Ἐμεῖς τί κάνουμε;

Ἡ Ἑλλὰς ποὺ φεύγει

Βρίσκομαι στὴν ἀνάγκη νὰ ἀρχίσω μιλώντας γιὰ τὸν ἑαυτό μου: Μεγάλωσα σὲ ἕνα κομμάτι τῆς Ἑλλάδος, στὸ ὁποῖο ὁ ἀπόηχος τῶν γεγονότων τοῦ 1821 παρέμενε ἰσχυρὸς καὶ ἐπεσκίαζε ὁποιανδήποτε ἄλλη ἱστορικὴ ἀνάμνηση. Μιλώ, βέβαια, ὄχι μόνο γιὰ τὴν Ἀττικὴ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς ἀνατολικὲς ἀκτὲς τοῦ Μοριᾶ μας καὶ -κυρίως- γιὰ αὐτὰ τὰ μοναδικά, ὑπέροχα στὴν παράδοξη καὶ κάποτε ἄγρια ὀμορφιά τους, μικρόνησα τοῦ Ἀργοσαρωνικοῦ.  Ἐκεῖ λοιπόν, μέχρι καὶ τὰ μέσα τοῦ Κ΄ αἰώνα ἐπικρατοῦσαν τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων ποὺ σφυρηλάτησαν τὴν ναυτικὴ παράδοση τῆς Νεωτέρας καὶ Συγχρόνου Ἑλλάδος. Στὸ σπίτι, πράγματι, ὅπου περνοῦσα τὰ καλοκαίρια ἤταν χαραγμένη ἡ χρονολογία ἀνεγέρσεώς του: 1829. «Γιατί τὸ 1829;» ῥωτοῦσα μικρὸς ἐγώ. «Ἐπειδὴ τότε ἐλευθερώθηκε ὁ τόπος μας καὶ οἱ πρόγονοί μας μπόρεσαν νὰ κατεβοῦν ἀπὸ τὸ βουνὸ  κοντὰ στὴν θάλασσα», ἔπεφτε τσεκουράτη ἡ ἀπάντησις. Καὶ ἀκολουθοῦσε ἀκόμη πιὸ κοφτὴ ἡ σύστασις: «Χώνεψέ το αὐτὸ καὶ μὴ ξαναρωτᾶς!»

Ἐξυπακούεται πὼς γρήγορα τὸ χώνεψα καὶ αὐτὸ μὰ καὶ καὶ ὅλα τὰ συνακόλουθα ἐκείνου τοῦ ἀλησμονήτου «1829». Ποιὰ συνακόλουθα; Τὸ ὅτι τὸ συλλογικὸ συμφέρον π.χ. εἶναι ἐπάνω ἀπὸ τὸ ἀτομικό∙ τὸ ὅτι «ἡ τιμὴ τιμὴ δὲν ἔχει»∙ τὸ ὅτι ἡ συμπαράστασις σὲ ὁποιοδήποτε μέλος τῆς  τοπικῆς κοινότητος εἶχε τὴν ἀνάγκη της ἤταν κάτι σαφῶς αὐτονόητο, ἐνῶ ἀποτελοῦσε προσβολὴ ἡ ὁποιαδήποτε ὑπόμνησίς της∙ τὸ ὅτι δὲν ἤταν ὄχι ἁπλῶς ἐπιτρεπτὸ μὰ οὔτε κἂν νοητὸ νὰ ἀπασχολῇ κάποιος  τὴν –τοπικὴ- κοινότητα μὲ ἀνοησίες τοῦ τύπου : «ἔχω ἀγωνία», «ἔχω ἴωση», «εἶμαι κρυωμένος καὶ δὲν μπορῶ», «δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ περπατήσω, ἐπειδή…» ἢ τὸ πολὺ βαρύτερο : «δὲν μπορῶ νὰ κολυμπώ». (Οὐδεὶς τολμοῦσε νὰ πῇ «δὲν ξέρω κολύμπι», διότι ἡ χρήσις τοῦ Ῥήματος «ξέρω» σὲ αὐτὴν εἰδικῶς τὴν περίπτωση ἐπέφερε κοινωνικὸ ἐξοστρακισμό.) Καὶ ἔτσι ὁποιοσδήποτε δὲν ἤταν ἀνάπηρος ἢ πραγματικὰ ἀνήμπορος, ἀλλὰ εἶχε τὸ θράσος νὰ δηλώσῃ πὼς  δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσῃ δεχόταν κατάμουτρα τὴν προτροπή: «κουνήσου ἐπὶ τέλους, μὴ σὲ φάῃ καμμιὰ γάτα!» Δὲν «μποροῦσε» κάποιος «νὰ κολυμπήσῃ»; Οὐδὲν πρόβλημα! Ὁμάδα συνομηλίκων πού, ὑπὸ τὴν διακριτικὴ ἐπίβλεψη τῶν μεγαλυτέρων,  ἀστραπιαίως σχηματίζετο γύρω του, τὸν περιέσφιγγε ἀσφυκτικῶς καὶ μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες τὸν ἐπέταγε στὴν θάλασσα, ὅπου ὁ ἐν λόγῳ ἀδαὴς μάθαινε ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ νὰ κολυμπᾷ – καὶ μάλιστα μιὰ χαρά. Καὶ ὅσον, τέλος, ἀφορᾶ στὶς ἀνοησίες τοῦ τύπου «ἄχ, δὲν νοιώθω καλά», «αἰσθάνομαι ἀδυναμία», «ἔχω ἕναν πόνο ἐδῶ» ποὺ σήμερα δίδουνε τὸν τόνο στὸν κοινωνικὸ βίο καὶ ἐν πολλοῖς στὸν ἐθνικό, ὑπῆρχε ἡ θαυματουργὸς θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῆς οἰκογενείας τῶν Δαγρὲ ἀπὸ τὴν Δαλαμανάρα τῆς Ἀργολίδος, ποὺ συστηματικῶς ἐφηρμόζετο στὴν εὐρυτέρα ζώνη τοῦ συγκεκριμένου τμήματος τῆς Πελοποννήσου, στὰ παρακείμενα νησιὰ καθὼς καὶ στὰ χωριὰ τῆς Ἀττικῆς: «Πήδα νὰ σοῦ περάσῃ – καὶ [ἄντε] παράτα μας».

Ἦταν  μιὰ κοινωνία τέλεια; Καθόλου!  Ἤταν ὅμως  κοινωνία στὴν ὁποία τὸν τόνο ἔδιδε τὸ ἦθος καί, κατὰ συνέπεια, ἦταν πολὺ καλλιτέρα ἀπὸ τὴν τωρινή. Ὅλοι ἐπὶ παραδείγματι ἐγνώριζαν τὸν θυελλώδη ἰδιωτικὸ βίο τῆς Μπουμπουλίνας καὶ τὶς τοκογλυφικὲς δραστηριότητές της, πού, ἄλλωστε, ἐπέφεραν τελικῶς τὴν θανάτωσή της. Ὅλοι τὰ ἤξεραν καὶ ὅλοι τὰ συζητοῦσαν, ὅποτε παρουσιαζόταν εὐκαιρία προφορικῆς ἀναδιφήσεως τοῦ παρελθόντος∙ οὐδεὶς ὅμως ἔκανε –χωρὶς σοβαρὴ αἰτία-  δημοσίως λόγο γιὰ αὐτά. Ἡ λογικὴ ἦταν ἁπλῆ, ἁπλουστάτη: Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος τέλειος σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο∙ ὅταν ὅμως ἡ προσφορὰ κάποιου στὸ κοινωνικὸ σύνολο ἐκτείνεται πέρα ἀπὸ τὰ συνήθη ὅρια, τότε –χωρὶς νὰ ξεχνᾶμε- τυλίγουμε, κατὰ κανόνα, μὲ σιωπὴ τὶς ἀδυναμίες του. Ὅλοι ἐπίσης ἤξερα τὶς ἰδιοῤῥυθμίες τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τοῦ Μιαούλη καθὼς καὶ τὴν πεισματικὴ προσήλωσή του στὸ πρόσωπο τοῦ Κουντουριώτου, ποὺ τελικῶς ἐπέφερε καὶ τὸ ἔγκλημα τὸ ὁποῖο ὁ Ναύαρχος διέπραξε στὸ στενὸ τοῦ Πόρου∙ δεδομένου ὅμως ὅτι ἐπίσης παρέμενε ζωντανὸ τὸ θρυλικὸ στιχάκι: Νά’ταν δυὸ σὰν τὸν Μιαούλη/καίγαν τὴν ἀρμάδα οὕλη, οὐδεὶς χωρὶς σοβαρὸ λόγο ἀνεφέρετο δημοσίως σὲ αὐτά. Οὐδεὶς ἐπίσης εἶχε ξεχάση ὅτι, μετὰ τὸ πάρσιμο τῆς Τριπολιτσᾶς, ὁ Γέρος μας τοῦ Μοριᾶ ῥευστοποίησε τὸ μέρος τῶν λαφύρων ποὺ τοῦ ἀναλογοῦσαν και… κατέθεσε τὸ προϊὸν τῆς ρευστοποιήσεως στην… Ἰονικὴ τράπεζα, στὴν Κέρκυρα (ἐὰν  θυμᾶμαι καλῶς), ποὺ τότε εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν «προστασία», δηλαδὴ κυριαρχία τοῦ ἀγγλικοῦ στέμματος. Ἔ, καὶ λοιπόν; Τί ἔγινε; Ἀρκετὰ εἶχε τραβήξη μέχρι τότε ὁ Καπετὰν-Θοδωράκης μας! Ἐὰν ἐστράβωνε ἡ Ἐπανάστασις τοῦ ’21, ὅπως ὅλες οἱ προηγούμενες, τί θὰ γινόταν αὐτὸς καὶ ὅσοι ἀπέμεναν ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του; Καλῶς ἔκανε λοιπόν, δὲν τὸ ξεχνᾶμε, δὲν τὸ ἀρνούμεθα… μὰ δὲν «τὸ κάνουμε καὶ τούμπανο», πρὸ κειμένου νὰ σπιλώσουμε τὸν -ὄντως- ἄνθρωπο ποὺ ἐπὶ δεκαετίες ὑπῆρξε ἱκανὸς νὰ γίνῃ ἡ ἐνσάρκωσις τῆς Ἑλληνικῆς Ἰδέας. Καὶ τὸ -κατὰ τὴν γνώμη μου- κυριώτερο: Οὐδεὶς μισοῦσε πιὰ τοὺς Τούρκους οὔτε ἤθελε νὰ «τοὺς φάῃ ζωντανοὺς» οὔτε διαπλήκτιζετο μὲ τὸν διπλανό του γιὰ τὸ ποιὸς ἀπὸ τοὺς δυό τους –εὐκαιρίας δοθείσης– θὰ μπῆ πρῶτος στὴν Κωνσταντινούπολη. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἐσήμαινε πὼς ὑπέβοσκε καὶ  νοσταλγία  τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας στὸν τόπο μας καὶ συνακολούθως ἐπιθυμία ἀποκαταστάσεώς της. Πρὸς Θεοῦ!

Ὁ Σπύρος καὶ τὸ μήνυμά του

Αὐτὲς ὑπῆρξαν οἱ ἱστορικὲς μορφὲς πού, συνειδητῶς ἢ μή, εἴχανε ἀναχθῆ σὲ πρότυπα ὄχι μόνο δικά μου, βέβαια, μὰ ὁλοκλήρων γενεῶν τῶν ἐκεῖ αὐτοχθόνων. Κυττάξτε ὅμως κάτι πολὺ περίεργο: Τὰ σχετικὰ μὲ τὴν μεταξὺ τῶν ἐν λόγῳ θρυλικῶν προσωπικοτήτων ἐπιβλητικοτέρα δὲν τὰ ἔμαθα τότε, ὅταν ἤμουν παιδὶ δηλαδή, μὰ προσφάτως, πολὺ προσφάτως… Καὶ πῶς; Ἐδῶ εἶναι τὸ κυριολεκτικῶς φοβερό: Τὰ πληροφορήθηκα

Χάρη σὲ ἔργο ἱστορικοῦ… Ἄγγλου, τὸ ὁποῖο ἐδημοσιεύθη στήν… Τουρκία!

αὐτόχρημα ἡρωικῶν διαστάσεων μορφὴ αὐτὴ εἶναι ὁ Σπύρος. (Ἔτσι, κοφτὰ καὶ χωρὶς πολλὰ-πολλά.) Ὁ Σπύρος εἶχε γεννηθῆ στὴν Ὕδρα, μὰ τελικῶς, περιπετειώδης καθὼς ἤταν, κατάφερε νὰ φτθάσῃ στήν… Νότιο Ἀμερική, στὴν Ἀργεντινὴ συγκεκριμένα, καὶ ἐκεῖ νὰ ἐγκατασταθῇ. Μιλᾶμε γιὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος, ἀρκετὰ πρὶν ἀπὸ τὴν Ἐπανάστασή μας τοῦ 1821, καὶ φυσικὰ ὁ Σπύρος μας ἔγινε –τί ἄλλο;- ναυτικός. Τὸ 1812 ὅμως ἄρχισε ἡ κατὰ τῆς ἱσπανικῆς κυριαρχίας ἐξέγερσις τῶν Λατινοαμερικανῶν, ὁπότε ὁ Σπύρος μας μπῆκε κυβερνήτης πολεμικοῦ σκάφους τῶν Ἀργεντινῶν, τὸ ὁποῖο –κυρίως χάριν στὶς ἱκανότητες τοῦ Σπύρου μας- ἐξελίχθη σὲ ναυαρχίδα τοῦ στόλου τῆς Ἀργεντινῆς. Τὸ 1814 ἔγινε ναυμαχία μεταξὺ Ἀργεντινῶν καὶ Ἱσπανῶν. Δεδομένου ὅτι ἀκόμη ἐπικρατοῦσαν τὰ ξύλινα, ἱστιοφόρα πλοῖα, ὡς πρὸς τὴν ναυπήγηση τῶν ὁποίων οἱ Ἱσπανοὶ παρέμεναν ἀριστοτέχνες (κυρίως χάρη στὴν ἀπὸ μέρους τους υἱοθέτηση τῶν ἀρχῶν τῆς ναυπηγικῆς ἐπιστήμης τῶν Ἑλλήνων τοῦ Μεσαίωνος [ἐξ οὗ καὶ κάραβος>carabela]), τὸ πλοῖο τοῦ Σπύρου μας ἐκυκλώθη ἀπὸ ἱσπανικά∙ καὶ συνακολούθως οἱ Ἱσπανοὶ τοῦ ἐζήτησαν νὰ παραδοθῇ. Συμφώνως μὲ τὴν ἐπικρατεστέρα ἐκδοχὴ τῶν γεγονότων, ἡ ἀπάντησις τοῦ Σπύρου ὑπῆρξε ἡ ἐν προκειμένῳ ἑλληνοπρεπεστέρα: «Ἄντε νά… καὶ μὴ μὲ πλησιάζετε, γιατὶ θὰ τιναχθοῦμε ὅλοι μας στὸν ἀέρα». Οἱ Ἰσπανοὶ ἐπίστευσαν πὼς ἐμπλόφαρε καὶ ἔφεραν τὰ καράβια τους κοντὰ στὸ πλοῖο τοῦ Σπύρου μας, ἕτοιμοι νὰ κάνουν ῥεσάλτο, δηλαδὴ εἰσπήδηση σὲ αὐτό. Καὶ φυσικὰ ὁ Σπύρος μας, ἐγκρατὴς τῆς διαχρονικῆς παραδόσεως τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων, ἔβαλε φωτιὰ στὰ μπαρούτια καὶ τινάχθηκε στὸν ἀέρα μαζὺ μὲ τὸ πλήρωμα τοῦ πλοίου του καὶ φυσικὰ τοὺς ἐχθροὺς ποὺ εἴχαν ἔλθη πολὺ κοντά. Ἀπὸ τότε, ἡ ἑκάστοτε ναυαρχὶς τοῦ Πολεμικοῦ Στόλου τῆς Ἀργεντινῆς παραδοσιακῶς ὀνομάζεται «Spiro».

Τὸ ἀποτέλεσμα; Πέραν ἀπὸ τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Ἀργεντινῆς καὶ γενικῶς τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς (ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ ἀκούγεται περίεργο, τοῦτο ἂς θεωρηθῆ τὸ λιγότερο), εἶναι τὸ ἑξῆς χαριτωμένο ἐπεισόδιο ποὺ μοῦ ἀφηγήθη παλαιὸς φοιτητής μου στὸ πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ποὺ σήμερα διαπρέπει ὡς στέλεχος τοῦ -ἑλληνικοῦ- ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Ὁ ἐν λόγῳ πρώην φοιτητής μου λοιπόν, μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του ἀπὸ τὴν Διπλωματικὴ Ἀκαδημία, τοποθετήθη στὴν ἑλληνικὴ πρεσβεία στὸ Μπουένος-Ἄιρες, πρωτεύουσα τῆς Ἀργεντινῆς. Ἐκεῖ, μίαν ἡμέρα, στὸν δρόμο ἔπιασε κουβέντα μὲ ἕνα ντόπιο ποὺ στὸ τέλος τὸν ἐρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ εἶσαι;». Καὶ ὁ δικός μου: «¡Soy Griego! [= Εἶμαι Ἕλληνας!]». Καὶ ὁ Ἀργεντινός: «Ἕλλην; Θεέ μου! Ἄσε με νὰ σὲ ἀγγίξω!». 

Τὸ κράτος βιτρίνα

Καὶ οἱ δύο ἱστορίες, τοῦ Σπύρου δηλαδὴ καὶ τοῦ παλαιοῦ μαθητοῦ μου, εἶναι τελείως ἀληθινές∙ ὑπάρχει, ὅμως, καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη. Αὐτοὶ ποὺ ἐξ ἀρχῆς ἐδήλωσαν ἕτοιμοι νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Σπύρο στὸν θάνατο ἦσαν δέκα πέντε (15) Μαῦροι ἐντεταγμένοι στὸ πλήρωμα τοῦ πλοίου του. Ὁ Σπύρος τοὺς εἶχε ἐλευθερώση ἀπὸ τὴν κατάσταση δουλείας ὅπου εἴχαν περιέλθη καὶ τοὺς ἐζήτησε νὰ τὸν ἀκολουθήσουν στὸν θάνατο. Ὅπερ καὶ ἐγένετο. Μόνοι τους οἱ ἐν λόγῳ Ἀφρικανοί, χωρὶς νὰ ἔχουν διαβάσει τὸν Θούριο τοῦ Ῥήγα, προτίμησαν τὸν θάνατο παρὰ ζωὴ  βυθισμένη στὴν καταισχύνη. «Ὁ Σπύρος ἤταν ἀντιῤῥατσιστής!» θὰ σπεύσουν νὰ ἀναφωνήσουν τὰ τυχὸν καθεστήκια. Ἐγώ, δεδομένου τοῦ ὅτι δὲν ἤμουν τότε ἐκεῖ, αὐτό, τὸν ἀντιῤῥατσισμὸ τοῦ Σπύρου συγκεκριμένα, δὲν μπορῶ νὰ τὸν ἐπιβεβαιώσω. Μπορῶ ὅμως κατηγορηματικῶς νὰ βεβαιώσω  ὅτι ὁ Ἥρως μας ἤταν προικισμένος μὲ ἱκανότητα ποὺ συνιστᾶ εἰδοποιὸν διαφορὰν τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς ἄλλους λαούς: Νὰ βγάζουν δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὅ,τι καλλίτερο αὐτὴ ἐμπεριέχει καὶ πλήρως νὰ τὸ ἀξιοποιοῦν – καὶ μάλιστα μὲ τρόπο λαμπρό. Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο δηλαδὴ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ παρατηρεῖται στοὺς Ἰουδαίους. Ἐξ οὗ καὶ τὸ παράδοξον: Οἱ ὁμογενεῖς μας, παρὰ τὸ ὅτι, στὶς τέσσερις ἄκρες τῆς ὑφηλίου ὅπου εὑρίσκονται διασκορπισμένοι, δισταγμὸ δὲν ἔχουν κανέναν νὰ ἐμπλακοῦν σὲ «βρωμοδουλειές», τελικῶς  κερδίζουν οἱονεὶ αὐτομάτως τὴν ἀγάπη τῶν ἑκασταχοῦ ἰθαγενῶν – καὶ  συχνὰ ἀναδεικνύονται σὲ στοιχεῖα σταθεροποιητικὰ τῆς κοινωνίας τοῦ τόπου ὅπου ἔχουν μεταναστεύση. Καὶ πάλι… ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο μὲ ὅσα διαχρονικῶς παρατηρῶνται στοὺς Ἰουδαίους.

Τὸ κυρίως ζήτημα ὅμως δὲν εἶναι αὐτό μὰ κάτι ἄλλο: Μὲ ποιὸ δικαίωμα τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος ἔχει στερήση ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους του τὸ δικαίωμα νὰ ξέρουν τὸν Σπύρο; Καὶ ἐξυπακούεται πὼς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ περιβάλλεται σημασία διαχρονική∙ ἰσχύει δηλαδὴ ὄχι μόνο γιὰ σήμερα, γιὰ τώρα ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐποχὲς παλαιότερες. Βέβαια, ὅσον ἀφορᾶ στὰ «ἄλλα χρόνια» δικαιολογίες μπορεῖ νὰ εὑρεθοῦν πολλές: Οἱ κοινωνίες παρέμεναν «κλειστές», οἱ Σπετσιῶτες ἐδίσταζαν νὰ τιμήσουν ναυμάχο π.χ. Ὑδραῖο καὶ τοὔμπαλιν, ὁ Σπύρος εἶχε δράση πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα κ.λπ., κ.λπ. Σήμερα ὅμως; Τώρα, στὶς ἡμέρες μας, ὁπότε ἡ «πληροφόρησις» εἶναι διάχυτος καὶ συστηματικὲς καταβάλλονται προσπάθειες νὰ «ἀποδειχθῇ» πὼς ὁ «Μέγας Ἀλέξανδρος ἔχει μικροτέρα σημασία ἀπὸ τὸν κάδο μὲ τὰ σκουπίδια ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα μας» καθὼς καὶ ὅτι «ὁ Κολοκοτρώνης ἤταν… ὁμοφυλόφιλος», μὲ ποιὸ δικαίωμα ἀποσιωπᾶται ἡ ἱστορία τοῦ Σπύρου; Βάσει ποίου ἠθικοῦ κανόνος εὑρίσκομαι ἐγώ, ὅπως ὁ κάθε Ἕλλην, στὴν ἀνάγκη νὰ ἀντλῶ πληροφορίες γιὰ τὸν ἡρωικὸ ὁμογενῆ μου ἀπὸ ἔργο… Βρεταννοῦ ἱστορικοῦ ποὺ ἐδημοσιεύθη στήν… Τουρκία;

Εἰδικῶς σὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα ὅμως ἡ ἀπάντησις εἶναι εὐχερὴς – καὶ ἔχει δοθῆ ἤδη κατὰ τὰ μέσα τοῦ προπερασμένου αἰώνος ἀπὸ ἄλλον ὁμογενῆ μας, τὸν Ἀπόστολο Ἀρσάκη. Ὅπως, πράγματι, διεπίστωσε αὐτὸς ὁ -ἐπίσης μεγάλος- Νεοέλλην, ὁπουδήποτε ἐπικρατεῖ ἡ Ἀριστερά, οἱ δεσμεύσεις τοῦ νόμου ἀφοροῦν ἀποκλειστικῶς στοὺς ἀντιπάλους της. Οἱ ἴδιοι οἱ ἀριστεροὶ (δημοκράτες, φιλελεύθεροι καὶ τὰ ῥέστα) ἐφαρμόζουν τὸν νόμο κυριολεκτικῶς ὅπου καὶ ὅπως τοὺς γουστάρει… Καὶ ὅλα τὰ περὶ ἀντιθέτου ἀποτελοῦν παραμύθια πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν ἁπλουστέρων, ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ καημένος ὁ Δημήτριος Γούναρης. Ὅθεν νά ποὺ ἀβιάστως ἐπιτέλλει τὸ ἐρώτημα:

Ἐμεῖς τί κάνουμε;

Οἱ προοπτικὲς τῆς δικῆς μας ἀντιδράσεως

Αὐτὸν τὸν καιρὸ ἔχει ἀρχίση νὰ ἀκούγεται ὁ ὅρος «ἐπανάστασις». Προτοῦ ὅμως νὰ ξεστομίσῃ κάποιος  ὑπεύθυνα αὐτὴν τὴ λέξη-σύνθημα, ὀφείλει νὰ ἔχῃ σταθερῶς κατὰ νοῦν διαπίστωση βγαλμένη ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς Ἱστορίας: Ἡ ἐπανάστασις συνιστᾶ ἐπίτευγμα ἐξαιρετικὰ δύσκολο∙ καὶ οἱ αἰτίες τῆς δυσκολίας αὐτῆς ἐντοπίζονται εὐχερῶς. Συγκεκριμένα:

  1. Ὅπως κατηγορηματικῶς ἐπεσήμανε ὁ -ἐπίσης μέγας Νεοέλλην- Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπουλος, «τὰ πλήθη μάρτυρες δὲν γίνονται». Οὐδείς, δηλαδή, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ συνθέτουν τὰ μεσαῖα καὶ κατώτερα στρώματα τῆς κοινωνίας εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀποῤῥίψῃ τὸν ἄθλιο, μίζερο, εὐτελῆ βίο του, πρὸ κειμένου νὰ ἀποδυθῇ σὲ προσπάθεια ποὺ δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ τὸν θάνατό του. Σύμφωνα μὲ τὴν διαπίστωση ἄλλου διανοουμένου, ὄχι Νεοέλληνος αὐτὴν τὴ φορὰ ἀλλὰ Ῥώσσου, ὁ μέσος ἄνθρωπος «εὐκολότερα παίρνει τὰ ὅπλα, γιὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὶς ἀλυσίδες μὲ τὶς ὁποῖες εὑρίσκεται σφικτοδεμένος, παρὰ γιὰ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ αὐτές». Ὅθεν προκύπτει ἐκεῖνο ποὺ ἐπίσης πρέπει νὰ ἐπισημανθῇ, ὅτι δηλαδή…
  2. Τὰ πλήθη «παρασύρονται» σὲ ἐπαναστατικὴ ἐνέργεια, μόνο ἐφ’ ὅσον δεόντως ἐξαπατηθοῦν. Ἡ γαλλικὴ ἐπανάστασις π.χ. τῶν ἐτῶν 1789-1792 ἐδρομολογήθη, ὅταν οἱ ἀγρότες, ποὺ μαστίζοντο ἀπὸ διετῆ ἀνομβρία, ἐπίστευσαν ὅτι γιὰ τὴν σιτοδεία ποὺ ἐπικρατοῦσε ἔφταιγαν… ὁ Λουδοβῖκος ΙϚ΄ καὶ ἡ σύζυγός του, Μαρία-Ἀντουανέττα. (Καὶ εἶναι ἐν προκειμένῳ χαρακτηριστικὸ τὸ ὅτι ὁ μόνος Ἕλλην ποὺ εἶχε τὸ θάρρος αὐτὸ νὰ τὸ πῇ μέσα σὲ ἐκπαιδευτικὸ κατάστημα, ὁ Νικόλαος Καρμίρης συγκεκριμένα, καθηγητὴς Ἱστορίας στὸ πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, ἐθανατώθη λίγο μετὰ τὴν μεταπολίτευση τοῦ 1974 – μὲ δημοκρατικές, ἐξυπακούεται, διαδικασίες.) Καὶ ἡ ἐπανάστασις τῶν Μπολσεβίκων στὴν Ρωσσία τοῦ 1917 ἐστερεώθη, ἐπειδὴ οἱ ἀγρότες ἐπίστευσαν πὼς ἡ «ἐθνικοποίησις τῶν κτημάτων τοῦ στέμματος, τῶν εύγενῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας», ποὺ -μὲ ὑποκίνηση τοῦ Στάλιν- εἶχε σπεύση νὰ διακηρύξῃ ὁ Λένιν, ἐσήμαινε… ἀναδασμὸ τῆς γῆς. Τὸ ἴδιο ἄλλωστε ἔγινε καὶ μὲ τὴν ἐπανάσταση τῶν ὑπὸ τὸν Σπάρτακο δούλων κατὰ τὸν Α΄ αἰώνα π.Χ.: Στὴν οὐσία, μόνον ὁ Σπάρτακος πολέμησε γιὰ τὴν Ἐλευθερία∙ ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν συμπολεμιστῶν του ξεσηκώθηκαν, πρὸ κειμένου νὰ ἀπολαύσουν καὶ αὐτοὶ τὴν πολυτελῆ διαβίωση καὶ τὶς ἡδονὲς τῶν ἀφεντικῶν τους – μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταλήξουν ὅπως κατέληξαν, σταυρωμένοι δηλαδὴ πρὸς διακόσμησιν τῶν μεγάλων ὁδῶν τῆς Ἰταλίας.
  3. Ἡ μόνη ἐπανάστασις ἡ ὁποία –σύμφωνα μὲ ὅ,τι σήμερα τοὐλάχιστον εἶναι γνωστὸ- δὲν ἐξεκίνησε μὲ ἐξαπάτηση τοῦ πλήθους εἶναι ἡ δική μας, ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1821. Ἐδῶ ὅμως ἐφαρμόζεται, μὲ τρόπο, μάλιστα, ἰδιαιτέρως χαρακτηριστικό, ἡ ἀρχὴ τῆς «καμπύλης τοῦ Καῖσλερ (Koestler)»: Ὅσο μεγαλυτέρα εἶναι ἡ καταπίεσις, τόσο μικροτέρα γίνεται ἡ ἀντίδρασις σὲ αὐτήν. Καὶ ἀντιστρόφως: Ὅσο μικροτέρα εἶναι ἡ καταπίεσις, τόσο ἰσχυροτέρα γίνεται ἡ πρὸς αὐτὴν ἀντίδρασις. Τὸ 1821, πράγματι, οἱ Ἕλληνες ἀποτελοῦσαν πιὰ τὴν μεγάλη πλειοψηφία τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἑλλαδικῶν χωρῶν∙ ἐπὶ πλέον πολλοὶ ἀπὸ τοὺς τότε προγόνους μας, κυρίως οἱ ναυτικοί, σχετικῶς εὐημεροῦσαν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχουν ἐπιτύχη μία de facto αὐτονομία, μὲ δική τους μάλιστα σημαία, ἄλλη ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ μὲ τὸ μισοφέγγαρο. Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ ἀριθμητικῶς ἰσχυρότερο καὶ παραγωγικῶς/δημιουργικῶς ζωηρότερο μέρος τῶν κατοίκων τῆς Νοτίου Ἑλλάδος καὶ τῶν κοντινῶν σὲ αὐτὴν νήσων εὑρίσκετο, λόγῳ θρησκεύματος, κοινωνικῶς σὲ κατάσταση οἱονεὶ apartheid, ἐξ αἰτίας τῆς ἀρχῆς ποὺ ἐξακολουθοῦσε νὰ διέπῃ τὴν διαβίωση τῶν ὑπηκόων τοῦ παδισὰχ τῶν Ὀθωμανῶν: «Ὁ τελευταῖος Μουσουλμάνος εἶναι κοινωνικῶς ἀνώτερος ἀπὸ τὸν πρῶτο Χριστιανό».  Ἔτσι ὁ πόθος τῆς Ἐλευθερίας ἔπεσε, ὅπως εὐγλώττως ἐξήγησε καὶ ὁ Κολοκοτρώνης μας, «σὰν βροχὴ» ἐπάνω στοὺς ἀκόμη ῥαγιάδες – μὲ ἀποτέλεσμα τὸν Μεγάλο Ξεσηκωμό.
  4. Ὅμως, ἀκόμη καὶ ἐὰν ἡ συγκεκριμένη φάσις ἐξελίξεως τῆς «καμπύλης τοῦ Καῖσλερ» εὐνοῇ τοὺς καταπιεσμένους, εἶναι πολλὲς οἱ προϋποθέσεις ποὺ ἀκόμη ἀπαιτῶνται ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἐπιτυχῆ ἔκρηξη καὶ διεξαγωγὴ ἐπαναστάσεως. Πρέπει πρῶτα-πρῶτα νὰ ὑπάρχῃ ὀργάνωσις συνωμοτικοῦ ἢ ἡμισυνωμοτικοῦ χαρακτῆρος, ὅπως π.χ. ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία (ποὺ βέβαια ἱδρύθη πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸ 1814) ἤ, ἔστω, οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ῥωσσία. Κατὰ δεύτερον λόγο, πρέπει νὰ ἔχῃ προηγηθῆ ἐκτενὴς διαφωτισμὸς τοῦ πλήθους, μὲ εὐαισθητοποίηση τῶν ψυχικῶς καὶ νοητικῶς ἀνωτέρων καί, ἀναγκαστικῶς, μὲ «παραμύθιασμα» τῶν πολλῶν. Τέλος, δεδομένου ὅτι τὰ ὅπλα τῆς ἑκάστοτε καὶ ἑκασταχοῦ έξουσίας εἶναι κατὰ κανόνα πολὺ περισσότερα καὶ ἀποτελεσματικότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν ἐπιδόξων ἐπαναστατῶν, πρέπει νὰ ἔχῃ διασφαλισθῆ ὁ προσεταιρισμὸς τοῦ στρατεύματος (ὅπως στὶς Ῥουμανικὲς Χῶρες κατὰ τὸ 1848 π.χ.) ἢ τοὐλάχιστον ἡ ἀπουσία του ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου πάη νὰ ἀρχίσῃ ἡ έπανάστασις (ὅπως ἐν μέρει ἔγινε μὲ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 στὴν Πελοπόννησο καὶ σχεδὸν πλήρως μὲ τὴν «ὀκτωβριανὴ ἐπανάσταση» τῶν Μπολσεβίκων στὴν Πετρούπολη τὸ 1917).

Τί ἀπὸ ὅλα αὐτὰ διαθέτουμε ἐμεῖς, οἱ ἀπροκάλυπτα καὶ  ξεδιάντροπα καταπιεσμένοι, σήμερα; Τίποτα! Ὁπότε δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ δρόμος ποὺ τώρα πρέπει νὰ πάρουμε. Τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τοὺς ἑαυτούς μας καθῆκον μας σήμερα ἐπιβάλλει κάτι διαφορετικὸ ἤ, μᾶλλον, ἀκριβῶς ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς πρῶτο βῆμα γιὰ τὴν ἐπαναστατικοῦ χαρακτῆρος μεταῤῥύθμιση τοῦ τόπου μας. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ Ἀποχή.

Δικαιοσύνη καὶ νομιμότης

Τὰ πλήθη -ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Παπαῤῥηγόπουλος- θεωροῦν τὶς ἔννοιες «δικαιοσύνη» καὶ «νόμος/νομιμότητα» ταὐτόσημες. Οὐδὲν ἀνοητότερον τούτου! Οἱ νόμοι τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ νομιμότης ποὺ ἀπὸ αὐτὴν ἀποῤῥέει σπανίως ἔχουν κάποια, μικρὴ ἔστω σχέση μὲ τὴν Δικαιοσύνη. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἄλλωστε δὲν ὀμίλησε γιὰ «ὁδὸν νομιμότητος» μὰ γιὰ «ὁδὸν δικαιοσύνης» (Κατὰ Ματθαῖον, 21: 32). Ὁ Πλάτων μάλιστα, πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὸν Χριστό, ἐξήγησε ὅτι αὐτὸς ὁ ὁποῖος κατέχει τὴν ἐξουσία φτιάχνει τοὺς νόμους καὶ συνακολούθως διαμορφώνει τὴν νομιμότητα ὅπως συμφέρει αὐτὸν καὶ μόνον αὐτόν. (Πολιτεία, 338 Ε.) Θέλετε παράδειγμα; Οὔτε κἂν ἡ λέξις «κομμουνιστὴς» μὰ ἁπλῶς «άριστερὸς» εἶχε, μέχρι τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, τὴν ἰδίαν καταστροφικῶς δυσμενῆ βαρύτητα ποὺ ἔχει σήμερα ὁ ὅρος «φασίστας». Ποιά νομιμότητα λοιπόν ἐμπεριεῖχε δικαιοσύνη; Ἡ τότε ἢ ἡ νῦν; Ἡ ὀρθὴ ἀπάντησις, ἐξυπακούεται, θὰ ἐπιτείλη ἀπὸ τὴν ὅσο γίνεται περισσότερο ἀνεπτυγμένη νόησή μας, ἐφ’ὅσον περιβληθῆ καὶ τὴν ἐπιδοκιμασία τῆς καρδιᾶς μας. Καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς νόμους κ.τ.λ. δὲν εἶναι παρὰ «φουσκωμένα λόγια πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν ἁπλουστέρων» – ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Δημήτριος Γούναρης. Ὁ ἴδιος ὁ Κωνσταντῖνος Τσάτσος ἄλλωστε, πνευματικὸς στυλοβάτης τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1974, ἐξήγησε κάτι τὸ οὐσιαστικῶς αὐτονόητο: Τὰ Νομικὰ δὲν εἶναι ἐπιστήμη ἀλλὰ ψευδοεπιστήμη. (Λογοδοσία μιᾶς ζωῆς, τόμ. Α΄ [Ἀθήνα: «Οἱ ἐκδόσεις τῶν Φίλων», 2001], σ. 244.) Καὶ ὅπως δημοσίως ἐδήλωσε παλαιὸς φοιτητής μου καὶ τώρα δικηγόρος πασίγνωστος: «Δίκαιο εἶναι τὸ δίκαιο τοῦ πελάτου».

Δυστυχῶς ὅμως οἱ πολλοὶ ὑπάρχουν καὶ μάλιστα εἶναι παντοῦ – γύρω μας, ἀπὸ κάτω μας καὶ συχνὰ ἐπάνω καὶ στὸ κεφάλι μας ἀκόμη. Συνεπῶς κάθε καθεστὼς χρειάζεται νομιμοποίηση – ἤ, ἔστω, τὸ οἱονεὶ πρόσχημα τῆς ἐπιβολῆς του.  Ἔχει ἤδη τονισθῆ ὅτι τὴν νομιμότητα τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας στὴν Ἑλλάδα τὴν εἶχε προσφέρη τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ μάλιστα, κατὰ τοὺς πρώτους μετὰ τὴν Ἅλωση καιρούς, ὑπήγετο στὸ περίπου «ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν» τῆς ὀθωμανικῆς Πύλης, ἀποτελοῦσε δηλαδὴ εἶδος κράτους ἐν κράτει. Αὐτὸ τὸ κατάλαβαν πρῶτοι οἱ Κολοκοτρωναῖοι – μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀφορισθοῦν ἀπὸ τὸν τότε Πατριάρχη. Ὁπότε ὁ Γέρος μας, καταλαβαίνοντας πὼς ἤταν δύσκολο νὰ τὰ βάλῃ μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἰδίως μάλιστα μετὰ τὸν αὐτόχρημα μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Θανάση Διάκου, ἔθεσε τὸ ὅλο ζήτημα σὲ βάση ὄχι μόνον οὐσιαστικῶς ἀλλὰ καὶ ἐμφανῶς νομική: Τὸ 1453, ἔτος τῆς Ἁλώσεως, τὸ Πατριαρχεῖο δὲν εἶχε κοσμικὴ ἐξουσία∙ κατὰ συνέπεια, μόνο ὁ τότε αὐτοκράτωρ, ὁ Κωνσταντῖνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, εἶχε δικαίωμα νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν ὀθωμανικὴ κυριαρχία στὶς ἑλληνικὲς χῶρες. Αὐτὸς ὅμως, ὁ τελευταῖος πιστὸς ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ βασιλεὺς προτίμησε νὰ πεθάνῃ παρὰ νὰ συνθηκολογήσῃ∙ ἄρα ἡ ὀθωμανικὴ ἐξουσία στὴν Ἑλλάδα δὲν εἶχε νομιμοποίηση, ἤταν, δηλαδή, παράνομος.

Οἱ ἀναλογίες τῆς τότε καταστάσεως μὲ αὐτὴν ποὺ σήμερα βιώνουμε εἶναι ἐμφανεῖς – μὰ καὶ βαρύτερες. Σήμερα, τὸ Κράτος θεωρητικῶς  εἶναι δικό μας μὰ στὴν πραγματικότητα οὐδόλως εἶναι. Κυρίαρχα τοῦ πολιτικοῦ βίου τῶν Ἑλλήνων στὶς ἡμέρες μας εἶναι δύο κόμματα τῆς ἰουδαιοκινήτου, ἀμερικανοφίλου Ἀριστερᾶς: Ἕνα τροτσκιστικῶν καταβολῶν, δηλαδὴ τὸ σὲ ΣΥΡΙΖΑ μετασχηματισμένο ΠΑΣΟΚ, καὶ ἕνα ἐμφανῶς μαοϊστικό: ἡ «Νέα Δημοκρατία». Καὶ στὰ δύο κυριαρχεῖ τὸ ἰουδαϊκὸ στοιχεῖο, ποὺ εἰσέδυσε σὲ αὐτὰ μὲ τὴν μέθοδο ποὺ ἐχρησιμοποίησε ὁ Τρότσκυ καὶ οἱ συνεργάτες του, πρὸ κειμένου νὰ ἐνταχθοῦν στοὺς Μπολσεβίκους τοῦ Λένιν. Παρουσιάζοντας, μὲ ἄλλα λόγια, τοὺς ἑαυτούς τους ὡς ἐπὶ κεφαλῆς «πολιτικῶν φορέων» κρυπτοϊουδαῖοι, ὅπως ὁ Κ. Μητσοτάκης, ἢ καὶ φανερὰ Ἰουδαῖοι, ὅπως ὁ Κ. Σημίτης, κατάφεραν νὰ διεισδύσουν στὰ κόμματα ποὺ εἶχαν ἱδρύση οἱ Κωνσταντῖνος Καραμανλης καὶ Ἀνδρέας Παπανδρέου καὶ νὰ διαδεχθοῦν τοὺς δύο τελευταίους στὴν ἀρχηγία. Ἔτσι ἡ τωρινὴ Ἑλλὰς άποτελεῖ περίπτωση χαρακτηριστικὴ ἐκείνου ποὺ χαρακτηρίζεται ὡς «κράτος-πρόσοψη» (État façade) ἤ, ἐπὶ τὸ παραστατικώτερον, «κράτος-βιτρίνα»∙ ἄλλο δηλαδὴ φαίνεται ἀπ’ἔξω καὶ ἄλλο εἶναι ἀπὸ μέσα.

Παρόμοια περίπτωση εἶχε ἀντιμετωπίση, στὶς ἀρχὲς τοῦ Κ΄ αἰώνα, ὁ Άδόλφος Χίτλερ στὴν Αὐστρία: Τὸ Κράτος θεωρητικῶς ἦταν γερμανικὸ ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἰουδαϊκό∙ ἔτσι ὁ μετέπειτα «Ὁδηγὸς» (Fuehrer) τοῦ Γερμανικοῦ Λαοῦ, μόλις ἄρχισε ὁ Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, κατετάγη στὸ στράτευμα ὄχι τῆς Αὐστρίας, πατρίδος του, ἀλλὰ τῆς Βαυαρίας, χώρας πραγματικὰ γερμανικῆς. Ὁπότε, ἔχοντας αὐτὰ κατὰ νοῦν καὶ δεδομένου ὅτι ἡ νομιμότης τοῦ τωρινοῦ νεοελληνικοῦ κράτους εἶναι προδήλως ἀπατηλή, ἰδοὺ ποὺ καὶ πάλι ἀναδύεται ἀμείλικτο τὸ ἐρώτημα:

Ἐμεῖς, τί πρέπει  νὰ κάνουμε;  

Τὸ Δέον

Τὸ κύριο στήριγμα τοῦ μαρξιστικοῦ καθεστῶτος ποὺ, μέσῳ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1981, ἐπεβλήθη στὴν χώρα μας εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Αὐτὸ εὐχερῶς τὸ διαπιστώνει κάποιος, ἐὰν ἀναλογισθῇ ὅτι ὁ… Ἀ. Λιάκος ἐδίδασκε στήν… «Ὀρθόδοξο Ἀκαδημία» (sic) τῆς «Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος», δηλαδὴ στὸν Βόλο, καθὼς καὶ ὅτι ὁ τωρινὸς Μητροπολίτης Μεσσηνίας συγκαταλέγεται στοὺς φίλους καὶ ἐπιστημονικοὺς «συνομιλητὲς» τοῦ… Ν. Ἀλεβιζάτου. Ἡ ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία ἄλλωστε οὐδέποτε ἔστερξε, παρὰ τὶς κραυγὲς ποὺ ἔβγαζε καὶ συνεχίζει νὰ βγάζῃ, ὅποτε ἐθίγοντο τὰ -κυρίως οἰκονομικὰ- συμφέροντά της, νὰ κάνῃ τὸ ἁπλούστατο: Νὰ κλείσῃ δηλαδὴ μιὰ Κυριακὴ τὶς ἐκκλησίες, νὰ βάλῃ νὰ κτυπήσουν μιὰ-δυὸ φορὲς πένθιμα τὶς καμπάνες καὶ νὰ κηρύξῃ τὸν ἑαυτό της ἐν διωγμῷ. Ἡ στάσις τοῦ Δρυινουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης Σεβαστιανοῦ, οἱ συνεργάτες τοῦ ὁποίου ἀκόμη διώκονται, δὲν ἀποτελεῖ παρὰ μοναδικὴ φωτεινὴ ἐξαίρεση σὲ αὐτὸ τὸ αὐτόχρημα βδελυρὸ καὶ ἀποτρόπαιο σκηνικό.

Ἡ δικαιολογία, βέβαια, ποὺ συνήθως προβάλλεται εἶναι πὼς «ἡ Ἐκκλησία ἀκολουθεῖ τὴν κοινωνία». Διαφθείρεται ἡ κοινωνία; Τὴν ἀκολουθεῖ καὶ ἡ Ἐκκλησία – μὲ ἄλλα λόγια διαφθείρεται καὶ αὐτή. Ἐξυπακούεται ὅτι οὐδὲν γελοιωδέστερον τούτου. Ὁ Χριστὸς ὑπῆρξε σαφέστατος (Κατὰ Ματθαῖον, 5: 13):

Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς∙ ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων.

Στὸν βαθμὸ ποὺ μὲ ἀφορᾶ,  ὁλοψύχως εὔχομαι ἀκριβῶς αὐτή, ἡ σύμφωνα μὲ τὴν ἀνωτέρῳ ἐπισήμανση τοῦ Χριστοῦ δηλαδή, νὰ εἶναι ἡ κατάληξις ὅλων τῶν εὐσεβῶν, εὐλαβῶν, φιλεόρτων, φιλακολούθων καὶ τὰ ῥέστα ἀριστεροχριστιανιστῶν, ποὺ συνειδητῶς ἢ μὴ ἀλλὰ πάντοτε ἀποτελεσματικῶς ὑποστηρίζουν τὸ τωρινὸ καθεστώς. Ὅσον ἀφορᾶ πάντως συνολικῶς ἐμᾶς, τοὺς έκτὸς τοῦ πλαισίου τοῦ τωρινοῦ καθεστῶτος ἰδεολογικῶς τοποθετημένους, καλλίτερα νὰ παραμείνουμε μακρυά. Ἡ -ὑπὸ κάποιες, ἀσήμαντες καὶ ἀνώδυνες ἐξυπακούεται προϋποθέσεις- συνεργασία Μαρξισμοῦ καὶ Χριστιανικῆς Ὀρθοδοξίας συνιστᾶ γεγονὸς ἐπιστημονικῶς διεπιστωμένο (ἐνδεικτικῶς: Κ. Τσάτσου,  Λογοδοσία μιᾶς ζωῆς, τόμ. Β΄ [Ἀθήνα: «Οἱ ἐκδόσεις τῶν Φίλων, 2000], σσ. 475-6)∙ κατὰ συνέπεια, μόνο ἐπιστημονικῶς μπορεῖ νὰ διαλευκανθῇ καὶ συνακολούθως νὰ ἀντιμετωπισθῇ. Ἐμεῖς, πρὸς τὸ παρόν, μένουμε μακρυά, διότι, ὅπως ἀπὸ καιρὸ ἔχει δεόντως διευκρινισθῆ, ἡ Ἐκκλησία «ἀπὸ μόνη της θὰ πέση» ἤ, ἔστω, ῥιζικῶς θὰ μεταβληθῆ.

Ὅθεν, γενικῶς παρακολουθοῦμε προσεκτικῶς, χωρὶς νὰ συμμετέχουμε σὲ τίποτα -ἤ, ἔστω, περίπου σὲ τίποτα. Γιατί;

Ἡ νομιμοποίησις ὁποιουδήποτε καθεστῶτος ἔγκειται στὴν ἐπιδοκιμασία του ἀπὸ τὴν κοινωνία τὴν ὁποία αὐτὸ διέπει. Εἰδικῶς μάλιστα στὰ δημοκρατικὰ/κοινοβουλευτικὰ καθεστῶτα ἡ συμμετοχὴ τῶν πολιτῶν στὶς -ὁποίες- «δημοκρατικὲς διαδικασίες» ἀποτελεῖ θεαματικὴ ἀπόδειξη τῆς νομιμοποιήσεώς του. Αὐτὸ ἄλλωστε εἶναι καὶ νομικῶς κατωχυρωμένο: Ἐὰν σὲ διαδικασία ἐκλογική, ἡ ἀποχὴ τῶν ψηφοφόρων φθάσῃ τὸ ἥμισυ (50%) τοῦ συνόλου τους, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἄκυρο. Κατὰ συνέπεια, τὸ λιγότερο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε εἶναι σταθερῶς νὰ ἐνστερνιστοῦμε αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀρχή∙ δηλαδὴ

Ἀποχή.

Καὶ βέβαια, λέγοντας «Ἀποχή», ἀναφερόμεθα γενικῶς στὶς ὅποιες κακόγουστες, θεατρικοῦ χαρακτήρος παραστάσεις τοῦ τωρινοῦ δημοκρατικοῦ/κοινοβουλευτικοῦ/κρυπτοϊουδαϊκοῦ καθεστῶτος καὶ ὄχι μόνον στὶς ἀπὸ αὐτοὺς στημένες ἐκλογικὲς διαδικασίες τους. Καὶ ἀκόμη καλλίτερο θὰ εἶναι συστηματικῶς νὰ ἀποφεύγουμε οἱανδήποτε –καὶ κοινωνικῆς ἀκόμη ὑφῆς- ἐπαφὴ μὲ «καθεστωτικούς», ἰδίως μεγάλους ἀλλὰ καὶ μικρομεσαίους, ἐὰν χρειασθῇ. Γεγονὸς εἶναι τὸ ὅτι ὁ κοινωνικὸς ἱστὸς τῆς χώρας μας ἔχει ὄχι ἁπλῶς σπάση μὰ θρυμματισθῆ.  Αὐτὸ ὅμως πρέπει νὰ γίνῃ κατάδηλο, σαφές, γνωστὸ τοῖς πᾶσι. Μὲ λίγα λόγια, ἂς μὴ συμμετέχουμε πιὰ σὲ ὁτιδήποτε δικό τους.

Μοναδικὴ δικαιολογία –κάποιας  δικῆς μας- συμμετοχῆς μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ βλάβη ποὺ ἀπὸ τὴν δική μας ἄρνηση δυνατὸν νὰ προκύψῃ γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν ὅμως αὐτὴ ἡ τυχὸν ἐθνικὴ βλάβη ἐπισείεται ὡς φόβητρο/δόλωμα ἀπὸ καθεστωτικούς… καὶ πάλι:

Ὄχι, δὲν συμμετέχουμε!

Ἐξυπακούεται πὼς στὶς ἡμέρες μας οὐδέποτε τὰ καθεστωτικὰ μέσα  θὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ἐπιτυχία τῆς προσδοκίας μας γιὰ 50% ἀποχὴ τοὐλάχιστον σὲ ἐκλογικὲς διαδικασίες. Μικρὸ τὸ κακό… Ἡ ἄρσις τῆς νομιμότητος τοῦ καθεστῶτος θὰ ἔχη ἀρχίση νὰ ἐπιτελεῖται∙ καὶ κάποιαν στιγμή, ἐπιτυχῶς καὶ εὐτυχῶς γιὰ ἐμᾶς, θὰ ὁλοκληρωθῆ.

* * *

Ἂς φωνάζουν ὅσο θέλουν τὰ καθεστήκια, πὼς «ἡ ζωή μας εἶναι μία, εἶναι ὡραία καὶ ἔχει ἀξία»∙ ἂς ἀλαλάζουν μέχρι νὰ ξελαρυγγιασθοῦν τὰ ἐν λόγῳ φερέφωνα τῶν Ἰουδαίων πὼς «ἥρωες δὲν ὑπάρχουν πιὰ [τοὺς πάτησε τὸ τραῖνο]». Τὸ μήνυμα καὶ τοῦ Κανάρη (: Κωνσταντῆ, πᾶς γιὰ νὰ πεθάνης) καὶ τοῦ Γιάννη Κολοκοτρώνη (: τὸν κακό σας τὸν καιρὸ καὶ τὸν ἀνάποδο, μουρτάτες) καὶ τὸ περισσότερο εὔγλωττο, τοῦ Σπύρου μας, εἶναι σαφές: Ἡ ἀνθρώπινος ζωή, αὐτὴ καθ’ ἑαυτή, δὲν ἔχει κάποιαν ἀξία∙ ἀξία, μικρὴ ἢ μεγάλη, προσλαμβάνει ἀνάλογα μὲ αὐτὰ ποὺ γίνονται κατὰ τὴν διάρκειά της. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση ἄλλωστε, ὅπως ἐκθύμως εἶχε δηλώση καὶ ἡ αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, σύζυγος τοῦ Ἰουστινιανοῦ:

Ὅλοι μας γεννηθήκαμε γιὰ νὰ πεθάνουμε.

Πρὸς τί, κατὰ συνέπεια,  νὰ ἐξευτελιζόμεθα;

Βέβαια, ἐμεῖς δὲν ἀντιμετωπίζουμε ἀκόμα καταστάσεις ὀξύτατα ὁριακές, ὅπως ἐκείνη τῆς στάσεως τοῦ Νίκα, λόγῳ τῆς ὁποίας ἡ Θεοδώρα, παιδὶ ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ Λαοῦ μας, ἔκανε τὴν ἀνωτέρῳ διαπίστωση. Ἀκριβῶς ὅμως γιὰ νὰ μὴ εὑρεθοῦμε συντόμως ἀντιμέτωποι μὲ κάτι παρόμοιο, συγκεκριμένα μὲ τὸ δίλημμα: ἀκραία ταπείνωσις ἢ θάνατος, ἐπιτακτικῶς σκόπιμο εἶναι νὰ λέμε καὶ νὰ ξαναλέμε μέσα μας καὶ γύρω μας, σὲ ὅλους γενικῶς ποὺ μᾶς ἀκοῦν ἤ, ἔστω, μπορεῖ νὰ μᾶς ἀκούσουν:

Ἂν εἶναι νὰ γίνῃ τὸ κακό, νὰ γίνῃ χωρὶς ἐμέναν.

Μιχαλόπουλος Δημήτριος

(Visited 242 times, 1 visits today)




6 thoughts on “Ἐμεῖς τί κάνουμε;

  1. Εὐχαριστῶ γιὰ τὴ δημοσίευση τὴ Φιλονόη μας καὶ ὅλους τοὺς ἀναγνῶστες γιὰ τὴν προσοχὴ μὲ τὴν ὁποία περιέβαλαν τὸ κείμενό μου.
    Φιλονόη, μία παράκληση: Φίλος τοῦ Ν. Ἁλεβιζάτου εἶναι ὁ Μητροπολίτης ὄχι τῆς Μονεμβασίας, ὅπως κατὰ λάθος γράφηκε, ἀλλὰ τῆς Μεσσηνίας.
    Σοῦ εἶναι δύσκολο νὰ κάνης τὴ διόρθωση; Θὰ σοῦ εἶμαι εὐγνώμων.

  2. Αγαπητέ κ. Μιχαλόπουλε,
    Δυστυχώς πολλοί λίγοι δώσαμε προσοχή και κατανοήσαμε το έξοχο αυτό κείμενό σας. Ως προς το τί εμείς(οι νεοέλληνες) κάνουμε, ένα σημερινό νέο που έπεσε στην αντίληψή μου τα λέει όλα.
    Στο χωριό Παύλιανη ο Πολιτιστικός Σύλογος Νέων σπατάλησε 2 χρόνια για να κατασκευάσει τ﨔Σιδερένιο Θρόνο” από το “Games of thrones” και το τοποθέτησε στο όρος Οίτη σε υψόμετρο 1260 μ. Ω! τι ιεροσυλία για τον ελληνικό πολιτισμό μας.
    Με τέτοιους νέους πως να ανυψώσουμε την πατρίδα στους ουρανούς!!

  3. Kύριε Θεοδωρόπουλε, τὸ μόνο ποὺ μπορῶ νὰ πῶ ὡς ἀπάντηση εἶναι ἕνα “εὐχαριστῶ” πρὸς σᾶς προσωπικῶς καὶ ὅλους τοὺς ἀναγνῶστες – γενικῶς.

    • Να είστε καλά και να συνεχίσeτε το έργο της ενημέρωσης μας. Εγω προσωπικά έβαλα και το Σπύρο στο πάνθεο των Ηρώων Ελλήνων!

  4. Αὐτόματη εἰδοποίηση σύνδεσης: Θά ψηφίσουμε τί; | Φιλονόη καὶ Φίλοι...

Leave a Reply