Ἡ διεθνὴς οἰκονομικὴ μαφία καὶ ὁ παγκόσμιος πλοῦτος.

Ἡ διεθνὴς οἰκονομικὴ μαφία ἔχει συγκεντρώσει στὴν κατοχὴ της τὸ πενῆντα τοῖς ἑκατὸ τοῦ παγκοσμίου πλούτου καὶ τὸ ἄλλο 50% τὸ κατέχουν οἱ ὑπόλοιποι 7.000.000.000 ἄνθρωποι.
Συνέχεια →

Καί ποιός μᾶς εἶπε πώς ἐξεῤῥιζωθήκαμε;

Ξεῤῥιζώνονται τά βουνά;
Ξεπατώνονται οἱ ῥίζες;
Ἐξαφανίζονται οἱ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ἀκρῖτες;

Ὄχι…
Δὲν ξεῤῥιζώνονται.
Δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσῃ ἡ ζωὴ δίχως νὰ διατηρῇ μέσα της τὰ αἴτιά της.
Δὲν γίνεται νὰ συνεχίσῃ ἡ ζωὴ στὸν πλανήτη δίχως νὰ …γνωρίζῃ ὁ πλανήτης τὸν στόχο του.
Ἔτσι καὶ οἱ Ἄνθρωποι…
Ἔτσι καὶ οἱ Ἕλληνες…
Ἔτσι καὶ οἱ Τραντέλληνες… Συνέχεια →

Ὑπάρχει μεγαλυτέρα ξεφτίλα ἀπό τήν κομματική ἐκμετάλλευσιν τῆς ἀνθρωπίνου δυστυχίας;

Μὲ ἰδιαιτέρα λύπη μαθαίνω ὅτι ἀνηγέρθη μνημεῖο πρὸς τιμὴν τοῦ ἀδικοχαμένου Π.Φύσσα, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ παραβλέπονται τὰ δολοφονημένα παιδιὰ τῆς Χρυσῆς Αὐγῆς, ποὺ ἐξετελέσθησαν ἐν ψυχρῷ λίγο καιρὸ ἀργότερα…
Λὲς καὶ αὐτὰ ἤσαν παιδιὰ ἐνὸς ἅλλου κατώτερου θεοῦ…
Λὲς καὶ ὁ Φύσσας ἤταν περισσότερο ἀθῷος καὶ αὐτὰ περισσότερο ἔνοχα…
Τόσο ἔνοχα, ποὺ μάλιστα τοὺς ἄξιζε νὰ δολοφονηθοῦν σὰν ἐπικίνδυνα ζῷα, ἀπὸ ἔνα ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα κρυφῶν καὶ δειλῶν δημίων, ποὺ αὐτὴ τὴν φορὰ δὲν εἴχαν κἂν τὸν ἀνδρισμὸ νὰ δηλώσουν τὸ ποιοὶ ἦσαν. Συνέχεια →

Ἡ θέσις τῶν πνευμάτων καὶ τῶν τόνων.

Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευσις τῶν κειμένων τοῦ κυρίου Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆ δίχως ἀναφορὰ τῆς πηγῆς, τοῦ ὀνόματός του καὶ τοῦ ἐπαγγέλματός του ὡς ἔχει!!!
Παρακαλῶ πολὺ σεβασθῆτε το…
Εὐχαριστῶ. Συνέχεια →

Κάποιες φορὲς καὶ ἡ …ἀσκήμια χρήσιμη εἶναι!!!

Γιὰ νὰ μὴ πῷ τὶς περισσότερες…
Χρησιμεύει σὰν …μοχλὸς ἀνακινήσεώς μας καὶ ἀφυπνίσεώς μας..
Διότι, κακὰ τὰ ψέμματα… Συνέχεια →

Μία δύναμις πέρα ἀπὸ τὶς ἄλλες …δυνάμεις!!!

Ἀκόμη καὶ μέσα στὰ σκοτάδια τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀμφιβολίας ὑπάρχει πάντα μιὰ δύναμις μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν δική μας, ποὺ μᾶς διαπερνᾶ, μᾶς ἐνώνει μὲ τοὺς γαλαξίες καὶ μᾶς σπρώχνει πέρα ἀπὸ τὸν φόβο.
Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμις τῆς σφοδρῆς ἐπιθυμίας, ποὺ συνδέει τὰ ταλέντα μας, τὰ προσωπικά μας χαρίσματα καί τὶς δυνατότητές μας, μὲ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὰ ὄνειρά μας. Συνέχεια →