Πρὸ ἀρκετῶν ἐτῶν, σὲ μίαν βαρυχειμωνιά, κατεκάϋσαν, ἀπὸ τὸν παγετό, σχεδὸν ὅλα τὰ ἐσπεροειδὴ τῆς Πελοποννήσου.
Τραγωδία νὰ τὸ βλέπῃς. (Πρέπει νὰ ἔχουμε κλείσει πλέον δεκαετία ἀπὸ τότε, ἐὰν θυμᾶμαι καλῶς.)
Σὲ μίαν περιήγησι μου στὶς πληγεῖσες περιοχές, διεπίστωσα, μᾶλλον μὲ κρυφὴ χαρά, πὼς τὰ ἐσπεριδοειδὴ ποὺ κάϋκαν, δὲν κάϋκαν, ἀλλὰ ἁπλῶς ἐπανῆλθαν στὴν πρὸ ἐμβολιασμοῦ τους κατάστασι.
Ὄμορφα ποὺ εἶναι νὰ σὲ φωτίζῃ ὁ ἥλιος χειμωνιάτικα…
Ἡ γενικοτέρα τάσις τῆς ἐποχῆς μας εἶναι τὸ πλιατσικολόγημα.
Ἡ λέξις θίγω προέρχεται ἀπὸ τὸ θιγγάνω, ποὺ σημαίνει ἐγγίζω, χειρίζομαι, ψαύω, κρατῶ, πιάνω, ἐναγκαλίζομαι, συνευρίσκομαι, ἐπιχειρῶ, βάζω χέρι καὶ τελικῶς προσβάλλω.. (Ἐξ οὔ κι ἀθίγγανος, ποὺ εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ΔΕΝ ἀρέσκεται νὰ τὸν ἐγγίζουν.)
Καθημερινῶς θὰ πρέπη νὰ ἐρευνῷ τὸ τὶ δρόμο πρέπει νὰ ἐπιλέξῳ. Δρόμους ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι κατεστημένο ἀλλὰ μπορεῖ κι ὄχι. Δρόμους, πολλὲς φορές, ἀνατρεπτικοὺς γιὰ τὸ κατεστημένον.