Χαρούμενοι καὶ ξεπεσμένοι ζήτουλες οἱ (φερόμενοι ὡς) …«ἡγέτες μας»!!!

Ὡς κράτος φυσικά. Ἐκεῖνο τὸ «ψωροκωσταινέοι» ἀπόγονοι τὸ ξεπεράσαμε. Τώρα διαβιοῦμε στὸν πάτο τοῦ ἐκπεσμοῦ καὶ τῆς κατρακύλας.

πηγὴ

Προσέξατε τό σημαντικότερον τῶν παραπάνω;

Μὲ τὴν «ἄδεια», λέει, τοῦ Μουσείου τοῦ Λούβρου.
Ντροπή μας… Ντροπή μας καὶ μόνον ποὺ πανηγυρίζουμε ὡς λαὸς γιὰ αὐτὴν τὴν ἧττα.
Διότι περὶ ἥττης πρόκειται.

Διαβάζοντας λοιπὸν πρὸ μερικῶν ἡμερῶν τὴν παραπάνω πληροφορία, ἀναστατώθηκα. Θυμήθηκα ποὺ πρὸ ἀρκετῶν ἐτῶν, γιὰ πρώτη μου φορά, ἀντίκρυσα τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἀγάλματος στὸ ἐν λόγῳ Μουσεῖον. Τὸ δέος μου καὶ ἠ συγκίνησίς μου ἦσαν πρωτόγνωρα. Ἀκινητοποιημένη ἀπὸ τὸν θαυμασμὸ καὶ ἀπὸ τὴν ὀργή μου παρέμεινα, ἄγνωστον γιὰ πόσο, νὰ κυττῶ καὶ νὰ κλαίω τὴν λεηλατημένη αὐτὴν ὀμορφιά. Μία ἀπὸ τὶς πολλὲς λεηλατημένες ὀμορφιές μας.

Ὅλες τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες, ποὺ παρέμειαν εἰς τοὺς Παρισίους, καθημερινῶς ἐπισκεπτόμουν τὸ Μουσεῖον καὶ στεκόμουν ἀπέναντι ἀπὸ τὴ κάθε μας ἀρχαιότητα ὀργισμένη, πληγωμένη, ταπεινωμένη. Τότε ἦταν ποὺ μία ἀπόφασις, δειλά-δειλά, ἄρχισε νὰ κτίζεται μέσα μου: νὰ ἀξιωθῶ, ὡς ἄτομον καὶ ὡς λαός, νὰ ἐπαναχρισθῶ ἄξιος καὶ μοναδικὸς κληρονόμος αὐτοῦ τοῦ κάλλους.
Μὰ αὐτὰ εἶναι δικά μου νοητικὰ μονοπάτια. Ὄχι τῶν ἄλλων.

Καὶ φθάνουμε στὸ σήμερα. Στὸ σήμερα τῆς εὐγνωμονούσας (φερομένης ὡς) ἀρχῆς τῆς Ἀλεξανδρουπόλεως, μὰ καὶ συσσώμου τοῦ Ἑλλαδοκαφριστάν, ποὺ ἀρκεῖται στὰ φθηνὰ ἀντίγραφα, μὲ «τὴν ἄδεια» παρακαλῶ, τῶν ἀρχαιοκαπήλων. Οἱ ἀπίθανοι ἐπιχειροῦν νέο καθεστὼς ἀντιληπτικότητος περὶ νομίμου, ἠθικοῦ καὶ δικαίου.

Τὸ γεγονὸς τῆς συνδιαλλαγῆς μὲ ἀπατεῶνες καὶ θρασυτάτους μὰ καὶ αἰσχροτάτους ληστάρχους, ποὺ ἐκ τῶν πραγμάτων «νομιμοποιεῖ» τὸ ἔγκλημα, δὲν περνᾶ ἀπὸ τὸ μυαλό τους.
Τὸ γεγονὸς τῆς ἄνευ ἐκπτώσεων καὶ ὑποχωρήσεων ἀπαιτήσεως ἐπιστροφῆς ὅλων τῶν ἀρχαιοτήτων μας, φαντάζει στὰ (μποῦ χὰ χὰ χά…) «μυαλά τους» ὡς …ὑπερβολή!!!
Τὸ γενονὸς τῆς ἐγχωρήσεως τῆς δικῆς μας κληρονομίας, καθὼς καὶ τὴν ἐξ ὀνόματός μας ἀποποιήσεως δικαιωματικῆς κληρονομίας μας, ἐξ αὐτῶν ὅλων τῶν καραγκιοζοκουδουνισμένων, ποὺ σαπροφυτικῶς ὑφαρπάζουν τὴν ἐξουσία, ἐλέῳ δημοκρατίας τῶν τοκογλύφων, Μέσων Μαζικῆς Ἐξαπατήσεως καὶ Singular, προσδίδοντας μίαν ἐπίπλαστο νομιμοφάνεια στὶς ὑπογραφὲς καὶ στὶς ἀποφάσεις τους, οὐδόλως ἀπασχολεῖ ὅλες αὐτὲς τὶς καρικατοῦρες.
Τὸ μόνον ποὺ τοὺς ἀπασχολεῖ εἶναι μὲ κάθε λογῆς παραστάσεις νὰ παρατείνουν, ὅσο τὸ δυνατόν, τὴν διάρκεια τῆς λάθρα ἀποκτειθήσεις ἐξουσίας τους. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι γιὰ νὰ λέμε.

Πατριῶτες καιρὸς εἶναι νὰ συνειδητοποιήσουμε πὼς παρῆλθε, ἀνεπιστρεπτί, ὁ καιρὸς τῶν ἡμιμέτρων, τῶν ἡμί-συμβιβασμῶν, τῶν «καὶ μὲ τὸν χωροφύλαξ καὶ μὲ τῶν ἀρχιφύλαξ», τῶν «λίγο ἀπὸ ὅλα», τῶν μικρῶν ἢ μεγάλων ὑποχωρήσεων-ὑποταγῶν καί, φυσικά, τῶν φθηνῶν ἀντιγράφων. Τὸ «ὅλα ἢ τίποτα» πρέπει νὰ γίνῃ, ἐπὶ τέλους σημαία μας. Τὸ «μὴ χεῖρον βέλτιστον», ποὺ μᾶς ἔφερε ἔως ἐδῶ κλείνει τὸν κύκλο του καὶ χρέος μας εἶναι, διαρκῶς ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, νὰ ἀξιώνουμε τὸ Ὄλον.

Κι ὅπως ἀκριβῶς αὐξάνονται αὐτοὶ ποὺ θὰ ψηφίσουν μὲ κριτήριον τὸ ποιοὶ ὑποψήφιοι δήμαρχοι θεωροῦν τὴν Μακεδονία ἀδιαπραγμάτευτον κληρονομία μας, ἔτσι καὶ σὲ θέματα πολιτισμοῦ, παιδείας, διπλωματίας, ἀρχαιοτήτων καὶ διακυβερνήσεως, ὀφείλουμε νὰ θέσουμε τὶς ἀπολυτότητες ὡς βασικό μας κριτήριον καὶ γνώμονα, ὄχι μόνον γιὰ τὴν ψῆφο μας, ἀλλὰ γιὰ κάθε μας ἐπιλογή.
Ἐὰν δὲν τὸ πράξουμε πολλὲς ἀκόμη Μακεδονίες θὰ ἀπωλέσουμε (πραγματικῶς κι ὄχι, ὅπως τώρα, πλασματικῶς), πολλὲς ἐθνικὲς ντροπὲς θὰ βιώσουμε καί, φυσικά, ἂς προετοιμασθοῦμε γιὰ τὴν ἐπὶ τῆς οὐσίας ἀπώλεια τοῦ ἰδίου τοῦ Ἕλληνος ἀπὸ τὸν πλανήτη.

Τό ἀντέχουμε; Ἐὰν ὄχι ἰδοῦ ἡ Ῥόδος ἰδοῦ καὶ ἡ ἀναγκαία στάσις μας.

Φιλονόη





Leave a Reply