Ἡ χρῆσις τῆς βαρείας κ.ἄ.

Ἡ χρῆσις τῆς βαρείας κ.ἄ.Πρὸς ἀνάμνησιν τῶν παλαιῶν, βεβαίωσιν τῶν ἀμφιβαλλόντων καὶ διδαχὴν τῶν νεωτέρων ἢ ἀρχαρίων τοῦ πολυτονικοῦ.

Ἡ βαρεῖα γράφεται ἀντὶ τῆς ὀξείας (ποτέ τῆς περισπωμένης) ὅταν τὴν ὀξύτονον λέξιν ἀκολουθῇ λέξις φέρουσα τόνον, ἀδιαφόρως ἐὰν ἡ ἑπομένη φέρῃ ὀξεῖαν, βαρεῖαν ἢ περισπωμένην καὶ ἐπὶ τίνος συλλαβῆς.

Ἡ βαρεῖα γράφεται, δηλαδή, μόνον ἐπὶ τῆς ληγούσης, λέγεται ὅμως ἐν πάσει «μὴ τονουμένῃ» συλλαβῇ, χωρίς νὰ γραφῇ. Αἱ ἄτονοι συλλαβαί, ὀνομάζονται διὰ τοῦτο καὶ «βαρύτονοι». 

Δὲν γράφεται δέ, ὅταν ἀκολουθῇ σημεῖον στίξεως, ἢ ἀναφορικὴ ἀντωνυμία (ἢ πρότασις) ἢ ὅταν δηλοῦμεν κάτι παρενθετικῶς κ.λπ. διότι ἀλλάζει ὁ «τόνος τῆς φωνῆς μας» ὥστε νὰ μὴν διακοπῇ ὁ εἱρμὸς τῶν λεγομένων μας, ποὺ λέγονται συνήθως στὸ ἴδιο τονικὸν ὕψος. Γενικῶς, δὲν τίθεται βαρεῖα ἂν ἀκολουθῇ παῦσις τῆς ῥοῆς τοῦ λόγου. 

Δύναται ὅμως νὰ τεθῇ, κατ᾽ἀπόκλισιν ἐκ τῶν ἀνωτέρω, ἐὰν θέλωμε ἀκριβῶς νὰ τονίσωμε π.χ. μίαν ἰδιότηταν (ἐπίθετον) κάποιου οὐσιαστικοῦ, ὅπως ἐν τῷ: «καλΟς ἄνθρωπος» ἀντὶ τοῦ «καλὸς νθρωπος», ἢ «ΚΑΙ θὰ πᾶς ΚΑΙ θὰ ἔλθῃς» ὅπου τὸ κυρίως νόημα ἀπαιτεῖ ἰδιαίτερον τονισμὸν τῆς σημειοδοτούσης λέξεως.

Δὲν τίθεται ποτέ στὰ ἐρωτηματικά: τί, ποιός κ.λπ. καὶ στὰ δεικτικὰ: νά, αὐτός κ.λπ.

Τίθεται ἐπὶ τῶν ἐπιφωνημάτων, ὅταν ἡ δηλουμένη διάθεσις εἶναι κατατονική: ἂχ (χάνομαι), ὢχ (τελείωσε), οὒφ (βαριέμαι), ἀντιθέτως: ἄχ (μὲ τσίμπησες), ὤχ (τὸ μάτι μου), οὔφ (πιά!) κ.λπ. ὀξύνονται.

Ὡς σύμβολον ὅμως μᾶλλον ἐκφράσεως παρά τῆς φύσεως τῶν λέξεων (ἠρεμίας ἢ πτώσεως τῆς φωνῆς) μπορεῖ νὰ τεθῇ, πάλιν κατ᾽ ἀπόκλισιν ἐκ τῶν ἄνω, διότι ἡ χρῆσις της εἶναι «ἐλαστικὴ».

Γενικά

Κάθε λόγος τῆς φωνῆς δύναται νὰ παρασταθῇ γραπτῶς διὰ τοῦ ἀλφαβήτου. Τὸ πρωτόγονον τοῦτον εἶδος φωνογράφου χρησιμοποιεῖ (πλέον) τὰ 24 γνωστὰ γράμματα, πρὸς δήλωσιν αἰσθήματος, νοήματος καὶ πληροφορίας. Ἡ φωνὴ εἶναι ἡ σκόπιμος καὶ ἄυλος ἐπέκτασις τοῦ σώματός μας καὶ πέραν τῶν ἄνω, δύναται νὰ κινήσῃ ἢ να ἀποτρέψῃ δρᾶσιν, νὰ θωπεύσῃ ἢ κατακεραυνώσῃ, νὰ εἶναι ἐρωτικὴ ἢ ἐριστική, τραχεῖα ἢ λεία, φωτεινὴ ἢ ζοφώδης κ.ο.κ.

Τὸ πολυτονικὸν σύστημα γραφῆς ἦτο ἡ πρώτη προσπάθεια ἐκτενεστέρας γραπτῆς ἀποδόσεως (μέρους) τῆς προσῳδίας τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Κυρίως τῆς τονικῆς μελῳδίας καὶ δυναμικῆς τῶν φθόγγων. Ἡ χροιά των, καὶ ἡ ῥυθμική καὶ μετρικὴ ἀπόδοσίς των ἐπετεύχθη ἤδη διὰ τῆς παραστάσεως τῶν γραμμάτων, ὡς μακρῶν, βραχέων, διχρόνων, διπλῶν κ.λπ. ἐνῷ διὰ τῶν γεγραμμένων τόνων καθίστατο ἐπὶ πλέον δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ τις περὶ τῆς ποσότητος καὶ τῶν διχρόνων ἐν συγκεκριμέναις λέξεσιν.

Ἡ φωνὴ κατὰ τὴν ὁμιλίαν ἀνέρχεται, κατέρχεται ἢ περισπᾶται. Τοῦτο ἐν τῇ λέξει καὶ ἐν τῇ προτάσει. Οἱ τόνοι ἀναπαριστοῦν ἀκριβῶς αὐτήν τὴν κίνησιν, ἡ ὀξεῖα πρὸς τὰ ἄνω, ἡ βαρεῖα πρὸς τὰ κάτω ἢ ὡς ἐξομάλυνσις καὶ ἡ περισπωμένη τὴν περίσπασιν τῆς φωνῆς (λέγεται κατὰ δύο τρόπους: κάτω-ἄνω-κάτω ἢ/καὶ ἄνω-κάτω-ἄνω) ἐντὸς τῆς λέξεως.

Ἡ γραφὴ τῶν τόνων τῆς Ἑλληνικῆς ἀποτελεῖ, δῆλον, μουσικὴν σημειογραφίαν. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὴν ὁμιλίαν ἡ φωνὴ κινεῖται διαρκῶς, χωρὶς νὰ παραμένῃ ἐπὶ μακρὸν εἰς συγκεκριμένον τονικὸν ὕψος, δὲν χρησιμοποιήθησαν τὰ γνωστὰ σύμβολα τῶν τόνων ἐν τῇ μουσικῇ σημειογραφίᾳ, ἀλλὰ διάφορα ἄλλα σύμβολα, καθῶς ἐπίσης διότι αὐτά δὲν δηλοῦν συγκεκριμένα μουσικὰ διαστήματα ἢ τονικὰ ὕψη, ὡς ἐν τῇ μουσικῇ, ὅπου τοῦτα αὐστηρῶς καθορίζονται. Οἱ τόνοι δηλ. σημειοῦν τὴν σχετικὴν πορείαν ἢ τονικὴν σχέσιν τῆς φωνῆς ἐν ταῖς μιᾶς λέξεως συλλαβαῖς.Στὴν πρᾶξιν, ἡ ὀξεῖα ἀνεβάζει τὸν τόνο, ἡ περισπωμένη τὸν περισπᾷ καὶ ἡ βαρεῖα τὸν ἐξομαλύνει, συνήθως σὲ «χαμηλώτερη νότα» ἐνίοτε δὲ ἀνερχομένης τῆς φωνῆς, ἐὰν τούτη δι᾽οἱονδήποτε λόγον κατῆλθε ἐντελῶς (διὰ τὴν τονικὴν ἔκτασιν φωνῆς τοῦ συγκεκριμένου ὁμιλητοῦ). 

Δῆλον δή, κατὰ τὴν ὁμιλίαν ἡ ὀξύτονος συλλαβὴ ὠφείλῃ να εἶναι ἡ ὑψηλωτέρα, αἱ δὲ βαρεῖαι δύνανται νὰ λάβουν οἱονδήποτε τονικὸν ὕψος, ταπεινότερον ὅμως τῆς ὀξείας ἐν τῇ αὐτῇ λέξει. Ἡ προσωπικὴ ἔκφρασις καὶ τὸ ὕφος τοῦ λέγοντος θὰ τὸ καθορίσῃ.

Στὴν νεωτέραν Ἑλληνικὴν γλῶσσα, ὁ τόνος ἔχει ἀπὸ «μουσικός» καταστῆ «δυναμικός» καὶ, παρ᾽ ὅτι κατὰ τὴν ὁμιλίαν ἡ φωνὴ ἐξακολουθεῖ νὰ κυμαίνεται, οἱ συλλαβὲς μὲ ὀξεῖαν καὶ περισπωμένην διαβάζονται δυνατώτερα, ἀντὶ γιὰ ὑψηλότερα, ἡ δὲν βαρεῖα συνήθως αὐξάνει ἐλάχιστα τὴν ἔντασιν ἢ καὶ καθόλου. Ἡ μεταβολὴ τοῦ μουσικοῦ τόνου δὲν συμπίπτει πλέον, παρὰ σποραδικά ἢ ἐσκεμμένα, μὲ τὴν ἱστορικὴν τονικὴν ὀρθογραφίαν. Τοῦτο εἶναι βέβαια κυρίως θέμα ἀντιλήψεως τοῦ φαινομένου, διότι ἔντασις φωνῆς καὶ μελῳδία της ἐξακολουθοῦν νὰ συνυπάρχουν, δίδεται ὅμως σήμερα προσοχὴ κυρίως στὴν ἔντασι, παλαιότερα στὴν μελῳδικὴ ἀγωγήν της.

Περὶ τῶν ἄλλων τόνων ἴσως ἄλλοτε.

Ἰωάννης Στρατάκης

φωτογραφία

(Visited 31 times, 1 visits today)




Leave a Reply