Ὥρα μας νὰ παύσουμε τὸ «διαίρει καὶ βασίλευε»…

Παγία θέσις τῆς σελίδος μας, ἐδῶ καὶ χρόνια, ἦταν καὶ παραμένει ἡ Ἀνάγκη τοῦ νὰ γνωρίσουμε καὶ νὰ κατανοήσουμε, σὲ ὅσο τὸ δυνατὸν μεγαλύτερο βάθος, τὴν Ἱστορία μας, πρὸ κειμένου νὰ μὴ μᾶς ἄγουν κατὰ πῶς τὰ ἐκάστοτε συμφέροντα ἐπιτάσσουν. Σὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ καὶ μόνον πατῶντας ἐπιχειροῦμε ἀπὸ ἐδῶ μέσα, τὰ τελευταία δέκα χρόνια, νὰ φωτίσουμε ἄγνωστὲς ἱστορικὲς πτυχὲς μὰ καὶ νὰ ἀναλύσουμε τὶς παραμέτρους ποὺ σκιάζουν τὴν ἀλήθεια, καθὼς καὶ τὴν σκοπιμότητά τους. Ἐπανερχόμεθα δὲ συχνά-πυκνά, ἰδίως σὲ συνωμοσίες καὶ σκοτεινὲς ἱστορικὲς πτυχές, ὄχι βέβαια μὲ σκοπὸ νὰ καλλιεργήσουμε τὸ μῖσος, παρὰ μόνον γιὰ νὰ παύσουμε νὰ παπαγαλίζουμε ἐμμονικὲς ἀπόψεις, ποὺ οὐδέποτε θὰ ἐξυπηρετοῦσαν ἐμᾶς ὡς λαό, παρὰ μόνον αὐτοὺς ποὺ χρηματοδοτοῦν πρακτορίσκους, γιὰ νὰ διασπείρουν κάθε εἴδους ἀερο-ἀρλουμπολογία. Συνέχεια





Χαραρώνουμε γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἀνάπηρο ἐλευθερία μας

Αὐτὲς τὶς ἡμέρες ἄρχισε ὁ προεκλογικὸς πόλεμος, ὁ κλασσικὰ διμέτωπος μὲ λίγα ἀουτσάϊντερ.

Θὰ σᾶς τάξουν λαγούς, θὰ ἐγκαινιάσουν τὸ γιοφύρι τῆς Ἄρτης, θὰ παρουσιάσουν πεπραγμένα ἄλλων γιὰ δικά τους, κόβοντας κορδέλλες καὶ ῥάβοντας ἐπιδόματα, μισθούς, συντάξεις
Ἰσχύει γιὰ ὅλους, οὐδὲ μίας καὶ οὐδὲ ἑνὸς ἑξαιρουμένου. Συνέχεια





Ἱερεὺς Μελιέ, ὁ ἄθεος

Ὁ ἄθεος ἱερεὺς Μελιὲ

Ὁ Ζᾶν Μελιὲ (Jean Mellier/Meslier) ἐγεννήθη τὸ 1664 στὸ χωριὸ Μαζερνὶ τῆς Γαλλίας. Ἀφοῦ ἐφοίτησε σὲ θεολογικὴ σχολὴ ἐχειροτονήθη ἱερεὺς τὸ 1689. Σὰν ἱερεὺς ἦταν ἀρκετὰ ῥιζοσπαστικός. Ὅπως διηγεῖται ὁ Βολταῖρος, ὅταν κάποτε ὁ τοπικὸς ἄρχων, ὁ Ἀντουᾶν ντὲ Τουϊγί, κακομετεχειρίσθη κάποιους χωρικούς, ὁ Μελιὲ ἠρνήθη νὰ εὐχηθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ στὴν λειτουργία μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τιμωρηθῇ ἀπὸ τὸν τοπικὸ ἀρχιεπίσκοπο. Μετὰ ἀπὸ τὴν τιμωρία του ὁ Μελιὲ διεμαρτυρήθη γιὰ αὐτὴν τὴν ἀδικία καὶ ξεφωνίζει ἀπὸ τὸν ἄμβωνα τὰ παρακάτω λόγια: Συνέχεια





Ὥρα νὰ ἀγαπήσουμε τὸν τόπο μας…

Αὐτὸν τὸν τόπο δὲν τὸν ἀγαπήσαμε.
Τὸν ἀφήσαμε νὰ μᾶς τὸν «στήσουν» οἱ ἄλλοι. Συνέχεια





Ἐμεῖς τί κάνουμε;

Ἡ Ἑλλὰς ποὺ φεύγει

Βρίσκομαι στὴν ἀνάγκη νὰ ἀρχίσω μιλώντας γιὰ τὸν ἑαυτό μου: Μεγάλωσα σὲ ἕνα κομμάτι τῆς Ἑλλάδος, στὸ ὁποῖο ὁ ἀπόηχος τῶν γεγονότων τοῦ 1821 παρέμενε ἰσχυρὸς καὶ ἐπεσκίαζε ὁποιανδήποτε ἄλλη ἱστορικὴ ἀνάμνηση. Μιλώ, βέβαια, ὄχι μόνο γιὰ τὴν Ἀττικὴ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς ἀνατολικὲς ἀκτὲς τοῦ Μοριᾶ μας καὶ -κυρίως- γιὰ αὐτὰ τὰ μοναδικά, ὑπέροχα στὴν παράδοξη καὶ κάποτε ἄγρια ὀμορφιά τους, μικρόνησα τοῦ Ἀργοσαρωνικοῦ.  Ἐκεῖ λοιπόν, μέχρι καὶ τὰ μέσα τοῦ Κ΄ αἰώνα ἐπικρατοῦσαν τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων ποὺ σφυρηλάτησαν τὴν ναυτικὴ παράδοση τῆς Νεωτέρας καὶ Συγχρόνου Ἑλλάδος. Στὸ σπίτι, πράγματι, ὅπου περνοῦσα τὰ καλοκαίρια ἤταν χαραγμένη ἡ χρονολογία ἀνεγέρσεώς του: 1829. «Γιατί τὸ 1829;» ῥωτοῦσα μικρὸς ἐγώ. «Ἐπειδὴ τότε ἐλευθερώθηκε ὁ τόπος μας καὶ οἱ πρόγονοί μας μπόρεσαν νὰ κατεβοῦν ἀπὸ τὸ βουνὸ  κοντὰ στὴν θάλασσα», ἔπεφτε τσεκουράτη ἡ ἀπάντησις. Καὶ ἀκολουθοῦσε ἀκόμη πιὸ κοφτὴ ἡ σύστασις: «Χώνεψέ το αὐτὸ καὶ μὴ ξαναρωτᾶς!» Συνέχεια





Ῥαστώνη λέγεται τὸ πρόβλημά μας

Περὶ καταστολῆς τῶν πολιτῶν.

Ἄρθρον 275, παράγραφος 1, Κώδιξ Ποινικῆς Δικονομίας

Πέραν τῶν διωκτικῶν ἀρχῶν, οἱοσδήποτε πολίτης μπορεῖ νὰ συνδράμῃ στὴν σύλληψη φυσικῶν αὐτουργῶν ἐκνόμων πράξεων.

Τηρῶντας τὶς κείμενες διατάξεις τοῦ Συντάγματος παράλληλα μὲ τὸ 279 Κώδικος Ποινικῆς Δικονομίας, γιὰ ἀρωγὴ τῶν πολιτῶν στὸ ἔργο τῆς ἀστυνομίας, ὥστε νὰ παραπέμπονται οἱ δράστες στὸν Εἰσαγγελέα μὲ τὴν αὐτόφωροη διαδικασία.

Συνέχεια