Τὸ παρακάτω ἄρθρον μὲ εὑρίσκει σύμφωνη. Ναί, ἔτσι ἐξεκίνησε. Ὄχι, δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδώσουμε στὴν προδοσία τῆς Κύπρου τὰ μύρια κακὰ τῆς Μοίρας μας. Ἀλλὰ δὲν γίνεται νὰ μὴν ἀναγνωρίσουμε τὴν κατρακύλα ποὺ πορευόμαστε στὸν τραγικὸ Ἰούλιο τοῦ 1974.
Γιὰ πόσο ἀκόμη; Γιὰ ὅσο χρειασθεῖ. Ἡ τραγωδία τῆς Κύπρου ἦταν ἠ «πύλη» ποὺ ἀνοίξαμε γιὰ νὰ περάσουμε στὴν ἄλλην ὄχθη. Καὶ τώρα θὰ Συνέχεια




«Όταν οι μαύρες θύελλες σηκώνουν μαυρισμένα κύματα, οι άνθρωποι στέκουν όρθιοι στην πλώρη και προσεύχονται στα θεϊκά παιδιά του Δία και σφάζουν άσπρα αρνιά. Τότε αμέσως γαληνεύουν τα κύματα της αφρισμένης θάλασσας και ο διάπλους γίνεται εύκολος και ακίνδυνος».