Ἕνα μεγάλο σπυρί… πονᾶ γιὰ χρόνια… Τὸ κουβαλᾶς, σὲ τρώει, σὲ μαραζώνει…Γεμάτο πῦον, γεμάτο μαῦρο καὶ σιχαμερὸ πῦον…
Ἴσως νὰ εἶναι ἀπὸ μίαν ξεχασμένη σφαίρα κάπου μέσα στὸ σῶμα σου…
Ἴσως ἀπὸ κάποιαν δυσλειτουργία τοῦ ὀργανισμοῦ…
Ἕνα μεγάλο σπυρί… πονᾶ γιὰ χρόνια… Τὸ κουβαλᾶς, σὲ τρώει, σὲ μαραζώνει…Γεμάτο πῦον, γεμάτο μαῦρο καὶ σιχαμερὸ πῦον…
Ο πατέρας μου ήταν για τους πολλούς επιτυχημένος. Έζησε στην κατοχή, μας έλεγε ότι όταν ήταν παιδάκι είδε ένα άλλο συνομήλικο αγόρι να τρώει αυγό και λιποθύμησε. Τον λιποθύμησε η λαχτάρα του για το αυγό!! Από τότε πείσμωσε και υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι δεν θα ξαναπεινάσει -και δεν ξαναπείνασε. Συνέχεια
Ὅπου κι ἐὰν κυττάξω διαβάζω γιὰ τὸν ὗπνο μου!
Ὅπου κι ἐὰν στραφῶ κάποιος θὰἰσχυριστῇ πὼς κοιμᾶμαι καὶ χρειάζομαι ἀφύπνισι!
Ὅπου κι ἐὰν σταθῶ κάποιος θὰ προσπαθήσῃ νὰ μὲ ξεκουνήσῃ χαρακτηρίζοντάς με φυτό!
Τοῖχοι, κᾶδοι, ἀφίσσες, πανῶ, μηνυματάκια, τραγουδάκια….
Ὅλα ἔχουν ἀλλάξη χρώματα…
Εἶμαι πρόβατο καὶ ψάχνω τσοπάνη!
Εἶμαι φυτὸ καὶ χρειάζομαι κλάδεμα!
Συνέχεια
Οἱ σημερινοί Ἕλληνες – οἱ περισσότεροι – εἶναι ἕνας λαός πού ἔχει μάθει νά καλοπερνᾶ, γυρίζοντας στίς ταβέρνες, στίς καφετέριες, στά γήπεδα, πηγαίνοντας ἐκδρομές καί ταξιδάκια.
Βλέπει μέ τίς ὧρες τηλεόρασι, μπαίνει στό διαδίκτυο καί παίζει παιχνίδια ἤ χτυπᾶ καμμία γκόμενα στό γραφεῖο ἤ μέσω facebook.
Πηγαίνει τό πρωί στήν δουλειά καί φροντίζει νά βρῇ κανέναν Ἀλβανό ἤ Πακιστανό νά κάνῃ αὐτά πού θά ἔπρεπε νά κάνῃ ἐκεῖνος.
Ἐπίσης, γαλουχεῖ τά παιδιά του νά σπουδάσουν γιά νά ἔχουν ἕνα πτυχίο, βρέ ἀδερφέ, γιά νά μπορέσῃ νά τό κορνιζάρει καί νά τό κυττᾶ.
Δέν βρίσκει δουλειά γιατί δέν κάνει ὁποιαδήποτε δουλειά. Μόνο ἀπό διευθυντής καί πάνω. Τίς ἄλλες τίς κάνουν οἱ λαθρομετανάστες. Μή μᾶς Συνέχεια
«Δὲν γίνεται ῥὲ φίλε νὰ φάω ἐγὼ τὴν πούτσα καὶ νὰ ἔλθῃς ἐσὺ νὰ μὲ κυβερνήσῃς!!! Δὲν γίνεται! Ἔχω κάνει μόνος μου ὅλον τὸν ἀγώνα, ἔχω φάει ὅλα τὰ σκατά καί θά φέρω ἐσένα νά μοῦ κάτσῃς στόν σβέρκο; Θὰ σὲ φάω! Μόνος μου θὰ τὸ κάνω! ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ!!!» (Ἡ Στεφανία λέει συχνὰ τὰ παραπάνω κι ἐγὼ συμφωνῶ μαζύ της ἀπόλυτα!!!)
Δὲν γίνονται λοιπὸν αὐτά. Ἢ θὰ βγοῦμε παρέα νὰ φᾶμε τὴν καταιγίδα, ἢ θὰ τὴν φάω μόνη μου καὶ κατ’ ἐπέκτασιν θὰ πράξω ἀργότερα μόνη μου τὰ πάντα. Ἐγὼ θὰ μὲ σώσω! Σωτῆρες δὲν χρειάζομαι!