Δὶς εἰς θάνατον γιὰ τὸν «Ἄτρωτο»…!!!

Ἡ καταδίκη του Νίκου Σαμψῶν δὶς εἰς θάνατον τὸ καλοκαίρι τοῦ 1957.
Ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο Παναγιώτου Παπαδημήτρη

Ὁ Νίκος Σαμψῶν ἤκουσε τὴν καταδίκην του μὲ ψυχραιμίαν, ἐνῶ ἐλαφρὸν μειδίαμα διέστειλε τὰ χείλη του.
Οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὁ θεῖος τοῦ δρ Ἀντώνης Γεωργιάδης καὶ ἄλλοι συγγενεῖς κατελήφθησαν ὑπὸ μεγάλης συγκινήσεως».
Πιὸ περιγραφικὴ ἦταν ἡ ἄλλη ἡμερησία ἐφημερίς «ΕΘΝΟΣ»: «Εὐθυτενὴς καὶ ἐντελῶς ἀτάραχος ὁ 22έτης δημοσιογράφος Νίκος Σαμψῶν Γεωργιάδης ἤκουσε ἐχθὲς τὸν Εἰδικὸν Δικαστὴν κ. Σάμουελ Τζῶν ἐκδίδοντα ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεώς του, εἰς τὴν ὁποίαν κατηγορεῖτο ὅτι ἀπεπειράθη νὰ χρησιμοποιήσῃ ἐναντίον τεσσάρων ἀστυνομικῶν ἀξιωματούχων ἓν ὁπλοπολυβόλον τύπου στέν, τὸ ὁποῖον μετέφερεν. Εὑρεθεῖς ἔνοχος ἀμφοτέρων τῶν κατηγοριῶν ὁ Σαμψῶν κατεδικάσθη εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν.

«Μὲ ἀνάλογον ψυχραιμίαν ἤκουσαν τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ἡ μήτηρ τοῦ νεαροῦ δημοσιογράφου, κυρία Θεανὼ Σαμψῶν Γεωργιάδου, καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ. Ὁ τελευταῖος ἀπερχόμενος τῆς αἰθούσης τοῦ Δικαστηρίου, ὅπου δὲν τοῦ ἐπετράπη νὰ πλησιάσῃ καν τὸν μειδιώντα υἱόν του, ἠκούσθη νὰ λέγει εἰς ἕναν γνωστόν του μὲ σταθερὰν φωνήν: Κατεδίκασαν τὸ παιδί μου, μὰ δὲν λυποῦμαι καθόλου».

Καὶ ἡ ἀγγλόφωνο ἐφημερὶς TIMES OF CYPRUS, στὴν ὁποία ἠργάζετο ὁ Νῖκος Σαμψῶν, ὡς ρεπόρτερ, προσέθετε:
«Ὁ Νίκος Σαμψῶν ἐστάθη ἤρεμος μέσα στὸ ἑδώλιο ἐχθὲς καὶ ἤκουσε τὸν δικαστὴ Τζῶν νὰ τοῦ ἐπιβάλῃ τὴν θανατικὴ ποινὴ σὲ δύο κατηγορίες.

Ἔτσι ἀκόμη ἕνα κεφάλαιο στὴν ἱστορία τοῦ Σαμψῶν, ποὺ ἄρχισε, ὅπως ἀνεφέρθη στὸ δικαστήριο, μὲ τοὺς πυροβολισμοὺς στὶς 28 περασμένου Σεπτεμβρίου, στὴν ὁδὸ Λήδρας καὶ προχώρησε στὴν δραματικὴ σύλληψή του στὶς 30 Ἰανουαρίου στὸ Δάλι καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρασε ἀπὸ τὴν διαδικασία τοῦ δικαστηρίου, στὴν ὁποία εἶχε ἀθωωθῆ, σὲ κατηγορία γιὰ ἐκτέλεση στὶς 23 Μαΐου.

Τὸ ἑπόμενο κεφάλαιο θὰ ἀνοίξη ἐνώπιον του Ἀνωτάτου Δικαστηρίου, ὅταν θὰ ὑποβάλη ἔφεση ἐναντίον τῆς καταδίκης του καὶ τῆς ποινῆς. Ὁ Στέλιος Παυλίδης, ποὺ ἡγήθη τῆς ὑπερασπίσεώς του, ἐδήλωσε μετὰ τὴν λήξη τῆς διαδικασίας στὸ Δικαστήριο ὅτι θὰ ὑποβάλη ἔφεση.

Ἐχθὲς ὁ νεαρὸς δημοσιογράφος, ποὺ ἐγεννήθη στὴν Ἀμμόχωστο στὶς 16 Δεκεμβρίου 1935, εὑρέθη ἔνοχος σὲ δύο κατηγορίες ὅτι ἔβαλε μὲ τὸ ὅπλο του στὸ Δάλι στὶς 30 Ἰανουαρίου ἐναντίον τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Μπὲρτς καὶ τῶν Λοχιῶν Γουίλλαρντ καὶ Μάνσυ ὅταν πῆγαν γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν καὶ ὅτι τὴν ἴδια στιγμὴ μετέφερε ὅπλο.

Ἐνῶ ὁ Δικαστὴς ἐξέδιδε τὴν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ὁποία κράτησε 45 λεπτά, ὁ Σαμψῶν ἔκανε νόημα στὴ νμητέρα του ἡ ὁποία καθόταν στὸ πίσω μέρος τοῦ δικαστηρίου νὰ παραμείνῃ ἤρεμη.
Ὡστόσο, ἡ μητέρα τοῦ κατέῤῥευσε ἔξω ἀπὸ τὸ δικαστήριο, ἀλλὰ ἐπανεῦρε τὸν ἑαυτὸ της ὅταν ὁ κ. Παυλίδης τὴν καθησύχασε ὅτι θὰ ὑποβάλη ἔφεση».

Οἱ Βρεταννοὶ τοποθετοῦν σὲ διάφορα σημεῖα τῆς Λευκωσίας συρματοπλέγματα χωρίζοντας τὴν πόλη στὰ δύο.
Ὁ ἴδιος ὁ Νίκος Σαμψῶν ἔγραψε ἀργότερα στὸ ἀφήγημά του «τρεῖς μῆνες καὶ δέκα ἡμέρες μελλοθάνατος»:
«Στὶς 11 τὸ πρωϊ (1η Ἰουνίου 1957) ὁ εἰδικὸς Δικαστὴς Σάμουελ Τζῶν πῆρε τὴν θέση του. Οἱ ἔγκριτοι δικηγόροι μου κ.κ. Στέλιος Παυλίδης καὶ Λεῦκος Κληρίδης, μὲ βουρκωμένα μάτια μου ἀνεκοίνωσαν ὅτι, σύμφωνα μὲ τὲς καταθέσεις, θὰ καταδικαζόμουν σὲ θάνατο.
Μὴ στενοχωρεῖσθε ἦταν ἡ ἀπάντησίς μου, τὸ γνωρίζω.
Κύτταξα πρὸς τοὺς γονεῖς μου καὶ τοὺς χαμογέλασα καὶ ἀκολούθως χαιρέτισα τὸ πλῆθος τῶν συγγενῶν καὶ φίλων μου ποὺ γέμιζαν ἀσφυκτικὰ τὴν αἴθουσα τοῦ δικαστηρίου. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἐκλήθην ἀπὸ τὸν εἰδικὸ δικαστὴ Σάμουελ Τζῶν νὰ σηκωθῶ ἀπὸ τὸ ἑδώλιο.
– Ἔχεις κάτι νά πῇς γιά νά μήν σοῦ ἐπιβάλω ποινή; μὲ ἠρώτησε.
Σὰν νὰ ἦταν δυνατὸ νὰ ἄλλασσε τὴν ῥητὴ ἐντολὴ ποὺ πῆρε γιὰ τὴν καταδίκη μου, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦταν ἡ ἀπάντηςίς μου.

Μὲ τὴν ἐρώτησή του ἐκείνη ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἡ δίκη διεξήχθη μέσα στὰ πλαίσια τῶν κανονισμῶν τῆς Δικαιοσύνης. Στὴν πραγματικότητα κοροΐδευε τὴν ἔννοια τῆς Δικαιοσύνης καὶ ταὐτόχρονα τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του.
Στὸ μυαλό μου ἐπέρασε σὰν ἀστραπὴ ἡ ἰδέα νὰ μὴν ἀπαντήσω. Ἐν τούτοις ὅμως, λόγῳ σοβαροτέρου συλλογισμοῦ ἀπήντησα:
– Εἶμαι ἀθῶος.
Ὁ συλλογισμός μου ποῦ ἀνέτρεψε τὴν ἰδέα νὰ μὴν ἀπαντήσω ἦταν ὁ ἑξῆς: Ὁ κύριος αὐτὸς μας κοροϊδεύει, γιατί κι ἐγὼ νὰ μὴν τὸν κοροϊδέψω;

Μόλις ἀπήντησα στὴν ἐρώτησή του, ὁ εἰδικὸς δικαστὴς ἐξέδωσε τὴν ἀπόφασή του ὡς ἑξῆς: «Κατηγορούμενε σὲ εὑρίσκω ἔνοχο καὶ στὶς δύο κατηγορίες καὶ ὡς ἐκ τούτου σὲ καταδικάζω «δὶς εἰς θάνατον» (δύο φορὲς σὲ θάνατο)».
Δέχθηκα τὴν καταδίκη μου σὲ θάνατο μὲ χαμόγελο. Γύρισα ἀμέσως πρὸς τοὺς γονεῖς μου φωνάζοντάς τους νὰ μὴν λυποῦνται.

Πραγματικὰ ἔκπληκτος εἶδα τοὺς πονεμένους μου γονεῖς καὶ τὸ μικρό μου ἀδελφὸ νὰ διατηροῦν ὅλη τὴν αὐτοκυριαρχία τους μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη. Ἦταν χαμόγελα ὅμως προσποιητά. Ὁ πόνος διεκρίνετο στὰ πρόσωπά τους. Ἡ θαῤῥαλέα ὅμως στάσις τους μὲ ἱκανοποίησε πολύ. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἔνοιωθα ὑπερηφάνεια γιὰ τοὺς γέρους μου.

Στὸ μεταξὺ δεκάδες Ἄγγλοι στρατιῶτες ἔσπρωχναν βάναυσα τὸν κόσμο ποὺ μὲ χειροκροτοῦσε ἔξω. Οἱ προσφιλεῖς δικηγόροι μου μὲ κόπο συγκρατοῦσαν τὰ δάκρυά τους. Ἔσκυψα καὶ φίλησα τὰ χέρια τους. Ἦταν αὐθόρμητος καὶ δικαία ἐκδήλωσις εὐγνωμοσύνης γιὰ ὅσα ἔκαμαν γιὰ μένα.

Μόλις ἐξεδιώχθη τὸ πλῆθος ἀπὸ τὴν αἴθουσα τοῦ δικαστηρίου μου ἔθεσαν τὲς χειροπέδες καὶ βιαστικὰ ὑπὸ αὐστηρὴ ἔνοπλο φρουρὰ μὲ μετέφεραν στὸ αὐτοκίνητο γιὰ νὰ μὲ ὁδηγήσουν στὰ κελλιὰ τοῦ θανάτου τῶν Κεντρικῶν Φυλακῶν. Ἐνῶ μὲ ὁδηγοῦσαν στὸ αὐτοκίνητο τέσσερις πολιτικοὶ κρατούμενοι ἀπὸ τὴν Πύλα, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο σὲ ἀπομόνωση στὴν αὐλὴ τοῦ δικαστηρίου ἤρχιζαν νὰ μὲ χειροκροτοῦν. Ἀπήντησα στὰ χειροκροτήματά τους μὲ τὶς κραυγὲς «ζήτω ἡ ΕΟΚΑ», «ζήτω ὁ θρυλικὸς Διγενής», «ἡ ΕΟΚΑ δὲν πέθανε».

Οἱ Ἄγγλοι ἀστυνομικοὶ συνοδοὶ ἤρχισαν τότε νὰ μὲ κτυποῦν μὲ τὰ περίστροφα καὶ τὰ πιστόλια ὑβρίζοντάς με. Ὅταν τελικὰ εἰσήλθαμε στό, ὑπὸ ἰσχυρᾶν συνοδεία, αὐτοκίνητο οἱ Ἄγγλοι ἀστυνομικοὶ δὲν ἔπαυσαν οὔτε στιγμὴ νὰ μὲ κτυποῦν μὲ τὰ ὅπλα τους.
«Αἱματωμένε τρομοκράτη θὰ σὲ κρεμμάσουμε», μοῦ ἔλεγαν καὶ γελοῦσαν ἐνῶ ταὐτοχρόνως μὲ κτυποῦσαν μὲ τὰ περίστροφά τους. Ὑπέμενα τὴν σαδιστικὴ μανία τους χωρὶς νὰ πῶ ἔστω καὶ μία κουβέντα ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶ γιὰ τὴν στάση τους. Σκεφτόμουν, ἐνῶ μὲ κτυποῦσαν, ὅτι οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι, πρὶν ἀπὸ λίγους μῆνες πενικοβάλλοντο στὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός μου. Τώρα ὅμως ποὺ ἤμουν δεμένος μὲ σίδερα, ἀνυπεράσπιστος στὰ χέρια τους, μετετράπησαν σὲ γενναίους καὶ μὲ κτυποῦσαν χωρὶς κανένα δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον εἶχα καταδικασθῆ σὲ θάνατο.»

Ἀπὸ τὸν Ντῖνο Χριστοφόρου:

Ἤμουν στὸ ΓΕΕΦ, στὸ γραφεῖο, τὴν ὥρα ποὺ ᾡρκίζετο ὁ Σαμψῶν Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας.

Πῆρα τὸν Γεννάδιο ποὺ ἔμενε στὸ σπίτι μου τότε στὸ ΓΕΕΦ, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ συνταγματάρχου Κοκκοράκι, γαμβροῦ τοῦ Μπονάνου, γιὰ νὰ γίνῃ ἡ ὁρκωμοσία τοῦ Κληρίδου. Αὐτό μου εἶπαν !

Παρετήρησα ὅτι τὸν Νίκο τὸν ἔστελνε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ πραξικοπήματος νὰ φέρῃ διαφόρους γιὰ νὰ προεδρεύσουν!
Δὲν ἐρχόταν κάποιος καὶ τότε ὁ ἀρχηγὸς λέει στὸν Νῖκο: «κύριε βουλευτᾶ, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ κοινοβουλίου ἔχεις ἱερὰ ὑποχρέωση, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, νὰ νὰ σώσῃς τὴν πατρίδα, διαφορετικὰ θὰ εἶσαι προδότης τοῦ ἔθνους».
Ἔγινε μία ἀναταραχὴ μεταξύ τους διότι ὁ Νῖκος ἀντέδρασε πολὺ ἄγρια καὶ μᾶς ἔβγαλαν ὅλους ἔξω ἀπὸ τὴν 
τὴν αἴθουσα !!

Ἐκάλεσαν τὸν Γεννάδιο, σὲ περίπου μισῆ ὥρα καί, πρὸς μεγάλη μας ἔκπληξη, ἔγινε ἡ ὁρκωμοσία!!!

Ὁ κάθε ἕνας ἂς κρίνῃ!!!!

Νῖκος Σαμψῶν, ὁ φάκελλος τῆς Κύπρου

(Visited 135 times, 1 visits today)




Leave a Reply