Μία εἰκόνα ποὺ σὲ κάποιων τὰ μάτια μοιάζει μὲ διαμερτυρία…
Στὰ δικά μου τὰ μάτια ὅμως μοιάζει μὲ ἀνάγκη…
Αὐτό, ποὺ ἐμεῖς ἀποκαλοῦμε πολιτισμό, δὲν εἶναι πολιτισμός… Εἶναι καταστροφή. Εἶναι τὸ τέρας ποὺ κατασπαράζει κάθε εἴδους ζωῆς καὶ τὸ ἀπολαμβάνει… Συνέχεια
Ἀρχεῖα κατηγορίας: παιδεύομαι καί ἐκπαιδεύομαι
Τί εἶναι μία χαμένη εὐκαιρία;
Τὶ εἶναι μιά χαμένη εὐκαιρία;
Μιὰ λέξη ποὺ δὲν προφέρθηκε ποτέ…
Ἕνα χέρι ποὺ δὲν ἀπλώθηκε…
Μία χειρονομία ποὺ πῆγε νὰ γίνει ἀλλὰ τελικὰ δὲν ὁλοκληρώθηκε…
Τόσες στιγμὲς ποὺ ἀπὸ φόβο ἢ δειλία δὲν μεταστρέφουμε τὴν Μοίρα μας… Συνέχεια
Ἀνακάλυψε τὸν προδότη!!!
Ποιόν προδότη;
Χμμμ…
Ὑπάρχει ἄρα γέ προδότης; Καί τί θά μποροῦσε νά προδώσῃ;
Ἐμέναν; Ἐσέναν; Τήν Πατρίδα;
Ποιός θά μποροῦσε νά εἶναι σήμερα ἕνας προδότης;
Καί γιατί θά προδώση;
Ἀπορίες…
Ἐρωτήματα ποὺ μὲ ἀπασχολοῦν ἐδῶ καὶ χρόνια καὶ ποὺ ἀφοροῦν κυρίως στὴν δική μου θέσιν ἔναντι τῆς σημερινῆς μας πραγματικότητος.
Ὑπάρχουν πολλὰ ζητήματα γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσα τώρα πιὰ νὰ θεωρήσω κάποιον προδότη, ἀλλὰ δὲν τολμῶ νὰ τὸ κάνω, διότι ὑπάρχουν ἤδη τόσες πολλὲς ὀπτικές, γιὰ τὸ τὶ σημαίνει Πατρίδα, ποὺ τελικῶς θὰ ἐμπλακῶ σὲ μίαν ἄνευ τέλους ἀναζήτησιν.
Κι ὅμως… Κάπου ἐδῶ γύρω, μέσα μου, μέσα σου, μέσα του ἐμφωλεύει ἕνας προδότης…
Ἕνας προδότης ἰκανὸς κι ἄξιος νὰ τινάξῃ τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὰ λιγοστὰ ποὺ ἀπέμειναν… στὸν ἀέρα!!! Συνέχεια
Νόησις ἤ συναίσθημα;
Πολλὲς φορὲς στὴν ζωή μου ἔχω πέσει θῦμα τῶν συναισθημάτων μου.
Αὐτὸ τὸ ἀντιλαμβάνομαι φυσικὰ …κατόπιν ἑορτῆς. Ὅταν δῆλα δή, μετὰ ἀπὸ κάποιο χρόνο, ἐπανατοποθετῶντας τὰ γεγονότα στὴν σειρά, πασχίζοντας νὰ διατηρήσω ἔξω ἀπὸ τὸ βλέμμα τῆς παρατηρήσεως τὸ ὅποιο μου συναίσθημα, ἀξιολογῶ ἐκ νέου τὰ ὅποια μου συμπεράσματα καὶ τὶς ἀποφάσεις μου, ἀλλὰ ὑπὸ τὸ πρίσμα πλέον τῆς λογικῆς.
Αὐτὸ φυσικὰ εἶναι πάντα ἀρκετὰ δύσκολο, ἰδίως ἐὰν τὰ ὅποια γεγονότα σχετίζονται μὲ πρόσωπα ποὺ μὲ δένουν κάποιες σχέσεις μαζύ τους. Συνέχεια
Στὸν παλαιὸ κινηματογράφο…
Θρησκευτικὸς πόλεμος.
Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς πρoσφάτης συνεντεύξεως τοῦ Alain de Benoist στὸ περιοδικὸ American Renaissance, καὶ τῶν ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέροντων θεμάτων ποὺ θίγει, θὰ ἤθελα νὰ σταθῶ καὶ νὰ σχολιάσω ἕνα θεμελιῶδες θρησκευτικὸ ζήτημα:
Ἡ ἄνοδος τοῦ παλαιοτέρου καπιταλισμοῦ (δηλαδὴ 17ος καὶ 18ος αἰ.) πέραν τοῦ ὅτι ‘καθόταν’ πάνω στὶς παλαιότερες ἀξίες τῆς ἐμπορικῆς κάστας καὶ γι’ αὐτὸ εἶχε μία κάπως ὁμαλότερη πορεία στὴν ἀρχή (μέχρι νὰ ἀποκοπῇ πλήρως ἀπὸ αὐτές), εἶχε ἕνα ἐντελῶς διαφορετικὸ χαρακτηριστικό: τὴν θρησκευτικὴ ὁπτικὴ τοῦ προτεσταντικοῦ Καλβινισμοῦ καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὸ τὶ χαρακτηρίζει τὸν «ἐκλεκτό» τῆς δικῆς τους περὶ Θεοῦ εἰκόνος. Μὲ ἀπλὰ λόγια οἱ Καλβινιστὲς πιστεύουν ὅτι σημάδι καὶ ἀνταμοιβὴ τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ τους εἶναι ὁ πλουτισμός. Αὐτὸ μόνον. Ἐὰν ἔχῃς βγάλει χρήματα, πολλὰ χρήματα, αὐτὸ εἶναι σημάδι ὅτι ἔχεις τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι αὐτὸς σὲ ἀποδέχεται. Μὲ ἀπλὰ λόγια τὸ ἀνώτατο ἰδανικὸ τῆς “ἀρετῆς” δὲν ἀξιολογεῖται παρὰ μὲ αὐτὸ καὶ μόνον τὸ κριτήριο. Συνέχεια
