς προσπάθειες ἐπιφανῶν ἐπιστημόνων μὲ ἐξαιρετικὲς γνώσεις καὶ ἐργασία ἐπὶ σειρᾷ ἐτῶν δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ καθορισθῇ συγκεκριμένη χρονολόγησις. Ἡ ὀρθότης καὶ τὸ ἀλάθητον τῆς ἐκκλησίας ὅπως τοὐλάχιστον διατυπώνεται σὲ αὐτὴν τὴν ἀναφορά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ σοβαρότητα ἢ μὲ ἐπιείκεια, πλέον τοῦ γεγονότος ὅτι προτίθεται νὰ ἐπιβάλῃ μίαν τάξη καὶ νὰ θέσῃ κανόνες οἱ ὁποίοι εἶναι μακρὰν τῶν θεοπνεύστων καὶ ἀκόμη περισσότερο ἀπέχουν οἰασδήποτε γνώσεως ἢ ἐπιστημονικῆς προσεγγίσεως.

(Visited 151 times, 1 visits today)




7 thoughts on “Πότε ἐδημιουργήθη ὁ κόσμος;

  1. Πού στο σατανα τα βρήκε όλα αυτά τα ξόανα που γράφουν μαλ@αααας.,, τ8 δουλειά έχουν με την ελληνική σκέψη αυτά τα ντουβάρια;;;;;;

  2. !!!!!!!!!!!! Τι? Ποιο προσβλητικό σχόλιο από το δικό μου? Α-πα-ρά-δε-κτον που θα λέγε και ο θου-βου…
    Εκτός και αν η αγαπητή Φιλονοη δεν γνωρίζει τη σημασία της φράσης-μιμιδιο που έγραψα και το άφησε να περάσει στο ντουκου …
    Ακούς εκεί σχόλιο ποιο προσβλητικό από το δικό μου….. Πάει, χάλασε ο κόσμος….
    Α, by the way…. η σωστή απάντηση είναι
    4,5 δις χρονακια, έτσι αν σας έπιασε η περιέργεια για την πραγματική ηλικία της γης….

Leave a Reply