Γαιολύμπια, μία τεκμηριωμένη πρότασις γιὰ τὴν ὀνομασία τῆς Βαρδάρσκα

Ἐν Ἀθήναις τῇ 13ῃ Ἰουνίου 2017

Πρὸς τὸν ἐξοχώτατον κύριον πρέσβυν
τῆς ἐν Ἀθήναις πρεσβείας τῶν Η. Π. Α.
Πρότασις μετονομασίας τῆς F.Y.R.O.M. εἰς «Γαιολύμπια» – «Gaiolympia»

Ἐξοχώτατε κ. Πρέσβυ οὖλέ τε καὶ χαῖρε.
Διεξῆλθον « ἀΰπνους νύκτας ἰαύων », κατὰ τὸν ποιητὴν Ὅμηρον, διζήμενος (ἀναζητῶν) νέον ἱστορικὸν ὄνομα διὰ τὴν φίλην ἀδελφὴν χώραν τῆς κοιλάδος τοῦ Ἀξιοῦ ποταμοῦ, ἥτις κατὰ τὴν ὁμηρικὴν ἐποχὴν ἔφερε τὸ ὄνομα « Παιονίη». Ὀτρύνω ὑμᾶς φράσσασθαι ἱστορικὴν ὑπεροχὴν τοῦ νέου κωδικοποιημένου ὀνόματος «Γαιολύμπια» – «Gaiolympia» βουλευόμενοι κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμὸν βουλὴν ἀρίστην.
Ἔῤῥωσθε.

Ἱστορικὴ σύνθεσις – κωδικοποίησις ὀνόματος.
Γαιολύμπια
Gaiolympia
(F.Y.R.O.M.)

Γαιολύμπια. Gaiolympia,

  • Γ    γαῖᾳ
  • α    Ἀξιοῦ
  • ι     ἰσοπεδίοιο
  • ο    οἴκεον – οἰκοῦσιν
  • λ    λαοὶ
  • ύ    ὕπερθεν
  • μ    Μακεδονίας
  • π    Παίονες
  • ι     ἱπποκορυσταὶ
  • α    Ἀστεροπαίου

Εἰς τὴν γαῖαν τῆς κοιλάδος τοῦ Ἀξιοῦ (ποταμοῦ) ὕπερθεν τῆς Μακεδονίας κατοίκεον ἢ κατοικοῦν οἱ ἁρματομάχοι Παίονες λαοὶ τοῦ Ἀστεροπαίου.

τὸ προτεινόμενον ὄνομα τῶν Σκοπίων.

Γαιολύμπια                            Σελὶς Ὁμηρικοῦ Λεξικοῦ                         §
                                             Ἰωάννου Πανταζίδου

Γ    γαῖᾳ                                     134                                             2
α    Ἀξιοῦ                                    76
ι     ἰσοπεδίοιο                           323
ο    οἴκεον – οἰκοῦσιν                 457                                           1-2
λ    λαοὶ                                     387                                       1αβ-2α
ύ    ὕπερθεν                              647
μ    Μακεδονίας                          –
π    Παίονες                              495
ι     ἱπποκορυσταὶ                    321
α    Ἀστεροπαίου                      106

Εἰς τὴν γαῖαν τῆς κοιλάδος τοῦ Ἀξιοῦ (ποταμοῦ) ὕπερθεν τῆς Μακεδονίας κατοίκεον ἢ κατοικοῦν οἱ ἁρματομάχοι Παίονες λαοὶ τοῦ Ἀστεροπαίου.

Κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ τρωϊκοῦ πολέμου, τοῦ πρώτου καταγεγραμμένου – ἐκ τοῦ Ὁμήρου (Ὀδυσσέως) – ἑλληνικοῦ ἐμφυλίου πολέμου τῷ 3.087 – 3.078 π.Χ., τὸ ὄνομα Μακεδονία ἦτο ἄγνωστον.
Οἱ λαοὶ οἵτινες κατοίκεον τὴν κοιλάδα παρὰ τὸν Ἀξιὸν ποταμόν, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρυτέραν περιοχὴν ἦσαν Ἕλληνες.
Τοῦτο ἀποδεικνύουν περίτρανα, πέραν τῆς ἀρχαιολογικῆς σκαπάνης, ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν τὰ κύρια ὀνόματα ἀνθρώπων, ὅπως: Μάγνης, Τενθρηδών, Πρόθοος, Ἀκεσσαμενός, Περίβοια, Πυραίχμης, Πηλεγών, Ἀστεροπαῖος, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ τὰ τοπωνύμια ὥς: Ἀξιός, Πηνειός, Πήλιον, Πιερίη, Ἀμυδῶν, Παιονίη, Ἠμαθίη.

Ἡ γλῶσσα μὲ τὴν ὁποίαν ἐπικοινώνουν οἱ ἀντιμαχεούμενοι καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ τρωϊκοῦ πολέμου ἦτο μόνον ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ δὲν ὑπῆρχε πρόβλημα ἐπικοινωνίας, οὔτε ἀναφέρονται διερμηνεῖς.
Εἰς ἐκεῖνον λοιπὸν τὸν 10 ἐτῆ πόλεμον ἔλαβον μέρος: οἱ Ἀχαιοί, οἱ Δωριεῖς, οἱ Δαναοὶ τῆς Πελοποννήσου, οἱ Λοκροὶ καὶ οἱ Μυρμιδόνες τῆς Φθίας καὶ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς Θεσσαλίας οἱ Λαπίθαι καὶ οἱ Ἐνιῆνες τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Νοτίου Μακεδονίας οἱ Περαιβοὶ, οἱ Ἄβαντες τῆς Εὐβοίας, οἱ Αἰτωλοὶ καὶ οἱ Κεφαλλῆνες τῆς Ἀκαρνανίας, οἱ Κύδωνες τῆς Κρήτης καὶ οἱ Ἀχαιοὶ τῶν Δωδεκανήσων καὶ Ἑπτανήσων καὶ πολλοὶ ἄλλοι.

Ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν, ἐκτὸς τῶν Τρώων, ἔλαβον μέρος καὶ οἱ ἐπίκουροι ἐκείνων, ὅπως: οἱ Δάρδανοι, οἱ Ἀλιζώνες, οἱ Μαίονες, οἱ Μυσοί, οἱ Φρύγες, οἱ Κάρες, οἱ Θρᾶκες, οἱ Κίκονες, οἱ Παίονες, οἱ Παφλαγόνες, οἱ Λύκιοι κ.ἄ.π..
Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εἶχον τοὺς αὐτοὺς θεούς, τὴν ἰδίαν θρησκείαν, τὰ ἴδια ἤθη, ἔθιμα, τὴν ἰδίαν γλῶσσαν, τὴν ἰδίαν ἀνδρείαν, ἅπαντες λοιπὸν ἦσαν Ἕλληνες.
Ὀδυσσεύς (Ὅμηρος) κατέγραψε τὸν πόλεμον, ὁ ἴδιος ἐγνώριζεν καὶ τοὺς Μάγνητας, κατὰ συνέπειαν ἐγνώριζε καὶ τὰ ὀνόματα Μάγνης καὶ Μακεδὼν τὰ ὁποῖα ἔφερον οἱ δύο ἀδελφοί, ὅμως εὐθέως εἰς αὐτὰ δὲν ἀναφέρεται.
Μάγνητες – Μακεδόνες εἶνε ἑλληνικὰ γένη, τὸ δὲ ὄνομα Μακεδονία εἶνε κῶδιξ ποιηθεὶς ἴσως ἐπὶ βασιλέως Περδίκκα Α′ περὶ τῷ 700 π.Χ..

Τὰ ὀνόματα Μακεδὼν καὶ Μακεδονία εἶνε οὕτως κωδικοποιημένα, ἐκ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ποὺ οὐδεὶς δύναται αὐτὰ νὰ τ᾿ ἀμφισβητήσῃ διότι βεβαίως ἐμπεριέχουν πληροφορίας καταγωγῆς, συγγενείας καὶ ἡλικίας μεταξὺ τῶν δύο ἀδελφῶν Μάγνητος καὶ Μακεδόνος τῶν υἱῶν τοῦ Διὸς καὶ Πρωτογενείας τῆς θυγατρὸς δηλαδὴ τοῦ βασιλέως Δευκαλίωνος καὶ τῆς Πύῤῥας

Μ.ΜΑΓΝΗΤΟΣ Α.ΑΔΕΛΦΕΟΣ Κ.ΚΟΥΡΗΣ Ε.ΕΚΓΟΝΟΣ Δ.ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΟΣ Ω.ΩΝΟΜΑΣΘΗ Ν.ΝΕΩΤΕΡΟΣ

Καὶ εἰς ἀπόδοσιν:
Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Μάγνητος ὁ νεώτερος ἔκγονος (υἱὸς) τῆς κόρης τοῦ Δευκαλίωνος ὠνομάσθη (Μακεδών).

Τὸ ὄνομα Μακεδονία ἐμπεριέχει πληροφορίας γεωγραφικοῦ προσδιορισμοῦ, ἤτοι: Εἰς τὸ ἰσόπεδον (εἰς τὴν κοιλάδα) παρὰ τὰς ὄχθας τοῦ (ποταμοῦ) Ἀξιοῦ.

Ὁ κῶδιξ « Μακεδονία » καθὼς ἐπίσης ἡ ἱστορικὴ ἀνάλυσίς του ἔχει ὣς ἑξῆς:

ΜΜΑΓΝΗΤΟΣ ΑΑΔΕΛΦΕΟΣ ΚΚΟΥΡΗΣ ΕΕΚΓΟΝΟΣ ΔΔΕΥΚΑΛΙΩΝΟΣ ΟΟΧΘΗιΣΙ ΝΝΑΙΕΣΚΕΝ ΙΙΣΟΠΕΔΙΟΙΟ ΑΑΞΙΟΥ

Καὶ εἰς ἀπόδοσιν:
Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Μάγνητος (ὁ Μακεδὼν) ὁ υἱὸς τῆς κόρης τοῦ Δευκαλίωνος  εἰς τὴν πεδιάδα παρὰ τὰς ὄχθας τοῦ (ποταμοῦ) Ἀξιοῦ συνεχῶς κατῴκει.

Τὸ ὄνομα Μακεδονία δὲν εἶνε καταγεγραμμένον εἰς τὰ ὁμηρικὰ ἔπεα ἅτινα εἶνε τὰ ἀρχαιότερα πάντων, διότι ὁ Ὅμηρος εἶνε τόσον παλαιὸς ποὺ μάλιστα εἰς τὴν ἐποχήν του διαφορετικὸν ὄνομα ἔφερεν ἡ νῦν Μακεδονία· τὸ ὄνομα τὸ καταγράφει ὁ ποιητὴς Ἠσιόδος ὅστις εἶνε ὕστερος τοῦ Ὁμήρου (Ὀδυσσέως).

Ὅμηρος (Ὀδυσσεὺς) εἰς τὰ ἔπεά του (Ἰλιὰς – Ὀδύσσεια) δὲν ἀναφέρεται εἰς τοὺς γονεῖς τῶν δύο ἀδελφῶν Μάγνητος καὶ Μακεδόνος, ἤτοι: Ζεὺς καὶ Πρωτογένεια· καὶ εἰς τά « Ἀποσπάσματα » τοῦ Ἠσιόδου δὲν γίγνεται λόγος διὰ τὴν μητέρα τῶν δύο ἀδελφῶν, παρὰ μόνον διὰ τὸν Δία, ἐπειδὴ τὸ πρότερον κείμενον εἶνε λιπὲν καὶ συνεχίζει μὲ τὴν φράσιν «ἣ δ᾿», ἤτοι: ……. καὶ ἐκείνη…….

Ἠσίοδος. Γυναικῶν κατάλογος ἢ Ἠοίαι. 3, 7

«…. ἣ δ᾿ ὑποκυσαμὲνη Διὶ γείνατο τερπικεραύνωι
υἶε δὶω, Μάγνητα Μακηδόνα θ᾿ ἱππιοχάρμην,
οἳ περὶ Πιρρίην καὶ Ὄλυμπον δώματ᾿ ἐναιον.»

……καὶ ἐκείνη ἐγγαστρωμένη ἐκ τοῦ τερπικεραύνου Διὸς ἐγέννησε
δύο υἱούς, τὸν Μάγνητα καὶ τὸν ἁρματομάχον Μακηδόνα,
οἵτινες κατοίκεον τὰ δώματα περὶ τὴν Πιερίην καὶ τὸν Ὄλυμπον.

Πρόκειται περὶ τῆς Πρωτογενείας θυγατρὸς τοῦ βασιλέως Δευκαλίωνος καὶ τῆς Πύρρας μετὰ τῆς ὁποίας ὁ Ζεὺς ἐγέννησε πρῶτον τὸν Μάγνητα καὶ ἔπειτα τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, τὸν Μακεδόνα.

  • Δευκαλίων + Πύρρα → Ἕλλην, Ἀμφικτύων, Πρωτογένεια
  • Πρωτογένεια + Ζεὺς → Μάγνης, Μακεδών.

ἐτυμολόγησις τοῦ ὀνόματος Μακεδὼν καὶ Μακεδονία, ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν φιλολόγων, καθηγητῶν, διδασκάλων, ἱστορικῶν, ἑρμηνευτῶν, ἐρευνητῶν, πολιτικῶν, δημοσιογράφων καὶ ἱερέων, εἶνε λανθασμένη. Πάντες σχεδὸν ὑποστηρίζουν, πὼς τὰ  ἀνωτέρω δύο ὀνόματα προέρχονται ἐκ τοῦ ἐπιθέτου «μακεδνός», ὅπερ σημαίνει: μηκεδανός, εὐμήκης, ῥαδινός, ὑψηλός, μακρύς.

Τοῦτο τὸ ἐπίθετον ὁ Ὅμηρος μία φορὰ τὸ γράφει: «οἷά τε φύλλα μακεδνῆς αἰγείροιο», ἤτοι: ὡσὰν καὶ τὰ φύλλα τῆς ὑψηλῆς λεύκας (ὀδ. η 106).

Τὸ ἐπίθετον μακεδνὸς δὲν εἶνε ἐπίθετον δι᾿ ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ εἶνε μόνον διὰ τὰ δένδρα. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα βεβαίως διαθέτει ἄλλα ἐπίθετα ἵνα προσδιορίζῃ τὸ ὕψος ἢ τὸ δέμας, ἀλλὰ καὶ τὴν φυὴν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως εἶνε τά: ὑψηλός, μέγας, ῥαδινός.
Οἱ Μακεδόνες ὅμως δὲν εἶνε δυνατὸν γενικῶς ὀπάντες ἢ οἱ περισσότεροι νὰ εἶνε ὑψηλοί, ἐξ ἄλλου καὶ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος δὲν ἦτο ὑψηλός, ὡς πρὸς τὸ δέμας τοὐλάχιστον.

Πρωΐα. Ἐπίτ. ἐγκυκλοπαιδικὸν λεξικόν. Μακεδονία, σελὶς 1.334, διασκευή.
«Κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἡ Μακεδονία (ἤτοι τὸ ἐπὶ τῶν χρόνων τοῦ Φιλίππου Β’ καθεαυτὸ μακεδονικὸν κράτος) ἀπετελεῖτο ἐκ τῶν ἑξῆς ἐπαρχιῶν: Πελαγονίας,Ἠμαθίας, Πιερίας, Βοττιαίας, Μυγδονίας, Ἐορδαίας, Βισαλτίας, Ὀδομαντικῆς, Ἀλμωπίας, Ἐλιμίας, Χαλκιδικῆς, Ὀρεστίδος, Ληγκηστίας, Παιονίας, Σιντικῆς, Ἠδωνίδος καὶ Κρηστωνίας.

Οἱ ἀρχαιότεροι κάτοικοι τῆς Μακεδονίας ἦσαν Ἕλληνες δωρικῆς καταγωγῆς, οἱ ὁποῖοι ταχέως ἀνεμείχθησαν μὲ τὰ ἄλλα ἑλληνικὰ φῦλα……………………

Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν ἱστορικῶν χρόνων ἐμφανίζεται ἐν Μακεδονίᾳ ὁ πυρὴν τοῦ κατόπιν μεγάλου μακεδονικοῦ κράτους μὲ κέντρον τὴν Ἠμαθίαν ἢ κατ᾿ ἄλλους τὴν Ὀρεστίδα καὶ ἱδρυτής του ὑπῆρξε κατὰ μίαν μὲν παράδοσιν ὁ Περδίκκας, κατ᾿ ἄλλην δὲ ὁ Κάρανος, ἀμφότεροι καταγόμενοι ἐξ Ἄργους τῆς Πελοποννήσου.

Ἡ καταγεγραμμένη ἱστορία τῆς Μακεδονίας ἄρχεται ἀπὸ τῆς βασιλείας τοῦ Ἀλεξάνδρου Α’τοῦ Φιλέλληνος 498 – 454 ὅστις ἀναγκασθεὶς ν᾿ ἀκολουθήσῃ τὸν Ξέρξην εἰς τὴν ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος ἐκστρατείαν του, βοήθησε ποικιλοτρόπως τοὺς Ἕλληνας, μεταδίδων ἐγκαίρως εἰς αὐτοὺς τὰ σχέδια τοῦ ἀναγκαστικοῦ συμμάχου του………….. »

Ὁ Ὀδυσσεύς (Ὅμηρος), ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Μάγνητας γνωρίζει καὶ μνημονεύει τοὺς Παίονας ἀλλὰ καὶ τὴν χώρην των τὴν Παιονίην. Δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ τρωϊκοῦ πολέμου (3.087 – 3.078 π.Χ.) μόνον τρία μακεδονικὰ τοπωνύμια ἢ τρεῖς μακεδονικὰς χώρας ἢ μακεδονικὰς ἐπαρχίας μνημονεύει ὁ Ὅμηρος, ἤτοι: Παιονίη (δυτική, βόρειος, ἀνατολικὴ Μακεδονία), Ἠμαθίη (κεντρικὴ καὶ νότιος Μακεδονία), Πιερίη (νοτιανατολικὴ περιοχὴ τοῦ Ὀλύμπου).

Πανταζίδης Ἰωάννης. Ὁμηρικὸν λεξικόν. Παίονες, σελὶς 495, διασκευή.
«Παίονες, οἱ (ἑν. Παίων, ονος), κάτοικοι τῆς Παιονίας, φυλή τις πρὸς Βοῤῥᾶν τῆς Μακεδονίας καὶ Θρῄκης ἐκτεινομένη, κατά τινα μὲν παράδοσιν ἀπόγονοι τῶν Τρωϊκῶν Τευκρῶν (Ἡρόδ. 5, 13), κατ᾿ ἄλλην δὲ Φρυγικῆς καταγωγῆς.
Παρ᾿ Ὁμήρῳ μνημονεύονται Παίονες ἐκ τῶν παροχθίων περιοχῶν τοῦ Ἀξιοῦ καὶ τῆς Μακεδονίας ὡς σύμμαχοι τῶν Τρώων, ΙΛ. Β 848, ΙΛ. Κ 428, ΙΛ. Φ 155, ὅπου χαρακτηρίζονται ὡς «ἀγκυλότοξοι , δολιχεγχέες καὶ ἱπποκορυσταὶ».»

Οἱ ἑπόμενοι στίχοι τῆς Ἰλιάδος ἀναφέρονται ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Παιόνων τὸν Πυραίχμην ἐκ τῆς πόλεως Ἀμυδῶνος, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ εἰς τὸν Ἀξιὸν ποταμὸν τῆς Παιονίης τῶν ἀγκυλοτόξων (καμπυλοτόξων) Παιόνων.

ΙΛ. Β 848 – 850
«Αὐτὰρ Πυραίχμης ἄγε Παίονας ἀγκυλοτόξους,
τηλόθεν ἐξ Ἀμυδῶνος, ἀπ᾿ Ἀξιοῦ εὐρὺ ῥέοντος,
Ἀξιοῦ, οὗ κάλλιστον ὕδωρ ἐπικίδναται αἶαν.»

Ὁ Πυραίχμης ἔπειτ᾿ ἦγε τοὺς ἀγκυλοτόξους Παίονας (τῆς Μακεδονίας), μακρὰν ἐξ Ἀμυδῶνος, ἀπὸ τοῦ εὐρυρέοντος (ποταμοῦ) Ἀξιοῦ, τοῦ Ἀξιοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ κάλλιστον ὕδωρ διεσκοπρίζεται εἰς τὴν γαῖαν. Ὁ Ὀδυσσεύς (Ὅμηρος) γνωρίζει καὶ καταγράφει, διὰ δευτέραν φοράν, εἰς τοὺς στίχους (ΙΛ. Π 284 – 288) τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν ἱπποκορυστῶν Παιόνων δηλαδὴ τῶν ἁρματομάχων ἢ τῶν ἱππέων τὸν Πυραίχμην ἐξ Ἀμυδῶνος, ἐκ τῆς περιοχῆς τοῦ εὐρυῤῥέοντος ποταμοῦ Ἀξιοῦ τῆς χώρης τῶν Παιόνων, δηλαδὴ τῆς μετέπειτα Μακεδονίας.

ΙΛ. Π 284 – 288
«Πάτροκλος δὲ πρῶτος ἀκόντισε δουρὶ φαεινῷ
ἀντικρὺ κατὰ μέσσον, ὅθι πλεῖστοι κλονέοντο,
νηῒ πάρα πρύμνῃ μεγαθύμου Πρωτεσιλάου,
καὶ βάλε Πυραίχμην, ὃς Παίονας ἱπποκορυστὰς
ἤγαγεν ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπ᾿ Ἀξιοῦ εὐρὺ ῥέοντος·»

Ἀλλ᾿ ὁ Πάτροκλος πρῶτος ἀκόντισε μὲ δόρυ φαεινόν (λαμπρὸν) ἀντικρὺ κατὰ τὸ μέσον, ὅπου οἱ πλεῖστοι (πολλοὶ ἄνδρες) ἐκλονίζοντο, παρὰ τὴν πρύμνην τῆς νηὸς τοῦ μεγαθύμου (γενναιοκάρδου) Πρωτεσιλάου, καὶ ἔβαλε τὸν Πυραίχμην, ὅστις τοὺς ἱπποκορυστάς (ἱππομάχους) Παίονας ἤγαγεν (ὡδήγησεν) ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπὸ τοῦ εὐρυῤῥέοντος Ἀξιοῦ (ποταμοῦ)·
Οἱ στίχοι (ΙΛ. Κ 434 – 579) περιγράφουν διεξοδικὰ ἐκείνην τὴν καταδρομικὴν νυκτερινὴν ἐπιχείρησιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος ὁ Ὀδυσσεύς (Ὅμηρος) καὶ ὁ υἱὸς τοῦ βασιλέως Τυδέος τοῦ Ἄργους ὁ Διομήδης.
Αὐτοὶ λοιπὸν εἰσῆλθον λάθρα εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Θρᾳκῶν ἀφ᾿ οὗ πρῶτα μακρὰν ἐκ τοῦ καταυλισμοῦ τοῦ βασιλέως Ῥήσου τῶν Θρᾳκῶν συνέλαβον τινὰ κατάσκοπον φέρων τὸ ὄνομα Δόλων.
Ἐκεῖνος λοιπὸν κατὰ τὴν ἀνάκρισιν ἔδωκεν εἰς τοὺς Ὀδυσσέα καὶ Διομήδην πληροφορίας διὰ τὴν θέσιν τοῦ στρατοῦ τῶν Τρώων, τῶν Θρᾳκῶν καὶ διὰ τοὺς καμπυλοτόξους Παίονας. Ὅμως ἂς μᾶς τὰ διηγηθῇ ἐκεῖνος καλλίτερα.

ΙΛ. Κ 423 – 431
« Τὸν δ᾿ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
«Πῶς γὰρ νῦν, Τρώεσσι μεμιγμένοι ἱπποδάμοισιν
εὕδουσ᾿, ἦ ἀπάνευθε; Δίειπέ μοι, ὄφρα δαείω.»
Τὸν δ᾿ ἠμείβετ᾿ ἔπειτα Δόλων Εὐμήδεος υἱός·
«Τοιγὰρ ἐγὼ καὶ ταῦτα μάλ᾿ ἀτρεκέως καταλέξω.
Πρὸς μὲν ἁλὸς Κᾶρες καὶ Παίονες ἀγκυλότοξοι
καὶ Λέλεγες καὶ Καύκωνες δῖοί τε Πελασγοί,
πρὸς Θύμβρης δ᾿ ἔλαχον Λύκιοι Μυσοί τ᾿ ἀγέρωχοι
καὶ Φρύγες ἱππόμαχοι καὶ Μῄονες ἱπποκορυσταί.». »

Ὅμως πρὸς αὐτὸν ἀνταποκρινόμενος ἔλεγεν ὁ πολύβουλος Ὀδυσσεύς·
«Πῶς δηλαδὴ τώρα, μὲ τοὺς ἱπποδαμαστὰς Τρῶας ἀναμεμιγμένοι
κοιμῶνται, ἀληθῶς χωριστά; Ὁμολόγησόν μου, ἵνα μάθω.»

Ἀλλ᾿ εἰς ἐκεῖνον ἀπεκρίνετο ἔπειτα ὁ Δόλων, ὁ υἱὸς τοῦ Εὐμήδους·
«Διὰ τοῦτο ἐγὼ καὶ ταῦτ᾿ ἀκριβέστατα θὰ καταλέξω (θὰ ὁμολογήσω).
Πρὸς μὲν τῆς θαλάσσης (εὑρίσκονται) οἱ Κᾶρες καὶ οἱ ἀγκυλότοξοι Παίονες
καὶ οἱ Λέλεγες καὶ οἱ Καύκωνες καὶ οἱ θεϊκοὶ Πελασγοί,
πρὸς δὲ τῆς Θύμβρης ἔλαχον οἱ Λύκιοι καὶ οἱ ἀγέρωχοι Μυσοὶ
καὶ οἱ ἱππόμαχοι Φρύγες καὶ οἱ ἱπποκορυσταί (ἁρματεφοπλισταὶ) Μῄονες.»

Εἰς τοὺς ἑπομένους στίχους ὁ Ὀδυσσεύς (Ὅμηρος) χαρακτηρίζει ὣς ἀρήϊον, ἤτοι: πολεμικὸν τὸν Ἀστεροπαῖον, τὸν υἱὸν τοῦ  Πηλεγόνος, ὅστις διέπρεπεν πάντων τῶν ἄλλων ἀνδρῶν οἵτινες τότε συνεκρότουν ἕν σῶμα καταδρομέων. Αὐτοὶ λοιπὸν ἔχοντες γενικὸν ἀρχηγὸν τὸν Ἕκτορα, κατώπιν προτάσεως τοῦ Πουλυδάμαντος, εἰσόρμησαν χωρὶς ἵππους καὶ ἅρματα εἰς τὴν ὀρυκτὴν τάφρον τῶν Ἀχαιῶν ἥτις ἔκειτο ἔμπροσθε τοῦ τείχους καὶ προστάτευε τὸν ναύσταθμον.

ΙΛ. Μ 98 – 104
« Τῶν δὲ τετάρτων ἦρχεν ἐῢς πάϊς Ἀγχίσαο,
Αἰνείας, ἅμα τῷ γε δύω Ἀντήνορος υἷε,
Ἀρχέλοχός τ᾿ Ἀκάμας τε, μάχης εὖ εἰδότε πάσης.
Σαρπηδὼν δ᾿ ἡγήσατ᾿ ἀγακλειτῶν ἐπικούρων,
πρὸς δ᾿ ἕλετο Γλαῦκον καὶ ἀρήϊον Ἀστεροπαῖον·
οἱ γάρ οἱ εἴσαντο διακριδὸν εἶναι ἄριστοι
τῶν ἄλλων μετά γ᾿ αὐτόν· ὁ δ᾿ ἔπρεπε καὶ διὰ πάντων. »

Τῶν δὲ τετάρτων ἦρχεν ὁ ὡραῖος παῖς τοῦ Ἀγχίσου, ὁ Αἰνείας, συνάμ᾿ αὐτῷ μάλιστα οἱ δύο υἱοὶ τοῦ Ἀντήνορος, καὶ ὁ Ἀρχέλοχος καὶ ὁ Ἀκάμας, τῆς πάσης μάχης καλῶς γνωρίζοντες.
Ὁ δὲ Σαρπηδὼν ἡγήθη τῶν περιφήμων ἐπικούρων, προσέλαβεν ὅμως τὸν Γλαῦκον καὶ τὸν ἀρήϊον (πολεμικὸν) Ἀστεροπαῖον· διότι ἐκεῖνοι τοῦ ἐφαίνοντο ἐξαιρέτως νὰ εἶνε ἄριστοι τῶν ἄλλων βεβαίως ἔπειτ᾿ (ἀπ᾿) αὐτόν· καὶ κεῖνος ὅμως ἁπάντων διέπρεπεν.

Ὁ Ὅμηρος μνημονεύει τὸν Ἱππασίδην Ἀπισάονα ἐκ τῆς εὐφόρου Παιονίης ὅστις μαζὶ μὲ τὸν Ἀστεροπαῖον ἐμάχοντο πέριξ τοῦ τεθνηῶτος Πατρόκλου.

ΙΛ. Ρ 344 – 355
«Ἔνθ᾿ αὖτ᾿ Αἰνείας Λειώκριτον οὔτασε δουρί,
υἱὸν Ἀρίσβαντος, Λυκομήδεος ἐσθλὸν ἑταῖρον.
Τὸν δὲ πεσόντ᾿ ἐλέησεν ἀρηΐφιλος Λυκομήδης,
στῆ δὲ μάλ᾿ ἐγγὺς ἰών, καὶ ἀκόντισε δουρὶ φαεινῷ,
καὶ βάλεν Ἱππασίδην Ἀπισάονα, ποιμένα λαῶν,
ἧπαρ ὑπὸ πραπίδων, εἶθαρ δ᾿ ὑπὸ γούνατ᾿ ἔλυσεν,
ὅς ῥ᾿ ἐκ Παιονίης ἐριβώλακος εἰληλούθει,
καὶ δὲ μετ᾿ Ἀστεροπαῖον ἀριστεύεσκε μάχεσθαι.
Τὸν δὲ πεσόντ᾿ ἐλέησεν ἀρήϊος Ἀστεροπαῖος,
ἴθυσεν δὲ καὶ ὁ πρόφρων Δαναοῖσι μάχεσθαι·
ἀλλ᾿ οὔ πως ἔτι εἶχε· σάκεσσι γὰρ ἔρχατο πάντῃ
ἑσταότες περὶ Πατρόκλῳ, πρὸ δὲ δούρατ᾿ ἔχοντο.»

Τότε ἀφ᾿ ἑτέρου ὁ Αἰνείας ἔπληξε μὲ τὸ δόρυ τὸν Λειώκριτον, τὸν υἱὸν τοῦ Ἀρίσβαντος, τὸν ἐσθλόν (ἀνδρεῑον) ἑταῖρον τοῦ Λυκομήδους.
Αὐτὸν ὅμως πεσόντα ἐλέησεν ὁ φιλοπόλεμος Λυκομήδης, καὶ ἐρχόμενος ἐγγὺτατα ἐστάθη, καὶ ἀκόντισε μὲ δόρυ φαεινόν, καὶ ἔβαλε τὸν Ἱππασίδην Ἀπισάονα, τὸν ποιμένα λαῶν (ἡγέτην στρατῶν), εἰς τὸ ἧπαρ ὑπὸ τοῦ διαφράγματος, καὶ εὐθύς (τοῦ) ὑπέλυσε τὰ γόνατα, ἐκεῖνος λοιπὸν ἐξ ἐριβώλακος (εὐφόρου) Παιονίης εἶχεν ἔλθῃ, καὶ μάλιστα μὲ τὸν Ἀστεροπαῖον ἀρίστευεν εἰς τὸ μάχεσθαι.
Πεσόντα ὅμως τὸν ἐλέησεν ὁ ἀρήϊος (ἄρειος – πολεμικὸς) Ἀστεροπαῖος, καὶ ὅμως ἐκεῖνος πρόθυμος κατευθύνθη πρὸς τοὺς Δαναοὺς ἵνα μάχηται· ἀλλ᾿ οὐδόλως ἀκόμη ἄντεχε· διότι μὲ τὰς ἀσπίδας εἶχον συνασπισθῇ παντοῦ στεκούμενοι πέριξ τοῦ Πατρόκλου, καὶ ἔμπροσθεν εἶχον τὰ δόρατα.

Ὁ Ὀδυσσεύς (Ὅμηρος) καταγράφει σαφῶς τὴν συνομιλίαν ποὺ εἶχον εἰς τὸ πεδίον τῶν μαχῶν ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ὁ Ἀχιλλεὺς ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ὁ ἥρως Ἀστεροπαῖος.
Ὁ διάλογος ἐγένετο πρόσωπο μὲ πρόσωπον – ἄνευ διερμηνέως, διότι οἱ δύο ἀντιμαχεούμενοι ἦσαν Ἕλληνες καὶ ὁμίλουν τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν.

ΙΛ. Φ 139 – 168
«Τόφρα δὲ Πηλέος υἱὸς ἔχων δολιχόσκιον ἔγχος
Ἀστεροπαίῳ ἐπᾶλτο κατακτάμεναι μενεαίνων,
υἱέϊ Πηλεγόνος· τὸν δ᾿ Ἀξιὸς εὐρυρέεθρος
γείνατο καὶ Περίβοια, Ἀκεσσαμενοῖο θυγατρῶν
πρεσβυτάτη· τῇ γάρ ῥα μίγη ποταμὸς βαθυδίνης.
Τῷ ῥ᾿ Ἀχιλεὺς ἐπόρουσεν, ὁ δ᾿ ἀντίος ἐκ ποταμοῖο
ἔστη ἔχων δύο δοῦρε· μένος δέ οἱ ἐν φρεσὶ θῆκε
Ξάνθος, ἐπεὶ κεχόλωτο δαϊκταμένων αἰζηῶν,
τοὺς Ἀχιλεὺς ἐδάϊζε κατὰ ῥόον οὐδ᾿ ἐλέαιρεν.
Οἱ δ᾿ ὅτε δὴ σχεδὸν ἦσαν ἐπ᾿ ἀλλήλοισιν ἰόντες,
τὸν πρότερος προσέειπε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεύς·
ʺ Τίς πόθεν εἶς ἀνδρῶν, ὅ μευ ἔτλης ἀντίος ἐλθεῖν;
Δυστήνων δέ τε παῖδες ἐμῷ μένει ἀντιόωσι. ʺ
Τὸν δ᾿ αὖ Πηλεγόνος προσεφώνεε φαίδιμος υἱός·
ʺ Πηλεΐδη μεγάθυμε, τίη γενεὴν ἐρεείνεις;
Εἴμ᾿ ἐκ Παιονίης ἐριβώλου, τηλόθ᾿ ἐούσης,
Παίονας ἄνδρας ἄγων δολιχεγχέας· ἥδε δέ μοι νῦν
ἠὼς ἑνδεκάτη, ὅτε Ἴλιον εἰλήλουθα.
Αὐτὰρ ἐμοὶ γενεὴ ἐξ Ἀξιοῦ εὐρὺ ῥέοντος,
Ἀξιοῦ, ὃς κάλλιστον ὕδωρ ἐπὶ γαῖαν ἵησιν,
ὃς τέκε Πηλεγόνα κλυτὸν ἔγχεϊ· τὸν δ᾿ ἐμέ φασι
γείνασθαι· νῦν αὖτε μαχώμεθα φαίδιμ᾿ Ἀχιλλεῦ. ʺ
Ὣς φάτ᾿ ἀπειλήσας, ὁ δ᾿ ἀνέσχετο δῖος Ἀχιλλεὺς
Πηλιάδα μελίην· ὁ δ᾿ ἁμαρτῇ δούρασιν ἀμφὶς
ἥρως Ἀστεροπαῖος, ἐπεὶ περιδέξιος ἦεν.
Καί ῥ᾿ ἑτέρῳ μὲν δουρὶ σάκος βάλεν, οὐδὲ διὰ πρὸ
ῥῆξε σάκος· χρυσὸς γὰρ ἐρύκακε δῶρα θεοῖο·
τῷ δ᾿ ἑτέρῳ μιν πῆχυν ἐπιγράβδην βάλε χειρὸς
δεξιτερῆς, σύτο δ᾿ αἷμα κελαινεφές· ἡ δ᾿ ὑπὲρ αὐτοῦ
γαίῃ ἐνεστήρικτο, λιλαιομένη χροὸς ἆσαι.»

Φ 205 – 221
«Αὐτὰρ ὁ βῆ ῥ᾿ ἰέναι μετὰ Παίονας ἱπποκορυστάς,
οἵ ῥ᾿ ἔτι πὰρ ποταμὸν πεφοβήατο δινήεντα,
ὡς εἶδον τὸν ἄριστον ἐνὶ κρατερῇ ὑσμίνῃ
χέρσ᾿ ὕπο Πηλεΐδαο καὶ ἄορι ἶφι δαμέντα.
Ἔνθ᾿ ἕλε Θερσίλοχόν τε Μύδωνά τε Ἀστύπυλόν τε
Μνῆσόν τε Θρασίον τε καὶ Αἴνιον ἠδ᾿ Ὀφελέστην·
καί νύ κ᾿ ἔτι πλέονας κτάνε Παίονας ὠκὺς Ἀχιλλεύς,
εἰ μὴ χωσάμενος προσέφη ποταμὸς βαθυδίνης,
ἀνέρι εἰσάμενος, βαθέης δ᾿ ἐκ φθέγξατο δίνης·
«Ὦ Ἀχιλεῦ, περὶ μὲν κρατέεις, περὶ δ᾿ αἴσυλα ῥέζεις
ἀνδρῶν· αἰεὶ γάρ τοι ἀμύνουσιν θεοὶ αὐτοί.
Εἴ τοι Τρῶας ἔδωκε Κρόνου παῖς πάντας ὀλέσσαι,
ἐξ ἐμέθεν γ᾿ ἐλάσας πεδίον κάτα μέρμερα ῥέζε·
πλήθει γὰρ δή μοι νεκύων ἐρατεινὰ ῥέεθρα,
οὐδέ τί πῃ δύναμαι προχέειν ῥόον εἰς ἅλα δῖαν
στεινόμενος νεκύεσσι, σὺ δὲ κτείνεις ἀϊδήλως.
Ἀλλ᾿ ἄγε δὴ καὶ ἔασον· ἄγη μ᾿ ἔχει ὄρχαμε λαῶν.».»

Ἔπειτ᾿ ὁ (Ἀχιλλεὺς) ἔβη λοιπὸν νὰ ὑπάγῃ πρὸς τοὺς ἁρματομάχους Παίονας, οἵτινες δηλαδὴ ἀκόμη εἰς τὸν δινήεντα (πολυδίνην) ποταμὸν εἶχον καταφύγῃ, καθὼς εἶδον τὸν ἄριστον (Ἀστεροπαῖον) ἐντὸς τῆς κρατερῆς συμπλοκῆς ἀπὸ τὰς χεῖρας καὶ τὸ ξίφος τοῦ Πηλεΐδου (Ἀχιλλέως) κρατερῶς δαμασθέντα.
Ἐκεῖ ἐφόνευσε καὶ τὸν Θερσίλοχον καὶ τὸν Μύδωνα καὶ τὸν Ἀστύπυλον καὶ τὸν Μνήσον καὶ τὸν Θράσιον καὶ τὸν Αἴνιον καὶ τὸν Ὀφελέστην· τότε βεβαίως καὶ περισσοτέρους Παίονας θ᾿ ἀπέκτεινεν ὁ ταχὺς Ἀχιλλεύς, ἀλλ᾿ ὀργισθεὶς πρός (ἐκεῖνον) ἔλεγεν ὁ βαθυδίνης ποταμός (Σκάμανδρος), μὲ ἄνδρα ἐμφανισάμενος, καὶ ἐκ τῆς βαθείας δίνης ὡμίλησεν·

«Ὦ Ἀχιλλεῦ, βεβαίως ἐπικρατεῖς, ἀλλ᾿ ἀνόσια πράττεις περὶ
τῶν ἀνδρῶν· διότι πάντοτε οἱ ἴδιοι θεοὶ σὲ ὑπερασπίζονται.
Ἐὰν ὁ παῖς (ὁ υἱὸς) τοῦ Κρόνου σοῦ ἔδωκε πάντας τοὺς Τρῶας ν᾿ ἀπολέσσῃς,
ἔξω ἀπ᾿ ἐμὲ μάλιστα κατὰ τὸ πεδίον διώξας (αὐτοὺς) πρᾶττε δύσκολα (ἔργα)·
διότι ἤδη μὲ πλῆθος νεκρῶν τὰ ἐρατεινά μου ῥεῖθρα (ἐκορέσθησαν),
καὶ οὐδόλως δύναμαι πως νὰ προχέω τὴν ῥοὴν εἰς τὴν θεϊκήν (θάλασσαν)
στενευόμενος ἀπὸ τοὺς νεκρούς, σὺ ὅμως φονεύεις ὀλεθρίως.
Ἀλλ᾿ ἄε λοιπὸν καὶ φύγε· ἡ ἔκπληξις μὲ κατέχει, ἀρχηγὲ τῶν στρατῶν.»

Οἱ ἀπόγονοι λοιπὸν ἐκείνων τῶν Παιόνων ἐμάχοντο παρὰ τῶν προδρόμων τῆς βασιλικῆς ἴλης τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, καταδρομέων Ἀγριάνων, καὶ οἱ ὁποῖοι πάντα προμαχοῦντες διεκρίνοντο ὡς οἱ πλέον γενναῖοι τῆς τότε ἐποχῆς, ὅπως κατὰ τὴν μάχην τῆς Ἰσσοῦ τῷ 333 π.Χ. Ἀρχηγὸς τῶν γενναίων Παιόνων ἦτο ὁ Ἀρίστων ὁ ὁποῖος ἐπροηγεῖτο αὐτῶν, ἦτο δηλαδὴ πρόδρομος.

Ἀρριανός. Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις. Β’ 9, 2. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, ἔτος 1.986
«….. Προέταξε δὲ τῶν μὲν ἱππέων κατὰ τὸ δεξιὸν τοὺς προδρόμους, ὧν ἡγεῖτο
Πρωτόμαχος, καὶ τοὺς Παίονας, ὧν ἡγεῖτο Ἀρίστων, τῶν δὲ πεζῶν τοὺς τοξότας,
ὧν ἦρχεν Ἀντίοχος· ……………………………………………………………………………….. »
….Προέταξε δὲ ἐκ τῶν μὲν ἱππέων κατὰ τὸ δεξιὸν τοὺς προδρόμους, αὐτῶν
ἡγεῖτο ὁ Πρωτόμαχος, καὶ τοὺς Παίονας, αὐτῶν ἡγεῖτο ὁ Ἀρίστων, ἐκ δὲ τῶν
πεζῶν τοὺς τοξότας, αὐτῶν ἦρχε ὁ Ἀντίοχος·…………………………………………..
Εἰς τὴν μάχην τῶν Γαυγαμήλων τῷ 331 π.Χ. προετάχθησαν τῶν Ἀγριάνων
καὶ τοξοτῶν οἱ πρόδρομοι ἱππεῖς Παίονες καὶ ἡγοῦντο οἱ Ἀρέτης καὶ Ἀρίστων.
Ἀρριανός. Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις. Γ’ 12, 2. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, ἔτος 1.986
«………… Κατὰ μὲν τὸ δεξιὸν κέρας ἐχόμενοι τῆς βασιλικῆς ἴλης τῶν Ἀγριάνων
ἐτάχθησαν οἱ ἡμίσεες, ὧν ἡγεῖτο Ἄτταλος, καὶ μετὰ τούτων οἱ Μακεδόνες οἱ
τοξόται, ὧν Βρίσων ἦρχεν, …………………… προετάχθησαν δὲ τῶν Ἀγριάνων καὶ τῶν
τοξοτῶν οἵ τε πρόδρομοι ἱππεῖς καὶ οἱ Παίονες, ὧν Ἀρέτης καὶ Ἀρίστων ἡγοῦντο.
Ξυμπάντων δὲ προτεταγμένοι ἦσαν οἱ μισθοφόροι ἱππεῖς, ὧν Μενίδας ἦρχε.
τῆς δὲ βασιλικῆς ἴλης καὶ τῶν ἄλλων ἑταίρων προτεταγμένοι ἦσαν τῶν τε
Ἀγριάνων καὶ τῶν τοξοτῶν οἱ ἡμίσεες, καὶ οἱ Βαλάκρου ἀκοντισταί· οὗτοι κατὰ
τὰ ἅρματα τὰ δρεπανηφόρα ἐτετάχατο. …………………………………………………… »
…Κατὰ μὲν τὸ δεξιὸν κέρας ὑπερασπιζόμενοι τῆς βασιλικῆς ἴλης ἐτάχθησαν
οἱ ἡμίσεις τῶν Ἀγριάνων, αὐτῶν ἡγεῖτο ὁ Ἄτταλος καὶ μετὰ τούτων Μακεδόνες
τοξόται, αὐτῶν ἦρχεν ὁ Βρίσων, …… ὅμως προετάχθησαν καὶ τῶν Ἀγριάνων καὶ
τῶν τοξοτῶν καὶ κεῖνοι οἱ πρόδρομοι ἱππεῖς καὶ οἱ Παίονες, τῶν ὁποίων ἡγοῦντο ὁ Ἀρέτης καὶ ὁ Ἀρίστων.
Συμπάντων ὅμως προτεταγμένοι ἦσαν οἱ μισθοφόροι ἱππεῖς, αὐτῶν ἦρχεν ὁ
Μενίδας. Τῆς δὲ βασιλικῆς ἴλης καὶ τῶν ἄλλων ἑταίρων προτεταγμένοι ἦσαν καὶ
τῶν Ἀγριάνων καὶ τῶν τοξοτῶν οἱ ἡμίσεις, καὶ οἱ ἀκοντισταὶ τοῦ Βαλάκρου· οὗτοι
κατὰ μῆκος τῶν δρεπανηφόρων ἁρμάτων εἶχον τοποθετηθεῖ……………………………

Ἀριστοτέλης Ἀπ. Ντοβόρης Ε.Τ.Ε.Π. ἠλεκτρονικὸς Τ.Ε.Ι. Πειραιῶς.
Συγγραφεὺς – ὁμηριστής.
Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ 8 151 21 Πεύκη Ἀττικῆς.
Τηλέφωνα: 2108020874,

Y. Γ. Τὸ ὄνομα « Γαιολύμπια » – « Gaiolympia » κατετέθη ἐξ ἐμοῦ εἰς τὸ Γενικὸν πρωτόκολλον τοῦ ῾Yπουργείου ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος μὲ ἀριθμὸν κατατάξεως 275 εἰς τὰς 19 – 11 – 2015. Ἐπίσης τὸ ὄνομα « Γαιολύμπια» ἐγνωστοποιήθη μὲ email εἰς τὸν ἐξοχώτατον κ. πρέσβυν τῆς ἐν Ἀθήναις Πρεσβείας τῆς F.Y.R.O.M.

 

(Visited 329 times, 1 visits today)




Leave a Reply