Ὅταν ὁ Εὑρυβιάδης εἰρωνεύθηκε τὸν Θεμιστοκλῆ πὼς εἶχε χάση τὴν Πατρίδα του, ἐφ΄ ὅσον ὁ Ξέρξης εἶχε καταλάβη τὴν Ἀθῆνα, ὁ Θεμιστοκλῆς ἔδειξε τὰ κατάμεστα, ἀπὸ Ἀθηναίους πλοῖα, καὶ ἐδήλωσε πὼς αὐτοὶ εἶναι ἡ Πατρίς του.
Κι ἀπὸ τὴν ἄλλην…
Ὅταν δὲν ἔχῃς γῆ, νὰ ἀκουμπᾷς ἐπάνω της, νὰ τὴν πονᾷς, νὰ τὴν καλλιεργῇς, νὰ τὴν ποτίζῃς μὲ τὸν ἱδρώτα σου, τότε ποιά Πατρίδα νά ἀγαπήσῃς;
Γιά ποιόν τόπο νά παλέψῃς; Συνέχεια




