Ἐὰν εἶσαι (πραγματική) γυναῖκα δὲν χρειάζεσαι …ἀναγνωρίσεις!!!

Στὴν Φύσιν, ἀπὸ τὰ ζῷα ἔως τὰ φυτὰ δὲν χρειάζονται ἀποδείξεις γιὰ νὰ παίξῃ τὸ κάθε ὄν τὸν ῥόλο του.
Συγκεκριμένα πράγματα, συγκεκριμένοι ῥόλοι, σὲ συγκεκριμένον πλανήτη…
Αὐτὰ ὅλα τὰ …εὐφάνταστα τὰ χρειαζόμεθα ἐμεῖς, οἱ …φερόμενοι ὡς ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ἀποδείξουμε …κάτι, κάπου, κάπως.
…τὴν ἴδιαν ὥρα ποὺ θησαυρίζουν, εἰς βάρος, ἐπιτήδειοι. Συνέχεια

Φύσει ἀριστερὸς κατὰ τὸ φύσει …βλάξ!!!

Ἤ φύσει κοντός… Ἤ φύσει λεπτός…

Αὐτὴν τὴν κουβέντα, τὸ «ἐμεῖς εἴμαστε φύσει ἀριστεροί», πρὸ ἐτῶν, μοῦ τὴν εἶπε δασκαλάκος κουκουρούκου.
Ὅταν προσεπάθησα, πνίγοντας τὴν ὀργή μου μὰ καὶ τὸ γέλιο μου, νὰ τοῦ ἐξηγήσω πὼς τὸ «φύσει» σημαίνει κάτι τελείως διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εὐαγγελίζετο, μὲ ἕνα ἠλίθιο χαμόγελο, γιὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν βλακώδη (μά, κυρίως, ἀνήθικο) ἀγραμματοσύνη του (ἂν καὶ δάσκαλος, κατὰ πῶς ἐδήλωνε), κατάλαβα πὼς δὲν μᾶς φταίει κάτι ἄλλο γιὰ τὰ δεινά μας, παρὰ μόνον ἡ ἀτομική μας παραίτησις ἀπὸ τὸ αὐτονόητον: τὴν αὐτογνωσία καὶ τὴν τὴν αὐτό-πεπαίδευσιν. Ὅσο περισσότερο «κλωσσᾶμε» τὸ (κατὰ τὰ δικά μας μυαλὰ) «φύσει» τὸ μόνον ποὺ ἐπιτυγχάνουμε εἶναι νὰ προσπασθοῦμε, ἐναγωνίως, νὰ ἀποκρύψουμε τὸ φύσει βλακῶδες μας καὶ τὸ φύσει ὀλίγιστόν μας καὶ τὸ φύσει ἀνεπαρκές μας. Συνέχεια

Ὁ …Ξυνούλης!!!

Ἀνάμεσα σὲ δύο δρόμους διαλέγει τὸν χειρότερο καὶ ἔχει ἔνα ἐκπληκτικὸ ταλέντο νὰ μὴν χάνει ἀναποδιά.
Φεύγει γιὰ διακοπὲς καὶ δεν ὑπάρχει περίπτωση νὰ μὴν πέσει θῦμα κλοπῆς ἢ κάποιας τοπικῆς ἰώσεως.
Κάθε γιορτὴ καὶ σχόλη τὸν βρίσκει πικρόχολο, λὲς καὶ τὸ καλὸ τὸν προσβάλει προσωπικά. Βάζει ὅλη του τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν τέχνη γιὰ νὰ ἀποτύχει σὲ ὅτι κάνει καὶ φτιάχνει τὴν δυστυχία τοῦ μὲ τέτοια ἐμμονὴ καὶ μὲ τέτοια ἐπιτυχία, ποὺ προκαλεῖ θαυμασμό. Συνέχεια

Θά ἀλλάξουμε χώρα ἤ θά ἀλλάξουμε τήν χώρα;

Τὶς προηγούμενες ἡμέρες, συζητῶντας μὲ πολλοὺς καὶ διαφορετικοὺς φίλους, τὸ ἐρώτημα τοῦ τίτλου, καταλήγαμε, ἅπαντες, σὲ ἕνα καὶ μόνον συμπέρασμα: δὲν μποροῦμε νὰ ἀλλάξουμε χώρα, διότι αὐτὸς ἐδῶ εἶναι ὁ τόπος μας καί, κατ’ ἐπέκτασιν, ὅπου κι ἐὰν εὑρεθοῦμε, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ τὸν κουβαλᾶμε διαρκῶς μέσα μας, θὰ πονᾶμε σαφῶς πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀπουσία μας παρὰ ἀπὸ τὴν ὑπομένουσα δυσβάστακτο παραμονή μας, ὑπὸ τὶς ὑπάρχουσες συνθῆκες. Κι ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ πόνος ποὺ μᾶς πνίγει εἶναι τόσο βαθύς, ποὺ ἐξ Ἀνάγκης ἀρχίζουμε ὅλοι μας νὰ σκεπτόμεθα, δειλά-δειλά, πὼς ἔφθασε ἡ στιγμὴ νὰ ἀλλάξουμε τὴν ἰδίαν τὴν χώρα, ἐκ βάθρων καὶ διὰ παντός.

Μά πῶς ὅμως ἀλλάζει μία χώρα; Καί, ἐπὶ τῆς οὐσίας, πῶς ἀπαλλασσόμεθα ἀπό τούς γνωστούς ὡς βενιζελικούς ἀπογόνους σήμερα, πού ἁπλῶς εἶναι οἱ ἴδιοι προαιώνιοι δυνάστες μας μέ ἄλλα ὀνοματάκια;

Συνέχεια

Μόνοι μας σπᾶμε τὰ δεσμά μας…

Ἡ αἴσθησις τῆς ἐλευθερίας ξεκινᾶ πρῶτα ἀπὸ μέσα μας γιὰ νὰ φθάσουμε κάποιαν στιγμὴ σὲ ἐκεῖνον τὸ ἀναγκαῖον ἐπίπεδον ποὺ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα αἰσθανόμεθα θὰ ἔχουν γίνη  πραγματικότης.
Εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀνάποδον ἀπὸ αὐτὸ ποὺ μάθαμε. Συνέχεια

Βάζουμε τὰ χεράκια μας καὶ βγάζουμε τὰ ματάκια μας…

Φωνάζουμε γιὰ τὴν Μακεδονία. Φοβούμεθα γιὰ τὴν τύχη τῆς Θρᾴκης καὶ τῆς Ἠπείρου. Τρέμουμε γιὰ τὸ ἐὰν μποροῦμε, ὡς χώρα, στρατιωτικῶς, νὰ ὑπερασπισθοῦμε τὶς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Κρίνουμε δῆλα δὴ τὰ πάντα βάσει μίας κοινῶς ὁμολογουμένης διαπιστώσεως, ποὺ ἀναγνωρίζει καὶ ἀποδέχεται τὸν ξεπεσμό μας, ἀλλὰ οὐδέποτε ἀναζητοῦμε τὰ αἴτια αὐτῆς τῆς κατάντιας καί, ἐννοεῖται, οὐδέποτε κυττᾶμε μέσα στοὺς καθρέπτες μας καθὼς φυσικὰ καὶ τὶς δικές μας …καμποῦρες!!!

Συνέχεια