Βιβλιοκριτικὴ γιὰ «Τὸ βουνὶ»

Πῆρα πρὶν λίγους μῆνες ἕνα πρόσφατα βραβευμένο μυθιστόρημα πιστεύοντας πὼς δὲν θὰ ἔχανα τὸν καιρό μου καὶ ἄρχισα νὰ διαβάζω κρατώντας, μάλιστα, καὶ σημειώσεις μὲ σκοπὸ νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸ ἔργο μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνάγνωσης. Καθὼς προχωροῦσα βῆμα μὲ βῆμα, σελίδα μὲ σελίδα, ἐνοίωσα ξαφνικὰ ὅτι βρέθηκα ξανὰ σὲ μία παραλία τῆς Ζακύνθου, ὅπου πῆγα γιὰ διακοπὲς πρὶν καμμιὰ εἰκοσαριὰ χρόνια. Γιατί; Διότι ὅταν μπῆκα στὴ θάλασσα νὰ κολυμπήσω μου συνέβη κάτι ποὺ δὲν τὸ περίμενα. Περπατοῦσα μὲν μὲς στὸ νερό, μὰ τὸ νερὸ δὲν ἀνέβαινε καθόλου, οὔτε κἂν μέχρι τὰ γόνατα. Ἐπέμεινα νὰ περπατῶ στὰ ῥηχὰ ψάχνοντας τὸ πολὺ νερὸ μὰ δὲν ὑπῆρχε καὶ στὸ τέλος βαρέθηκα κι ἐπέστρεψα στὴν ἁμμουδιά. Τὸ ἴδιο γινόταν τώρα μὲ τὸ βιβλίο. Τὸ ἄφησα στὴ μπάντα. Ἡ τελευταία σημείωση ποὺ ἔγραψα ἦταν αὐτή, γιὰ τὴν παραλία τῆς Ζακύνθου.

Δὲν ἔπαθα τὸ ἴδιο μὲ τὸ «Βουνὶ» τῆς Λουΐζας Παπαλοΐζου, Τὸ Ροδακιὸ 2020.
Ἡ Παπαλοΐζου εἶναι ἕνα αὐθεντικό, πρώτης τάξεως πεζογραφικὸ ταλέντο, ποὺ σὲ κάνει νὰ διερωτᾶσαι ἀπὸ τὴ μία πῶς γίνεται νὰ γεννιοῦνται σήμερα τέτοια ταλέντα ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει προηγούμενο στὸ πρόσφατό μας παρελθὸν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ συνειδητοποιῇς ὅτι, εὐτυχῶς, ἡ μετὰ τὴν ἀνεξαρτησία «ἀνάπτυξη» καὶ ἡ συνεπακόλουθη διαφθορὰ γεννοῦν καὶ τέτοια καλλιτεχνικὰ θαύματα.

Εἶναι ἕνα εἶδος ἀποζημίωσης γιὰ τὴν ὁδὸ τῆς «προόδου» ποὺ ἐπέλεξε, ἴσως ἀναπόφευκτα, ὁ «πολιτισμός». Πρέπει κάποιος νὰ τοῦ τὰ λέει, ὅτι δὲν πάει καλά. Κι ὅταν μιλᾶς γιὰ ἕνα περασμένο πολιτισμό, εἶναι καλὰ ὁ παρὼν νὰ δίνει προσοχή.

Ἡ γραφὴ τῆς Παπαλοΐζου μου ἔφερε σχεδὸν ἀμέσως στὸν νοῦ τὰ λόγια του διακεκριμένου Σκώτου ἀρχαιολόγου καὶ ἱστορικοῦ της τέχνης Sir John Davidson Beazley, στὸν κατάλογο τῆς ἔκθεσης ἔργων τοῦ Γ. Πόλ. Γεωργίου, ποὺ ἔγινε στὸ Λονδίνο τὸ 1953: «Κοιτάζοντας τοὺς χωρικούς του Γεωργίου ἀρχίζει κανεὶς νὰ σκέφτεται… μήπως αὐτοὶ μᾶλλον εἶναι οἱ πραγματικοί, διαχρονικοὶ Εὐρωπαῖοι, παρὰ ἐμεῖς, ἐγὼ κι ἐσεῖς, ποὺ τόσο βιαστικοί, τόσο κομψοὶ στοὺς τρόπους καὶ στὴ συμπεριφορά, μοιάζουμε νὰ εἴμαστε μία πρόσκαιρη, ἐφήμερη καὶ παράξενη ἐκδοχὴ Εὐρωπαίων».

Πέρα ἀπὸ τὴν καίρια παρατήρηση τοῦ Beazley, ποὺ δείχνει βαθειὰ γνώση τῆς Ἱστορίας, ἀναγνώριση τῶν ριζικῶν στρεβλώσεων στὰ γεγονότα μέσα στὴν εὐρωπαϊκὴ γεωγραφικὴ περίμετρο, ποὺ ἐπέχει ἰδιαίτερη ἀξία γιατί γίνεται ἀπὸ ἄνθρωπο πολὺ πιὸ ἀπομακρυσμένο ἀπὸ τὶς ῥωμέικες καταβολὲς ἀπὸ ὅσο ἕνας Ἕλληνας, ὑπάρχει καὶ ὁ ὁρισμὸς τῆς μεγάλης τέχνης: ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον της δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀπορία τοῦ ποιὸς εἶμαι, ποῦ εἶμαι, πόθεν ἔρχομαι καὶ ποὺ πάω, σὰν ἄτομο, μέσα στὸν παρόντα κόσμο καὶ στὴν παροῦσα ὁμάδα μὲ τὰ τάδε εἰδικὰ χαρακτηριστικά, σὰν ἔθνος καὶ εὑρύτερα σὰν εἶδος «ἄνθρωπος».

Ὁ Κύπριος καλλιτέχνης, ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος ἢ μουσικὸς ἢ ἄλλης τέχνης θεράπων, δὲν μπορεῖ νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ἀγροτικὴ ζωή. Ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ξεκινήση, θὰ συγκεντρωθῆ ἢ θὰ συγκριθῆ γιὰ νὰ πάῃ πίσω ὅσο βαστοῦν τὰ κότσια του, μὲ στόχο νὰ ἐννοήσῃ καὶ νὰ ὁρίσῃ τὸ παρόν του καὶ τὴν αὐτογνωσία του. Αὐτὸ ἔκαμε ὁ Ἀδαμάντιος Διαμαντής, ὁ Γ. Πόλ. Γεωργίου, ὁ Βασίλης Μιχαηλίδης, ὁ Λιπέρτης κι ἀφήνοντας πίσω ἕνα σωρὸ ξεκάρφωτες ἢ σχεδὸν ξεκάρφωτες ἢ μάταια ξεκάρφωτες, μόνο «εὐρωπαϊκὲς» (ἂν ὄχι καὶ ἀμερικανικὲς) ἄλλες προσπάθειες, ἡ Λουΐζα Παπαλοΐζου μὲ τὸ «Βουνὶ» κάνει ἕνα σπουδαῖο βῆμα ἀποκάλυψης τί ἦταν ἡ Κύπρος καὶ τί ἦταν ὁ Κύπριος στὴν περίοδο ποὺ καταπιάνεται. Θὰ ἔλεγα πὼς τὸ «Βουνὶ» στὴν πεζογραφία μᾶς βαδίζει στὴν πρώτη γραμμὴ τῆς λογοτεχνίας μας μαζὶ μὲ τὸν Μηχανικὸ καὶ τὸν Μόντη, ἀνοίγοντας γιὰ μᾶς ἀκόμα ἕνα ὁρίζοντα θέασης τῆς κυπριακῆς ταὐτότητας στὰ χρόνια πρὶν τὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγώνα, μὲ μνῆμες κι ἀπὸ τὰ προηγούμενα, μέχρι τὰ πρῶτα της δεκαετίας τοῦ ’70 χωρὶς τὰ παρανοϊκὰ ἀκριβῶς πρὶν τὴν κόλαση τοῦ ’74.

Εἶναι σημαντικὸ ὅτι ἡ Παπαλοΐζου τὸ κάνει αὐτὸ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν ζωὴ στὶς πόλεις ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγροτικὴ ζωή, ποὺ στάθηκε ἀκριβῶς ὁ κατ’ ἐξοχὴν φορέας τοῦ ὁράματος γιὰ καλλίτερη ζωή, ἀναβάθμιση τοῦ πολιτισμοῦ, μὲ συγκεκριμένο αἴτημα ἐκεῖνο τῆς Ἕνωσης, σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὸ ἀργοπορημένο κομμουνιστικό. Καὶ τὰ δύο εἶναι παρόντα εἰδικὰ στὸ τρίτο μέρος τοῦ βιβλίου μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Σουηδοῦ ἀρχαιολόγου ποὺ ζεῖ ἀπὸ κοντὰ τὸν τρόπο καὶ τὴν ποιότητα (ὄχι πάντα ἀρεστὴ στὸν ἴδιο) τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὴ ἡ θέαση τοῦ Κυπρίου ἀπὸ τὸν Σουηδὸ συμπληρώνεται μὲ τὴν ἀποικιοκρατική του τότε Ἄγγλου Κυβερνήτη σὲ ἕνα ἄκρως ἐνδιαφέρον κεφάλαιο συνάντησης καὶ συνομιλίας τῶν δύο μεταξύ τους.

Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ψάξω καθηκόντως ἢ αὐθαίρετα τὶς παραλείψεις, δικαιωματικὰ ἢ ἄδικα «παραπονεμένος» ποὺ δὲν τὰ εἶπε ὅλα (μεγάλη ἀπαίτηση κι αὐτὴ) ἡ Παπαλοΐζου, θὰ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐκμετάλλευση τοῦ ἀγροτικοῦ αἰτήματος τῆς Ἕνωσης τόσο ἀπὸ τὸ (ξενόφερτο) κομμουνιστικὸ κίνημα ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν (ξενοκίνητη) Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ὡς πρὸς τὸ κληρονομημένο ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς «δικαίωμά» της νὰ ἀσκῇ καὶ πολιτειακὴ ἐξουσία ἐπὶ τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ. Ἐπαφίεται στὴν ἴδια, ἂν προχωρήσῃ τὸ ἐγχείρημά της χρονικά, προσθέτοντας καὶ τὴν ἀστικὴ πραγματικότητα σὲ ἕνα ἑπόμενό της ἔργο.

Πάντως ἡ προσέγγιση τοῦ θέματός της μέσα ἀπὸ τὴν ἀγροτικὴ ζωὴ καὶ μάλιστα μέσω τοῦ ἰδιοφυοῦς εὑρήματος τῆς ματιᾶς τοῦ Ξενοφώντα, Ξενὴ ἢ Ξένιου, μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ «ξένου» πιά, ἀφοῦ ἔχοντας γυρίση τὸν κόσμο ὡς ναυτικὸς ἐπιστρέφει στὸ χωριό του καὶ μπορεῖ νὰ βλέπῃ καὶ ἀλλιῶς τὰ πράγματα, θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ ὅτι ἡ Παπαλοΐζου κατορθώνει νὰ ἀπαντήσῃ στὸ ἐρώτημα ποῦ ἔθεσε ὁ Διαμαντὴς στὸν ἑαυτὸ τοῦ ἕνα χρόνο μετὰ τὴν εἰσβολὴ/κατάργηση τῆς μισῆς Κύπρου: «Ποῦ θὰ βρῶ τὴ δύναμη νὰ κλάψω χωρὶς ἀπόγνωση, νὰ ὀργισθῶ χωρὶς παραλογισμό, νὰ καταγγείλω χωρὶς στόμφο;»

Εἰδικὰ στὸ πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου της, ὅσο καὶ στὸ δεύτερο (παρὰ τὴν δυσκολία τῆς διαλέκτου) καὶ λιγότερο στὸ τρίτο (μὲ τὴν ἐξαίρεση τῆς συνομιλίας Κυβερνήτη Στόρρς-Σουηδοῦ) ἡ Παπαλοΐζου καταφέρνει νὰ κλάψῃ χωρὶς ἀπόγνωση, νὰ ὀργισθῇ χωρὶς παραλογισμὸ καὶ νὰ καταγγείλῃ χωρὶς στόμφο τὰ δεινά της πικρῆς πατρίδος Κύπρου καὶ τοῦ Κυπρίου πρὶν καὶ ἀπὸ τὴν εἰσβολή, στὶς δεκαετίες τοῦ ’20 καὶ τοῦ ’70, παίρνοντας, ἴσως χωρὶς ἀπόλυτα νὰ τὸ συνειδητοποιῇ τὴ σκυτάλη ἀπὸ τὸν Διαμαντὴ ὅταν ἔγραφε γιὰ τὸν «Κόσμο τῆς Κύπρου» του, ὅτι «προσπάθησε» νὰ τὸν ζωγραφίσῃ «εἴτε σὰν ἐπισκέπτης εἴτε σὰν λάτρης, μὲ πίστη στὴν ἀξία του, μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ ἀγάπη… τὶς ἀρετὲς καὶ τὶς κακίες του, τὴν χάρη καὶ τὴ βαρβαρότητά» του. Αὐτὴ ἡ ἀναπόφευκτη βαρβαρότητα, παράπλευρη ἀπώλεια τοῦ κατορθώματος νὰ ἔχῃ κάμη ὁ Κύπριος «μὲ 5 μὲ 10 ὅ,τι ἔκαμαν οἱ ἄλλοι μὲ 100» καὶ νὰ τὸ ἔχῃ κάμη «πλέρια κι ὁλοκληρωμένα χωρὶς ν’ ἀπατήσῃ τὸν ἑαυτό του οὔτε τὸν νόμο του», δὲν διαφεύγει οὔτε τῆς Παπαλοΐζου.

Ἡ Ἕνωση, τὸ λαϊκὸ ὅραμα ἑνὸς νεωτέρου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ εἰρήνης καὶ εὐημερίας, μπορεῖ ὄχι μόνο νὰ μὴν ἔχῃ ἐπιτευχθῆ ἀλλὰ ἀντίθετα, νὰ ἔχουμε ἀντ’ αὐτοῦ εἰσπράξη τελικὰ οἱ Κύπριοι ἀνείπωτες ὀδύνες καὶ ἀσήκωτες δοκιμασίες. Ἄν, ὅμως, ἡ ἀλήθεια εἶναι μέσα στὴ Βίβλο, ὅπως τὸ λέει ἡ Πίστη μας, ποὺ εἶναι ἡ βάση καὶ τὸ θεμέλιό μας, τότε θὰ πρέπη νὰ ξέρουμε ὅτι δὲν εἴμαστε ἐδῶ μόνο γιὰ τοὺς χοροὺς καὶ τὰ πανηγύρια τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς σκληροὺς ἀγῶνες μέχρι τὴν πραγμάτωση τοῦ πανανθρωπίνου ὁράματος, ὅπως οἱ μέγιστοι τῶν ποιητῶν τὸ καταλαβαίνουν:

Βιαστεῖτε τώρα, ἐδῶ, τώρα, πάντα –
γιὰ μιὰ τάξη πραγμάτων ἀπόλυτα ἁπλὴ
(ποῦ στοιχίζει τὰ πάντα, τόσο ἀκριβῆ)
κι ὅλα θὰ πᾶν καλά,
κι ὅ,τι ὑπάρχει θὰ πάει καλά,
ὅταν οἱ φλόγες πρὸς τὰ μέσα στραφοῦν
σὲ κόμπο σὰν κορῶνα φωτιᾶς
μὲ τὴ φλόγα καὶ τὸ ρόδο
νὰ γίνονται ἕνα διαμιᾶς.
(T.S. Eliot, “Little Gidding”, V.)

Ἄντης Ῥοδίτης

 

(Visited 315 times, 1 visits today)




Leave a Reply