Κάθε ἡμέρα καὶ μία εὐκαιρία…

Ἡ κάθε ἡμέρα εἶναι μία νέα εὐκαιρία γιὰ νὰ ξαναπιάσουμε τὴν ζωή μας ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Νὰ μπορέσουμε νὰ δοῦμε μὲ νέα ματιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἐπέρασαν ἀλλὰ ἰδίως αὐτὰ ποὺ ἔρχονται…
Ἡ κάθε μας ἡμέρα πρέπει νὰ εἶναι μία νέα ἀρχή.
Μία ἄλλη γεύσις.
Μία ἀκόμη προσπάθεια γιὰ νὰ ἀνεβοῦμε ὑψηλότερα…
Συνέχεια →

Ἡ μικρὴ κόκκινη κλώσσα.

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μικρή κόκκινη κλώσα, που σκάλιζε το χώμα στη φάρμα που ζούσε, μέχρι που ανακάλυψε μερικούς σπόρους σιταριού. Φώναξε τότε τους γείτονές της και τους είπε:

– Αν φυτέψουμε αυτούς τους σπόρους, θα μπορέσουμε να έχουμε ψωμί να φάμε. Ποιος θα με βοηθήσει στο όργωμα και στο φύτεμα; Ρώτησε η μικρή κόκκινη κλώσα.

– Όχι εγώ, είπε η αγελάδα, τέλειωσε το ωράριο μου.
– Όχι εγώ, είπε η πάπια, σήμερα έχω ημιαργία.
– Όχι εγώ, είπε το γουρούνι, έχω πάρει άδεια αιμοδοσίας.
– Όχι εγώ, είπε η χήνα, ψάχνω για δουλειά.

Συνέχεια →

Τοὐλάχιστον τρέχα μὲ τὸ μυαλό.

Τελικῶς τρέχουμε, τρέχουμε, τρέχουμε…
Μὰ οὐσιαστικῶς οὔτε ξέρουμε ποὺ πηγαίνουμε καὶ φυσικὰ οὐδέποτε φθάνουμε κάπου.
Τρέχουμε γιὰ νὰ τρέχουμε…
Διαβιοῦμε γιὰ νὰ διαβιοῦμε…
Ὑπάρχουμε γιὰ νὰ ὑπάρχουμε…

Συνέχεια →

Ὁ διαβάτης, τὸ ἄλογο κι ὁ σκύλος.

Κάποτε, ένας άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε έναν δρόμο και καθώς περνούσαν κάτω από ένα τεράστιο δέντρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε και τους τρεις στάχτη. Όμως, ο άνδρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο, και συνέχισε την πορεία του με τα δυο του ζώα!

Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός κι αυτοί ίδρωναν και διψούσαν. Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μία πανέμορφη μαρμάρινη πύλη που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι. Ο διαβάτης κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο και είχε μαζί του τον εξής διάλογο:

– Καλημέρα.

Συνέχεια →

Ψᾶξε τὴν ζωὴ ποὺ χάνεις…

Ψᾶξε…
Ὁ καιρὸς κυλᾶ…
Τρέχει… Φεύγει… Καὶ μαζύ του κι ἐσύ…
Θυμήσου τὸ γιατὶ εἶσαι ἐδῶ… Θυμήσου… Εἶναι πλέον ἀνάγκη…
Ῥῶτα τὸν ἑαυτόν σου… Κύττα τον βαθειὰ μέσα στὰ μάτια καὶ ῥῶτα τον… Ξέρει…

Συνέχεια →

Τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἐγώ.


Δύο μωρά είναι μέσα στη μήτρα της μάνας τους και συζητούν μεταξύ τους.
Για να τα ξεχωρίζουμε ας ονομάσουμε αυτά τα δίδυμα
Εγώ και Πνεύμα.
το Πνεύμα λέει στο Εγώ:
“Ξέρω ότι θα σου είναι αρκετά δύσκολο να το παραδεχθείς, αλλά ειλικρινά πιστεύω πως υπάρχει ζωή μετά τη γέννηση.”
Το Εγώ απαντάει:
“Mην είσαι ανόητο. Κοίταξε γύρω σου! Αυτά που βλέπεις είναι τα μόνα που υπάρχουν. Γιατί πρέπει πάντοτε να σκέφτεσαι κάτι πέρα από αυτή την πραγματικότητα;
Αποδέξου τη μοίρα σου στη ζωή. Ηρέμησε και ξέχνα όλες αυτές τις ανοησίες για ζωή μετά τη γέννηση..”
Συνέχεια →