Ἱστορίες κατασκοπίας μὲ τὸν Μποδοσάκη.

Ἱστορίες κατασκοπίας μὲ τὸν Μποδοσάκη.2Μποδοσάκης λοιπὸν σήμερα. 
Ἤ ὀρθότερα, Πρόδρομος Ἀθανασιάδης. Μποδοσάκης ὀνομάστηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, λόγῳ τῆς ἐμπορικῆς του ἰδιότητος.
Ὁ Πρόδρομος Ἀναστασιάδης λοιπόν, ἦταν ἕνα πρόσωπο ἀμφιλεγόμενον!
Μὲ πάρα πολλὲς κατηγορίες στὴν πλάτη του, γιὰ κατασκοπεία κυρίως, εἰς βάρος διαφόρων, ἀλλὰ ὄχι μόνον.
Ὁ Ἀθανασιάδης φέρεται ὥς ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους οἰκονομικοὺς ἐγκεφάλους ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὸν τόπο μας καθῶς ἐπίσης κι ὥς ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους εὐεργέτες.
Τὸ κείμενον ποὺ θὰ σᾶς παρουσιάσω σήμερα ἀφορᾷ στὴν κατασκοπευτική του δράσιν, γιὰ τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ πὼς πρώτη φορὰ διαβάζω.
Στὸ τέλος τοῦ κειμένου θὰ σᾶς παρουσιάσω μίαν ἄλλην ὀπτικὴ τοῦ ἀνδρός. Αὐτὴν τοῦ φιλέλληνος. 
Σὲ κάθε περίπτωσιν ἐὰν δὲν ἦταν ὁ Μποδοσάκης ἡ βιομηχανία στὴν χώρα μας θὰ ἦταν ἀνύπαρκτος.
Κι ἐπίσης, σὲ κάθε περίπτωσιν, ἐὰν δὲν ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἀκατονόμαστος «ἐθνάρχης», μαζὺ μὲ τοὺς διαδόχους τους, ἀπὸ κάθε χρῶμα κόμμα καὶ παράταξιν, ἡ βιομηχανία στὴν χώρα μας ἀκόμη θὰ ὑπῆρχε.
 Υ.Γ. Στὸ ἐπόμενον κείμενον ὁ τίτλος ἀναφέρεται στὸ σαράκι τοῦ Μποδοσάκη γιὰ τὴν πολιτική… Ἴσως καὶ νὰ ὑπῆρχε… Ὄχι ὅμως γιὰ προσωπική του προβολή… Μᾶλλον γιὰ ἄλλους λόγους!

Ιστορίες κατασκοπίας με τον Μποδοσάκη

Ο Πρόδρομος (Μποδοσάκης) Αθανασιάδης, όχι μόνο μια φορά, κατηγορήθηκε περίπου ως κατάσκοπος! Γνώρισε, μάλιστα, τη φυλακή και την εξορία… Η πρώτη φορά ήταν κιόλας το 1915, όταν δραστηριοποιούνταν στη Μερσίνα της Μικράς Ασίας. Τότε, καταγγέλθηκε στις οθωμανικές αρχές ότι ο αλευρόμυλός του χρησιμοποιούνταν για κατασκοπεία υπέρ των Αγγλο-γάλλων (οι Οθωμανοί ήταν σύμμαχοι των Γερμανο-αυστριακών στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο)! Φυλακίστηκε για μικρό διάστημα, δικάστηκε από το στρατοδικείο και του επιβλήθηκε ποινή εκτόπισης στα Άδανα, υπό αστυνομική επιτήρηση. Εκεί μάλιστα γνώρισε και τον Κεμάλ Ατατούρκ. Όπως φαίνεται, η καταγγελία ήταν μέρος σχεδίου ανταγωνιστών του για να εξοντωθεί επιχειρηματικά. Πλην, όμως, ο Μποδοσάκης όχι μόνο επιβίωσε, αλλά συνέχισε με άλματα την επιχειρηματική πορεία του. Τρία χρόνια αργότερα, θα βρεθεί πάλι κατηγορούμενος. Άγγλοι αιχμάλωτοι πολέμου των Οθωμανών, που είχαν δραπετεύσει από στρατόπεδο στην Ανατολία, θα βρεθούν στη Μερσίνα -την πρώτη έδρα των επιχειρήσεών του, μα και επίκεντρο μηχανορραφιών και δολοπλοκιών την εποχή εκείνη, λόγω της γεωγραφικής θέσης της. Από το λιμάνι της θα δραπετεύσουν με δικά του ρυμουλκά (τα χρησιμοποιούσε για της ανάγκες εφοδιασμού του οθωμανικού στρατού).

Κατηγορία
Η οργάνωση της φυγάδευσης αποδόθηκε στον Μποδοσάκη -κατηγορία που μπορούσε να οδηγήσει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Με τις διασυνδέσεις του στη στρατιωτική ηγεσία, αλλά κι ένα τεράστιο ποσό (500.000 λίρες) προς τον διοικητή της περιοχής, η υπόθεση «τακτοποιήθηκε». Από τότε, όμως, ο Μποδοσάκης μετέφερε την επιχειρηματική έδρα του στην Κωνσταντινούπολη…

Οι δύο υποθέσεις «κατασκοπείας», όπως και οι κατηγορίες τον τουρκικών εφημερίδων το 1920 -22 ότι ήταν «πράκτορας των γκιαούρηδων», είναι απλές μπροστά σε άλλες ανάλογες τα επόμενα χρόνια.Ἱστορίες κατασκοπίας μὲ τὸν Μποδοσάκη.1

Η πρώτη από αυτές ήταν η σχέση της ΠΥΡΚΑΛ με τη ναζιστική πολεμική βιομηχανία, πριν ξεσπάσει ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος. Έχουμε δει πτυχές της σε προηγούμενα φύλλα της «Ημερησίας του Σαββάτου». Όπως, επίσης, το παράδοξο φαινόμενο να παραδοθούν ακέραια τα εργοστάσιά της στους Γερμανούς, ενώ κανονικά θα έπρεπε ν ανατιναχθούν, ώστε να μη χρησιμοποιηθούν για τις πολεμικές ανάγκες τους.

Για τις διασυνδέσεις της ΠΥΡΚΑΛ του Μποδοσάκη και των ναζί βιομηχάνων ο Χρ. Χατζηιωσήφ («Η γηραιά σελήνη…») διατυπώνει μια τεκμηριωμένη κρίση, με γενικότερη ισχύ για τις δραστηριότητες του μεγαλοεπιχειρηματία: «Δεν αρκούν (τα στοιχεία) για να χαρακτηρίσουμε το συγκρότημα Μποδοσάκη ως παραφυάδα της γερμανικής βιομηχανίας, με την έννοια ότι ο ιδιοκτήτης του ήταν ένας αχυράνθρωπος των Γερμανών κεφαλαιούχων ή έστω απόλυτα εξαρτημένος από αυτούς, γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με μια αποκλειστικά δυαδική σχέση Αθανασιάδη-Γερμανών. Ο ίδιος ο ιδρυτής του ομίλου προσπάθησε επανειλημμένα, αλλά άκαρπα να εμπλέξει στις επιχειρήσεις του τον αγγλικό παράγοντα…

Μπορούμε, λοιπόν, ορθότερα να χαρακτηρίσουμε το συγκρότημα ως το γεωμετρικό τόπο, όπου τέμνονται και συντίθενται τα συμφέροντα ιδιοκτήτη με εκείνα της γερμανικής βιομηχανίας και των κυρίαρχων ομάδων του ελληνικού τραπεζικού κεφαλαίου και βιομηχανικού κεφαλαίου, με τις ιδιαίτερες διασυνδέσεις τους. Οι στόχοι αυτών των ομάδων, οι απόψεις τους για τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας στην Ευρώπη και τη θέση της Ελλάδας σε αυτόν δεν συμπίπτουν μεταξύ τους. Έχουμε να κάνουμε με επάλληλους κύκλους με διαφορετικά κέντρα και μήκος ακτίνας, που ο κοινός τομέας είναι το συγκρότημα Μποδοσάκη…»

Αυτή ακριβώς η κομβική θέση του ομίλου Μποδοσάκη από πολύ νωρίς θα είναι η αιτία για υποψίες ή παρεξηγήσεις. Τόσο για τις σχέσεις του με τον αμερικανικό παράγοντα από την περίοδο ακόμη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά κι αργότερα, καθώς πάντα είναι πρόθυμος συνομιλητής τους για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Αλλά και μεταπολεμικά με τους Δυτικογερμανούς και τους Γάλλους (ανταγωνίζονται για επενδύσεις, με εισαγωγικά ή χωρίς στην Ελλάδα) , το ΝΑΤΟ (στήριξε την ΠΥΡΚΑΛ με παραγγελίες όπλων)…

Μια υπόθεση, όμως, «κατασκοπείας» τη δεκαετία του 1940 δεν είχε σχέση με δολοπλοκίες αλλά με γεγονότα. Τότε κατηγορήθηκε από τους Άγγλους ως πράκτορας των Αμερικανών!

Κατά την παραμονή του στις ΗΠΑ (1942-43) συμφώνησε να μπει στην υπηρεσία των μηχανισμών του στρατηγού Ντόνοβαν (αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών πριν από τη δημιουργία της CIA). Ο ίδιος αποκαλύπτει στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του ότι δέχτηκε ευχαρίστως ν αναλάβει οποιαδήποτε καθήκοντα στο πλαίσιο συγκέντρωσης πληροφοριών, με έδρα το Κάιρο.

Σύμφωνα με τους βιογράφους του η «συνεργασία» Μποδοσάκη-αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών διακόπηκε αμέσως μόλις αυτό έγινε γνωστό στις αντίστοιχες αγγλικές υπηρεσίες. «Αλλά πλήρωσε ακριβά, όπως προστίθεται, την υπόθεση αυτή, διότι από τότε βρέθηκε στο στόχαστρο των βρετανικών υπηρεσιών…»

Έτσι, ο Αθανασιάδης δεν κατάφερε να επιστρέψει απευθείας από τις ΗΠΑ στην Αίγυπτο (δεν του χορηγούσαν άδεια οι Άγγλοι) , παρά μόνο μέσω Αργεντινής και Ν. Αφρικής. Οι Βρετανοί τον καθυστέρησαν τέσσερις μήνες!

Παρά το γεγονός ότι πρωθυπουργός στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση ήταν ο στενός φίλος του Σοφ. Βενιζέλος και αρχηγός του στόλου ο «άνθρωπός του» ναύαρχος Π. Βούλγαρης, ο Μποδοσάκης παρακολουθείται στενά.

Στην έρημο
Όταν την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Γ. Παπανδρέου (Απρίλιος 1944) ο Μποδοσάκης συνελήφθη από τους Βρετανούς και, τελικά, στάλθηκε σε στρατόπεδο της ερήμου. Οι ανακριτές του ζητούσαν επίμονα να πάρουν απαντήσεις στα ερωτήματα:

-Συνεργάστηκες με τον Ντόνοβαν στη Νέα Υόρκη;

-Ποια ήταν τα σχέδια λειτουργίας των υπηρεσιών πληροφοριών;

-Γιατί δεν κατέστρεψες την πολεμική βιομηχανία σου προτού αναχωρήσεις από την Ελλάδα;

-Γιατί δεν ίδρυσες πολεμική βιομηχανία στη Νότια Αφρική (συζητούσες αυτό το ενδεχόμενο κατά την παραμονή του εκεί);

Όλα αυτά με διαταγή του ίδιου του Άγγλου αρχιστρατήγου Μέσης Ανατολής!

Η περιπέτεια του Μποδοσάκη θα διαρκέσει τέσσερις ολόκληρους μήνες. Τελικά, χωρίς να του απαγγελθεί κατηγορία ή να δικαστεί, θ αποφυλακιστεί και προκειμένου να μην εξοριστεί στο Σουδάν, θα συμφωνήσει να εκτοπιστεί στον Λίβανο. Ο βιογράφος του Κ. Χατζιώτης εκτιμά ότι η πραγματική αιτία της περιπέτειάς του ήταν η πορεία της συνεργασίας του με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. «Κι αυτό ήταν ένα θέμα που ανησυχούσε και ενδιέφερε απόλυτα της βρετανικές υπηρεσίες. Διότι θεωρούσαν τη Μ. Ανατολή χώρο αποκλειστικής επιρροής του». Όπως άλλωστε και την Ελλάδα…

Θέσεις και…προφητείες
«Θα επεδίωκα και την ανταλλαγή των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως και την εγκατάσταση του Πατριαρχείου στο Άγον Όρος. Διότι γνωρίζω καλά τους Τούρκους. Με τον ασιατικό τους τρόπο θα εξαναγκάσουν τους Έλληνες να φύγουν αργότερα. Και θα φύγουν κι αυτοί γυμνοί και πεινασμένοι…»

(προς τον Ελ. Βενιζέλο κατά την περίοδο της υπογραφής της συνθήκης της Λωζάννης το 1923)

«Πρόσεξε, πρόεδρε (Ελ. Βενιζέλος), ο Ισμέτ (Ινονού) είναι Ασιάτης. Όσα θέλει ακούει και όσα δεν τον συμφέρουν δεν τα ακούει» (1924)

«Μιας και έγινες αντιβασιλέας προσπάθησε να μιμηθείς τον Χόρτυ (Ούγγρος ναύαρχος, που έγινε αντιβασιλιάς, κήρυξε έκπτωτους τους Αψβούργους και κυβέρνησε από το 1920 ως το 1940 δικτατορικά) και να μείνεις αντιβασιλέας. Γιατί, όταν φέρεις τον βασιλιά δεν θα είσαι πλέον τίποτε!»

(προφητική «συμβουλή», που έμεινε μετά την παλινόρθωση των Γκλύξμπουργκ το 1935 μόνο μ έναν… μεγαλόσταυρο στο πέτο)

«Όταν έφθασα στην Αθήνα, παρ όλες τις ζημιές είχα μεγάλη περιουσία. Μη γνωρίζοντας ανθρώπους, την έχασα και άρχισα εκ νέου από το άλφα. Κανέναν δεν έβλαψα. Εν τούτοις οι εφημερίδες μου έγραψαν τα εξ αμάξης. Είναι πολύ περίεργος ο τόπος μας. Γι αυτό μην παραξενευτείτε αν ακούσετε να λένε ότι ο μεγαλειότατος (ο βασιλιάς Γεώργιος Β) χρηματίζεται! (1936)

«Οι Άγγλοι ήθελαν να πεινάσει ο ελληνικός λαός για να τον χρησιμοποιήσουν ευκολότερα στη μελετώμενη αντίσταση εναντίον των Γερμανών. Γι αυτό δεν επέτρεψαν να φθάσουν στην Ελλάδα τα φορτία που βρίσκονταν εν πλω και τα οποία είχαν παραγγελθεί από την ελληνική κυβέρνηση…» (κρίση για τη στάση των Βρετανών απέναντι στην Ελλάδα που πεινούσε το 1941)

Απόψεις και κρίσεις
«Τα μέλη της κυβερνήσεως καθώς και οι αξιωματικοί του Επιτελείου κατελήφθησαν από πανικό. Η μόνη τους φροντίδα ήταν πώς θα έφευγαν…» (διαπιστώσεις μετά τον βομβαρδισμό του Πειραιά από τους Γερμανούς στις 6 Απριλίου 1941)

«Πρόκειται περί του θάρρους της αγνοίας. Αλλά έχω την πεποίθηση ότι θα τα βγάλω πέρα» (όταν αναλάμβανε την κατασκευή «μπαζούκας» για λογαριασμό του ΝΑΤΟ το 1953, μη γνωρίζοντας περί τίνος προϊόντος πρόκειται)

«Αφού τα μεταλλεία αυτά (Λάρυμνα ) ενοχλούν τόσο πολύ το τραστ των Καναδών, ας μου δώσουν εκατό εκατομμύρια και τα κλείνω…» (1954)

«Μπορεί να πέσετε εσείς, μπορεί να πέσει η κυβέρνηση Καραμανλή, εγώ πάντως δεν πρόκειται να πέσω…» (προς τον Δ. Χέλμη το 1958)

«Άνθρωποι διευθύνοντες το μεγαλύτερο πιστωτικό ίδρυμα (Εθνική Τράπεζα) θυσιάζουν με ελαφριά τη συνείδηση τα συμφέροντα της χώρας και τον υπόγειο πλούτο αυτής ωσάν να επρόκειτο περί παλιατσαρίας!» (για την υπόθεση του νικελίου της Λάρυμνας το 1960)

«Η Εθνική Τράπεζα έπαψε να συνεχίζει την παράδοσή της και μετατράπηκε σε τοκογλυφικό σαραφλίδικο (τοκογλυφείο)» (1960)

«Δεν πρέπει να αυταπατώμεθα. Είμαστε δορυφόροι σας (η Ελλάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες)… Γι αυτό ό,τι στραβό γίνει σ’ αυτό τον τόπο το φορτώνουμε στην Αμερική και η κοινή γνώμη στρέφεται εναντίον σας (προς την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα το 1962, με τη συμβουλή «να μην ποντάρει σε ένα μόνο κόμμα») μυθος και πραγματικοτητα στη ζωη του μποδοσακη

«… Θα έφερνα στον Πειραιά το αγγλικό ναυαρχείο»
Ο μύθος και η πραγματικότητα συμπλέκονται στη δράση του Μποδοσάκη, από τα πρώτα του ακόμη βήματα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ως το τέλος της ζωής του.

Μάλιστα οι συνεργάτες του διάλεξαν μια παραδοξολογία του για να τον αποχαιρετήσουν, όταν πέθανε το 1979. Με αυτή θεώρησαν ότι καταδεικνύεται το επιχειρηματικό μεγαλείο του. Σύμφωνα με αυτή, λίγο πριν από την έναρξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, βρέθηκε στο Λονδίνο για ζητήματα πολεμικής προπαρασκευής και την ανάθεση αγγλικών παραγγελιών: «Η συνεννόηση επέτυχε, το Αγγλικό Ναυαρχείο και οι ψύχραιμοι θαλασσοκράτορες ενθουσιάστηκαν με τα προσόντα αυτού του Έλληνα. Αυτός (ο Μποδοσάκης) εμπιστεύτηκε σε φίλο του ότι, αν γνώριζε και την αγγλική γλώσσα, θα κατάφερνε να τους πάρει το αγγλικό ναυαρχείο και να το μεταφέρει στον Πειραιά…»

Διάλογοι
Ιδού ένα ενδεικτικό για την ιδιοσυγκρασία του απάνθισμα διαλόγων που είχε κατά καιρούς:

-Μποδοσάκη θα σε κάνω μεγάλο άνθρωπο!

-Κύριε πρόεδρε, είμαι βιομήχανος και θέλω να μείνω βιομήχανος. Δεν έχω καμία διάθεση να γίνω μεγάλος άνθρωπος…

(συνομιλία με τον Μεταξά, όταν ο Μποδοσάκης βρήκε τρόπο προμήθειας του στρατού το 1940 με πυροσωλήνες )

-Μεγαλειότατε, εδώ μοιράζουμε με το τσουβάλι τενεκέδες…

-Τι είναι αυτοί οι τενεκέδες;

-Τα παράσημα!

Θέλεις μήπως κι εσύ;

-Όχι, για τον Θεό μεγαλειότατε! Θέλω μερικούς για τους Γερμανούς…

(συνομιλία με τον Γεώργιο Β τις παραμονές κήρυξης του Παγκοσμίου Πολέμου. Δεκαπέντε χρόνια μετά ο Μποδοσάκης θα φορά με «καμάρι» το δικό του… τενεκέ).

– Τι θα έλεγες αν γινόταν πρωθυπουργός ο Κορυζής;

-Αν θεωρείται ότι ο πόλεμος είναι τραπεζική υπόθεση, να τον κάνετε. Διαφορετικά, θα ήταν έγκλημα. Άλλωστε ο άνθρωπος αυτός ούτε για τραπεζίτης δεν κάνει…

(συζήτηση με στελέχη του μεταξικού καθεστώτος μετά τον θάνατο του Μεταξά)

-Τι δουλειά έχουμε εδώ, μεγαλειότατε; Είμαστε αλήτες!

-Πώς και γιατί είμαστε αλήτες;

-Είναι φανερό, μεγαλειότατε, ότι όταν κάποιος χάσει την πατρίδα του είναι σαν τον περιπλανώμενο Ιουδαίο

(ο Μποδοσάκης στον βασιλιά Γεώργιο, όταν βρισκόταν στο Κάιρο μετά την εισβολή των ναζί στην Ελλάδα)

– Μην αυταπατάσαι. Χωρίς το όνομα Βενιζέλος, δεν θα σου εμπιστευόμουν ούτε οκτώ γουρούνια…

-Γιατί;

-Γιατί το βράδυ θα μου έφερνες επτά!

(ανταλλαγή «απόψεων» με τον Σοφοκλή Βενιζέλο το 1943 για την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση)

-Τι γυρεύεις εδώ, κύριε Μποδοσάκη; Μήπως πας για υπουργός;

-Εγώ δεν εννοώ να γίνω πρώην, όπως κάθε τόσο γίνεσαι εσύ. Είμαι και θα παραμείνω ο Μποδοσάκης

(«μπηχτές» στον αντιπρόεδρο της ελληνικής κυβέρνησης Κ. Τσαλδάρη το 1950 στην αμερικανική πρεσβεία)

-Μεγάλος άνθρωπος, τζάνουμ! Μεγάλος άνθρωπος (ο Ντε Γκολ)

– Το έχει πάρει επάνω του!

-Κι άλλοι το έχουν πάρει επάνω τους, χωρίς να είναι μεγάλοι!

-Ποιον εννοείτε;

-Εσύ ποιον λες;

(συζήτηση σε δημοσιογραφικό «πηγαδάκι» κατά την επίσκεψη του Γάλλου προέδρου στην Αθήνα το 1963. «Ακατονόμαστος» ήταν, βεβαίως ο Κ. Καραμανλής)

(Τα αποφθέγματα και οι διάλογοι έχουν αντληθεί από τις δύο βιογραφίες του ( Βρ. Σωτηρόπουλος «Μποδοσάκης», Κ. Χατζιώτης «Πρόδρομος Μποδοσάκης Αθανασιάδης», το «Αναμνηστικόν Λεύκωμα» της ΠΥΡΚΑΛ, όπως και από δημοσιεύματα του Τύπου)

ἡμερησία

Το μεράκι του Μποδοσάκη για τη βιομηχανία και το σαράκι της πολιτικής.

Είδα για πρώτη φορά τον Μποδοσάκη την άνοιξη του 1965, όταν μαζί με άλλους δημοσιογράφους μας ξενάγησε με περηφάνια στις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις στη Λάρυμνα, όπου το νέο του μεταλλουργικό εργοστάσιο παρήγαγε 1.500 τόνους σιδηρονικέλιο τον χρόνο. Μαζί με τον Πέτσαβο στη Λαπωνία, ήταν τα μοναδικά στην Ευρώπη νικελιούχα μεταλλεύματα και η αξιοποίησή τους ανεδείκνυε τον ορυκτό πλούτο της χώρας. Εκείνη την εποχή ήμουν δημοσιογράφος στην «Αυγή» και παρ’ ότι ο Μποδοσάκης ήταν ορκισμένος αντικομμουνιστής, η εντολή της εφημερίδας μου ήταν να γράψω επαινετικά για το δημιούργημά του στη Λάρυμνα. Ηταν, άλλωστε, η εποχή που η Αριστερά ζούσε το όραμα του αδικοχαμένου Δημήτρη Μπάτση, ο οποίος με το βιβλίο του «Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα», αντιμαχόταν τους θιασώτες της Ψωροκώσταινας, η οποία ακόμη και για τον διάσημο Βαρβαρέσο δεν είχε άλλο μέλλον, παρά τη γεωργία και την κτηνοτροφία! Τον ξαναείδα για δεύτερη φορά, το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, όταν οι σύμβουλοι του νεαρού βασιλιά Κωνσταντίνου του ετοίμασαν ένα πρόγραμμα επίσκεψης στις μεγάλες βιομηχανίες και τον συνοδεύσαμε και εμείς οι δημοσιογράφοι. Αυτή τη φορά, πήγαμε στη Δραπετσώνα, στις εγκαταστάσεις της Ανώνυμης Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων, που ήταν η μεγαλύτερη επιχείρηση του Μποδοσάκη και η πρώτη χημική βιομηχανία της χώρας.

Ο Μποδοσάκης παρέθεσε ένα πλούσιο τραπέζι στον άνακτα με καλύτερο πιάτο, ένα δικής του ευρεσιτεχνίας, λεπτό κοκορέτσι(!) και είπε λίγα λόγια να τον καλωσορίσει. Τον παρακολουθούσα εντυπωσιασμένος, καθώς μιλούσε σιγά, αργά και με χαμηλωμένα πάντα τα μάτια, όπως όλοι οι Μικρασιάτες, που είχαν ζήσει για χρόνια την τουρκική τυραννία. Οταν, όμως, ξαφνικά και για μια στιγμή σήκωσε τα μάτια, αστραποβολούσε το βλέμμα του, άλλοτε δαιμονικά και άλλοτε σαρκαστικά και αντιλαμβανόσουν αμέσως ότι απέναντί σου είχες όχι μόνο έναν διορατικό, δραστήριο και τολμηρό επιχειρηματία, αλλά και μια πολυμήχανη και αδίστακτη προσωπικότητα, έναν άνθρωπο διψασμένο για δύναμη και εξουσία.

Δημιουργός

Και όντως, ήταν και τα δύο ο Μποδοσάκης, ο μπέης της ελληνικής βιομηχανίας. Πρώτα απ’ όλα, δημιουργός, αφού το μεράκι του ήταν να στήνει βαριές βιομηχανίες, που αξιοποιούσαν τον ορυκτό πλούτο της χώρας, όπως η ΛΙΠΤΟΛ στην Πτολεμαΐδα με τον Λιγνίτη, η Λάρυμνα με το νικέλιο, η Κασσάνδρα με τον σιδηροπυρίτη, τα Λιπάσματα, το Καλυκοποιείο και το Πυριτιδοποιείο κ.λπ., όλα σε συνεργασία με τους πιο φημισμένους διεθνείς βιομηχανικούς οίκους, όπως π.χ. ο οίκος Krupp της Γερμανίας. Οπως μου έλεγε αργότερα ο ίδιος: «Με τα πολλά λεφτά που απέκτησα στην Τουρκία, (όπου ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στα 15 του χρόνια ως αλευροβιομήχανος) θα μπορούσα εύκολα να γίνω ένας μεγάλος εφοπλιστής ή ένας δυνατός τραπεζίτης. Τίποτε από αυτά όμως δεν με συγκινούσε. Το μεράκι μου ήταν να φτιάχνω εργοστάσια και να αντικρίζω τον καπνό που άφηναν οι υψικάμινοι!». Και το όνειρό του έγινε πραγματικότητα όταν γύρω στη δεκαετία του ’60 έφθασε ο Μποδοσάκης να έχει στην ιδιοκτησία του τη μισή βιομηχανία της χώρας!

Τον Μάιο του 1956 επισκέφθηκε επισήμως την Ελλάδα ο Γερμανός πρόεδρος Χόις και στη δεξίωση προς τιμήν του στα ανάκτορα, όταν έφθασε καλεσμένος και ο Μποδοσάκης, ο αυλάρχης της βασίλισσας Λελούδας, τον οδήγησε κατευθείαν στη Φρειδερίκη. Και εκείνη παρουσίασε τον Μποδοσάκη στον Γερμανό Πρόεδρο λέγοντάς του: «Αυτός είναι η Ελλάς!». Και όντως ο Μποδοσάκης με τον δεσμό του με τα Ανάκτορα, τις άριστες σχέσεις του με Πλαστήρα και Παπάγο, με Μαρκεζίνη και Σοφοκλή Βενιζέλο, με Αμερικανούς, Αγγλους και Γερμανούς κ.λπ. διαφέντευε την ελληνική οικονομία στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτός ήταν που είπε την περίφημη φράση «Οι επιχειρηματίες είναι πάντα με το γκουβέρνο», που έγινε απαραβίαστο δόγμα για τους μετέπειτα προέδρους του ΣΕΒ. Τη διαφέντευε αυταρχικά και με σκληρότητα, αφού αν το μπορούσε εξόντωνε τους ανταγωνιστές του. «Πνίχτε μου τον Ανδρεάδη», ζητούσε από κυβερνητικό παράγοντα, όταν ο Χιώτης τραπεζίτης ξεκίνησε να φτιάξει στη Νέα Καρβάλη το 1962, εργοστάσιο φωσφορικών λιπασμάτων. Το 1947, όταν είχε ολοκληρώσει την εξαγορά από τον Αλέκο Κανελλόπουλο των Λιπασμάτων της Δραπετσώνας που όδευαν προς χρεοκοπία, άλλαξε με δικούς του ανθρώπους όλα τα στελέχη και ο πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας Αλ. Διομήδης του είπε: «Συμπεριφέρεσαι σαν να είσαι γενικός γραμματέας κόμματος, σαν τον Στάλιν δηλαδή, αφού διευθύνεις την αυτοκρατορία σου με σιδερένια πυγμή».

Το μοιραίο λάθος όμως, αυτού του γίγαντα της ελληνικής βιομηχανίας, που του στοίχισε περιπέτειες και συγκρούσεις, ήταν ότι μαζί με το μεράκι του δημιουργού είχε και το σαράκι της πολιτικής και την άμετρη φιλοδοξία να κατευθύνει από το παρασκήνιο την πολιτική ζωή της χώρας. Το μικρόβιο της πολιτικής το «κόλλησε» όταν γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που ήταν άλλωστε ο αγαπημένος όλων των αλύτρωτων Μικρασιατών. Τον γνώρισε σαν πρωθυπουργό τον Δεκέμβριο του 1919, σε μια συνάντηση στο σπίτι του Εθνάρχη στη γωνία της λεωφόρου Πανεπιστημίου και της οδού Αμερικής και γοητεύθηκε. Οπως έχει γράψει ο ίδιος στις προσωπικές του σημειώσεις, «όταν έφυγα από το σπίτι του πρωθυπουργού, ένιωθα διαφορετικός άνθρωπος. Είχε ενσταλάξει στην ψυχή μου τη βαθύτατη πίστη του στα πεπρωμένα της φυλής μας». Από τότε ο Μποδοσάκης έκανε ό,τι του υπεδείκνυε ο Βενιζέλος, τις επιθυμίες του οποίου άλλωστε και χρόνια πριν τις ικανοποιούσε. Ετσι, τον Δεκέμβριο του 1918 αγόρασε έναντι 5.250.000 γαλλικών φράγκων, το πολυτελέστερο ξενοδοχείο της Κωνσταντινούπολης το «Πέρα Παλλάς» που ανήκε στη γαλλική εταιρεία «Wagons-Lits» γιατί ο συνταγματάρχης Γεώργιος Κατεχάκης του είπε ότι ο Βενιζέλος θα ήθελε να καταλύουν στο ξενοδοχείο αυτό οι Ελληνες αξιωματικοί που είχαν πλημμυρίσει την Πόλη. Επίσης, το 1921, κατόπιν πάλι επιθυμίας του Βενιζέλου έδωσε το σεβαστό ποσό των 40.000 χρυσών λιρών στον Δημήτριο Λαμπράκη για να εκδώσει δύο βενιζελικές εφημερίδες, το «Ελεύθερο Βήμα» και τα «Αθηναϊκά Νέα».

Πολιτικός που επηρέασε επίσης καθοριστικά τη δραστηριότητα του Μποδοσάκη απεδείχθη και ο Σπύρος Μαρκεζίνης, τον οποίο θαύμαζε για την ευφυΐα και την τόλμη του στην οικονομία, αποκορύφωμα της οποίας ήταν η υποτίμηση της δραχμής και η απελευθέρωση των εισαγωγών το 1953. Οταν ο Μαρκεζίνης παραιτήθηκε από υπουργός Συντονισμού της κυβέρνησης Παπάγου την 1.4.1954, ο Μποδοσάκης παρέμεινε φίλος, υποστηρικτής του και συνεργάτης του μέχρι τον θάνατό του. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η κυβέρνηση Μαρκεζίνη που έγινε το 1973 μετά το Πολυτεχνείο στελεχώθηκε από υπουργούς που πρότεινε ο Μποδοσάκης.

Καχυποψία

Η στενή σχέση του Μποδοσάκη με τη Φρειδερίκη και τα συχνά διαβούλια στο σπίτι του Μαρκεζίνη με Λαμπράκη και Σοφοκλή Βενιζέλο για τα οποία ενημερωνόταν η βασίλισσα είχαν ενοχλήσει τον Καραμανλή από τις πρώτες ημέρες της πρωθυπουργίας του τον Οκτώβριο του 1955 και του το διεμήνυσε με τη φράση «κάθησε ήσυχα!», όταν τον θεώρησε υποκινητή της βίαιης επίθεσης της κεντρώας αντιπολίτευσης που οδήγησε στις 28 Μαΐου 1956 στην παραίτηση του υπουργού Εξωτερικών Σπύρου Θεοτόκη. Ο Μποδοσάκης ζήτησε να δει τον Καραμανλή και του είπε: «Δεν λέω ότι εγκατέλειψα τον Μαρκεζίνη, θα ήμουν άνανδρος αν το έκανα, ούτε κρύβω ότι είμαι βενιζελογενής. Αλλά στις εκλογές σε ψήφισα. Γιατί να σε πολεμήσω τώρα; Για να φέρω ποιον;». Η καχυποψία όμως μεταξύ των δύο αυτών ανδρών, που είχαν κοινά χαρακτηριστικά, την υπεροψία και την αυταρχικότητα, παρέμεινε έντονη και όταν τον Φεβρουάριο του 1958, ο Παπαληγούρας, ο Ράλλης και άλλοι 13 βουλευτές έφυγαν από την ΕΡΕ, ο Καραμανλής απέδωσε την κίνηση σε συνωμοσία του Μποδοσάκη με τον φίλο του αυλάρχη του Παύλου, τον πτέραρχο Ποταμιάνο.

Οι μετοχές

Ο Καραμανλής προχώρησε το 1958 σε πρόωρες εκλογές με ενισχυμένη αναλογική και όταν τις κέρδισε φέρθηκε με σκληρότητα στον Μποδοσάκη την «εκτέλεση» του οποίου ανέθεσε σε δύο φανατικούς αντιβενιζελικούς. Στον υπουργό Συντονισμού Αριστείδη Πρωτοπαπαδάκη που ποτέ δεν είχε λησμονήσει την προ 35ετίας εκτέλεση του πατέρα του από την Επανάσταση του ’22 και στον διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Δημήτρη Χέλμη. Εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη για πρόσθετο δανεισμό του Μποδοσάκη τον ανάγκασαν να εκχωρήσει στο κράτος τις μετοχές της ΛΙΠΤΟΛ, που ήταν το μεγαλύτερο βιομηχανικό συγκρότημα στη Βόρειο Ελλάδα με ορυχείο λιγνίτη, εργοστάσιο παραγωγής λιγνιτοπλίνθων, εργοστάσιο αζωτούχων λιπασμάτων, ατμοηλεκτρικό σταθμό κ.λπ. Με παράπονο ο Μποδοσάκης έγραφε: «Μου πήραν ένα έργο που χωρίς τη δική μου αποκλειστική πρωτοβουλία, τον δικό μου μόχθο, τις δικές μου γνωριμίες και τις δικές μου δαπάνες δεν θα είχε γίνει ποτέ». Ο Καραμανλής αποπειράθηκε να του πάρει επίσης τη Δραπετσώνα και το Καλυκοποιείο αλλά τελικά με συμβιβαστική παρέμβαση του Σοφοκλή Βενιζέλου δεν δόθηκε συνέχεια. Από τη σύγκρουση των δύο ανδρών ζημιωμένη βγήκε φυσικά η οικονομία, διότι πράγματι ο Μποδοσάκης είχε τέτοιες γνωριμίες και κύρος στο εξωτερικό που θα έφερνε μεγάλες επενδύσεις στη χώρα. Τον Νοέμβριο του 1954 όταν ήλθε στην Ελλάδα ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας της Γερμανίας, ο δημιουργός του γερμανικού θαύματος, ο δρ Ερχαρτ και επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις, των Λιπασμάτων και της Λάρυμνας συνέστησε στον Μποδοσάκη «προχώρα στην Πτολεμαΐδα» και όταν αυτός του είπε: «Ναι, αλλά χρειάζομαι λεφτά», η απάντηση του Ερχαρτ ήταν: «Από εμάς θα έχεις όσα θέλεις. Και όχι μόνο για την Πτολεμαΐδα αλλά και για οποιαδήποτε άλλη δική σου επιχείρηση. Γιατί σ’ εσένα προσωπικά έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη».

Στα χρόνια της μεταπολίτευσης συναντούσα τακτικά τον Μποδοσάκη. Το 1976 μου τηλεφώνησε η Ελένη Βλάχου και μου είπε: «Πήγαινε να τον δεις. Είναι gnue. Θα μάθεις πολλά». Με καλούσε στο γραφείο του και αρκετές φορές στο σπίτι του (ελάχιστους τους δέχομαι εδώ μου έλεγε φιλικά) και μου διηγείτο ιστορίες από τα παλιά. Πολλές απ’ αυτές τις έχω ήδη γράψει στην «Καθημερινή», όπως την πολυτάραχη συνάντησή του με τον Γκέρινγκ το ’38 στο ανάκτορό του στο Βερολίνο όπου τον απείλησε γιατί το Καλυκοποιείο προμήθευε με όπλα τους Κόκκινους στην Ισπανία. «Αυτούς που λέτε κόκκινους εγώ τους ξέρω για κυβερνητικούς», απάντησε πονηρά ο Μικρασιάτης. Στις εκλογές του 1977 πηγαίνοντας στο γραφείο του είδα απ’ έξω μια σειρά πολυτελείς τσάντες. Ερώτησα αφελώς περί τίνος πρόκειται και μου απάντησε με ένα αδιόρατο χαμόγελο: «Λεφτά είναι τζάνουμ. Εκλογές δεν γίνονται; Πρέπει να βοηθήσουμε και εμείς». Και μια άλλη φορά τραβώντας το συρτάρι του γραφείου του μου είπε: «Ολα τα μυστικά της πολιτικής ζωής γνωρίζει το συρτάρι αυτό. Μόνο αυτόν τον βελζεβούλη, τον Παπαληγούρα, αλλά και τον Ράλλη δεν συνάντησε».

Επεισόδιο

Τελειώνοντας θέλω να σημειώσω ένα επεισόδιο που έζησα και που αποδεικνύει τις εθνικές ευαισθησίες αυτού του σκληρού άνδρα που με τις προσφορές του στην πατρίδα ανεδείχθη όπως έλεγε και ο Μαρκεζίνης «σε εν ζωή εθνικός ευεργέτης». Το επεισόδιο συνέβη τον Οκτώβριο του 1976 στο γραφείο του τότε υπουργού Συντονισμού Παναγή Παπαληγούρα. Είχα ραντεβού μαζί του στις 8.30 το πρωί, αλλά η γραμματέας του κ. Τσούκα μου είπε να περιμένω γιατί μέσα ήταν ο Μποδοσάκης και ο διευθυντής του υπουργείου κ. Σάκης Χαλκιάδης. Οπως έμαθα μετά, ο Μποδοσάκης καβγάδιζε, ζητώντας να του δοθεί ακέραιη η επιδότηση της 1574 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής για τις εξαγωγές σε νικέλιο, που την υπολόγιζε ο ίδιος σε 18 εκατ. δρχ. και ο Χαλκιάδης την κατέβαζε στα 14. Ο Μπέης φώναζε στον Παναγή «να εφαρμόσεις τον νόμο και να μου δώσεις την επιδότηση που δικαιούμαι όπως τη δίνεις στον Κατσάμπα και τον Δράκο».

Πάνω στον καβγά μπαίνει στο γραφείο ο υπουργός Εθνικής Αμυνας, Ευάγ. Αβέρωφ και λέει αναστατωμένος: «Παναγή, πρέπει να δώσεις αμέσως εντολή στον υπουργό Οικονομικών (Ευάγγ. Δεβλέτογλου) να στείλει παρευθύς επιταγή στα ναυπηγεία της Βρέμης για να πάρουμε τη φρεγάτα του ναυτικού μας. Τηλεφώνησα στον Δεβλέτογλου, αλλά μου είπε ότι ο προϋπολογισμός του υπουργείου μου έχει εξαντληθεί και αρνείται να στείλει την επιταγή». Ολα αυτά ο Αβέρωφ τα έλεγε με άγχος και αγωνία και ο Μπέης, που τον άκουγε εντυπωσιασμένος, βγάζει ξαφνικά από τη μέσα τσέπη του σακακιού του ένα μπλοκ επιταγών, υπογράφει μία και τη δίνει του Παπαληγούρα, λέγοντας: «Παναγή ξέχασε τα λεφτά που μου χρωστάς. Δεν τα θέλω. Αφού η αγορά της φρεγάτας είναι για την Ελλάδα πάρε την επιταγή και δώστη στον Αβέρωφ». Η επιταγή που υπέγραψε ο Μποδοσάκης ήταν για 174 εκατ. δρχ. Η κ. Τσούκα δύο φορές έφερε καταπραϋντικά χάπια στον νευρώδη υπουργό: Μια κατά τη διάρκεια του καβγά για τα 14 εκατ. της επιδότησης και μια μετά για να τον ισορροπήσει από το σοκ της επιταγής των 174 εκατ. δρχ. Ο Παπαληγούρας και ο Αβέρωφ ασπάστηκαν πολλές φορές τον Μποδοσάκη, ευχαριστώντας τον.

Καθημερινή.

(Visited 398 times, 1 visits today)




Leave a Reply