Ἡ Collection τοῦ Γ΄ Ῥάιχ.

Τὴν περίοδο τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, τὶς στρατιωτικὲς στολὲς τοῦ χιτλερικοῦ στρατοῦ ἔραβε ὁ Γερμανὸς Hugo Boss.
Ἔκτοτε ἔγινε παγκοσμίως γνωστὸς.
Συνέχεια →

Ξεκινᾶμε;

Ὄχι ἀκόμη γιὰ μακρυνὰ ταξείδια.
Οὔτε γιὰ ἐξωτικὲς ἐξερευνήσεις…
Οὔτε κἄν γιὰ νὰ κερδίσουμε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβιώσεως…
Καλῶς ἤ  κακῶς, τὶς ὧρες ποὺ ΔΕΝ θὰ μποροῦμε νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ πραγματικὸ ταξείδι τῆς ζωῆς μας, καταπιανόμεθα μὲ ὅλα τὰ παραπάνω κι ἄλλα τόσα.
Γιά ποῦ λοιπόν;;; Πῶς; Ἀπό ποιάν διαδρομή;;; Συνέχεια →

Ἡ κάθε ἀντιπαράθεσις μὲ τοὺς ἄλλους εἶναι μία ἀντιπαράθεσις μὲ τὸν ἑαυτόν μας!!!

Οἱ περισσότεροι ἀμφισβητοῦμε τὸν ἑαυτό μας κατὰ καιρούς…
Ὁρισμένοι μάλιστα τὸν ἀμφισβητοῦν τόσο ἔντονα, ποὺ πολλὲς σχέσεις ποὺ δεν ἐπρόκειτο νὰ διαλυθοῦν κλονίστηκαν ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ φοβόταν τόσο πολύ. Συνέχεια →

Ὁ Πόλεμος.


Φοβούμενη ἡ Πηνελόπη ὅτι οἱ μνηστῆρες
θὰ θανατώσουν τὸν Τηλέμαχο ἄρχισε, γοερά,
νὰ τοὺς κακολογῇ καὶ νὰ τοὺς καταριέται. Τότε
ὁ Εὐρύμαχος τὴν ἐπλησίασε κι ἤρεμα
τῆς εἶπε· «Πηνελόπη, σὺ ποὺ εἶσαι φρόνιμη
κι ὁ νοῦς σὲ κυβερνᾶ, μὴ σὲ φοβίζουν τέτοιες σκέψεις.
Ὅσο ἐγὼ θὰ ζῶ καὶ θὰ μὲ βλέπῃ τῆς ἡμέρας
τὸ φῶς δὲ θὰ βρεθῇ ὁ ἄντρας ποὺ στὸν γιό σου θ’ ἀγγίξῃ
τὸ χέρι του, τὶ ἀλλοιῶς ἀπ’ τὸ σπαθί μου θ’ ἀναβλύσῃ
τὸ μαῦρο γαῖμα του ἂν τολμήσῃ κακεντρέχειες. Συνέχεια →

Ἀντί τῶν εἰδήσεων ἀσχολούμεθα μέ τό καλημέρισμα τῶν …Ἀθηνῶν;

Ἀντί τῶν εἰδήσεων ἀσχολούμεθα μέ τό καλημέρισμα τῶν ...Ἀθηνῶν;Καλησπέρα μας…
Εἰδήσεις καὶ πάλι ἀπόψε…
Ὅπως κάθε βράδυ δῆλα δή…
Κι ἐμεῖς; Τί κάνουμε ἐμεῖς;
Ἀναμένουμε νά ξεκινήσουν τά προπαγανδιστικά κόλπα τῶν «κρατούντων» ἤ ἀλλάζουμε συνήθειες; Συνέχεια →

Ἡ περιφρόνησις τοῦ Παγκάλου πρὸς τοὺς Ἕλληνες.

Πράγματι, προκαλεῖ ἀηδία ὁ Πάγκαλος, κάθε φορὰ ποὺ βγαίνει νὰ μιλήσῃ.

Τὸ κάνει ὅμως μᾶλλον κι αὐτὸς ἀπὸ ἀηδία.
Ἔχει ἀνάγκη νὰ μιλήσῃ δημοσίως καὶ νὰ πῇ αὐτὰ ποὺ λέει γιὰ νὰ ἐκτονώσῃ τὴν δική του ἀηδία.
Ἀπέναντι σὲ ἕναν λαό, πού, ἂντί νὰ τὸν ἔχῃ κλείσῃ στὴν φυλακή, συνεχίζει ἀκόμη νὰ τὸν μισθοδοτῇ γενναίως γιὰ τὶς ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερε καὶ νὰ τοῦ διαθέτῃ φρουρὲς γιὰ τὶς ἐξόδους του στὶς ταβέρνες.

Συνέχεια →