
Α. Μέχρι τοὺς χρόνους τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου οἱ ἀριθμοὶ ἐγράφοντο ὁλογράφως: εἷς μία ἕν, δύω, τρεῖς τρία, κ.οκ. Τὰ μέχρι τοῦ 100 ἀπόλυτα καὶ τακτικὰ ἀριθμητικά, τὰ ὁποῖα ὑπολείπονταν τῆς ἑπομένης δεκάδας κατὰ μία ἢ δύο μονάδες, δηλώνονταν περιφραστικὰ μὲ τὴ μετοχὴ δέων/δέουσα/δέον, δέοντες/δέουσαι/δέοντα (28= δυοῖν δέοντα τριάκοντα, 49= ἑνὸς δέων πεντηκοστός). Μόνο οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ἐπινοήσει καὶ ἐφάρμοζαν ἀριθμητικὸ διὰ συμβόλων σύστημα ἀπὸ τὰ ἀρχικὰ τῶν γραμμάτων τῶν ἀριθμῶν ὡς κάτωθι: Συνέχεια


Ἐφ΄ ὅσον ὅλοι μας διαβιοῦμε σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ὅλοι κάτι ἔχουν νὰ ποῦν, κοντὸ ἢ μακρύ, ἀληθὲς ἢ ψεδές, ἀνιστόρητον ἢ ἀληθές, καλὸ εἶναι, σιγὰ σιγά, νὰ ἐπιλέξουμε τὴν πλευρά, στὴν ὁποίαν ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς θὰ σταθῆ. Καὶ ἡ πλευρὰ αὐτὴ ἔχει μερικοὺς βασικοὺς κανόνες, ὅρους κι ἀπαιτήσεις. Αὐτὴ ἡ πλευρὰ ἀξιώνει ἀπὸ τοὺς μετέχοντες νὰ πορεύονται διαρκῶς, ἄνευ ἐκπτώσεων καὶ συμβιβασμῶν, πρὸς τὴν Ἀνδρεία, τὴν Ἀρετὴ καὶ τὴν ἀληθὴ Ἁγαθότητα.