Γιά νά ἐπαναφέρουμε τήν προτέρα οἰκονομική μας κατάστασιν;
Μήπως γιά νά ἐπανακτήσουμε τήν χαμένη μας ἐθνική κυριαρχία;
Ἤ μήπως γιά νά ἀποδείξουμε πώς οἱ δικές μας ἰδέες εἶναι καλλίτερες ἀπό τῶν ἄλλων;
Γιά ποιόν λόγο ἀγωνίζομαι; Γιατί παιδεύομαι; Γιά ποιόν λόγο δέν παραδίδω τά ὅπλα;
Μήπως διότι κάπου ἐλπίζω; Κάτι περιμένω; Κάτι θά ἤθελα νά πῶ μά δέν μπορῶ νά τό ἐκφράσω;
Ἤ μήπως ἀποτύχαμε καί δέν θέλουμε νά τό ἀποδεκτοῦμε… Συνέχεια


Αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ποὺ τὰ πρῶτα, δυνατά, βήματα τῆς Ἀνοίξεως ἀλλάζουν τὰ χρώματα, τῆς ὁσμὲς καὶ τὴν διάρκεια ἐπικρατήσεως τοῦ Φωτός, εἶναι μία καλὴ εὐκαιρία γιὰ νὰ «ἀνοίξουμε» σὲ ἰδέες, ἀντιλήψεις καὶ σχεδιασμούς. Διότι, ὅσο κι ἐὰν μᾶς ξενίζῃ, τὸ τόσο Φῶς εἶναι γιὰ ἐμᾶς, τοὺς ἀνθρώπους. Μὰ ἐὰν ἀδυνατοῦμε νὰ τὸ ἐκτιμήσουμε καὶ νὰ τὸ ἀπολαύσουμε τότε σκορπίζεται ἄνευ λόγου κι αἰτίας.
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μέσα στὸν νοῦ τους μιὰ εἰκόνα μὲ αὐτό ποὺ θεωροῦν ἰδανικό.
Ὅπως φυσικὰ δὲν ὑπάρχει τὸ …«ὀλίγον ἔγκυος».