Κατὰ Ἀριστοτέλη ἡ ἀρετὴ εἶναι ἀνάγκη, μοναδικὴ ἐπιλογή, στόχος τῆς ἀνθρωπότητος.
Κατὰ Δημητράκο ὅμως μαθαίνουμε πὼς ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ τελεία σωματικὴ διάπλασις, ἡ ὡραιότης καὶ γενικῶς ἡ τελειότης. Εἶναι ἐπίσης ἡ ὑπεροχὴ καὶ ἡ ἀνδρεία. Αἱ ἀρεταὶ εἶναι αἱ γενναῖαι πράξεις, τὰ προτερήματα.
Ἐπίσης ἀρετὴ σημαίνει ἡ ὑπόληψις, ὁ δόξα, ἡ εὐδοκίμησις καὶ ἡ θεάρεστος πράξις. Συνέχεια

Μὲ τὴν φίλη μου τὴν Ὄλγα, πρὸ ἐτῶν, βρεθήκαμε κάπου γιὰ νὰ τὰ ποῦμε.
Νεοαθηναϊκὴ «κοινή» εἶναι ἐκείνη ἡ γλῶσσα, τῆς ὁποίου οἱ ὁμιληταὶ θεωροῦν χωριάτες ὅσους κόβουν φωνήεντα ἀπό τὶς λέξεις, ὅπως γιὰ παράδειγμα μλάρ, κριθάρ, κλπ…
Πρὸς ἀνάμνησιν τῶν παλαιῶν, βεβαίωσιν τῶν ἀμφιβαλλόντων καὶ διδαχὴν τῶν νεωτέρων ἢ ἀρχαρίων τοῦ πολυτονικοῦ.