Μίαν ἐνδιαφέρουσα ἀνάρτησι σᾶς παρουσιάζω σήμερα σχετικῶς μὲ τὴν ἐπιβίωσιν τῶν Ἀνθεστηρίων στὸν Βλάχικο Γᾶμο.
Μία καταγραφὴ ποὺ μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὴν διάσωσι τῶν παραδόσεων ὄχι ὡς κάτι τυχαῖον, ἀλλὰ ὡς κάτι ἰδιαιτέρως σημαντικόν.
Σημαντικόν διότι πέραν τῆς καθημερινότητός μας, κάποτε θὰ πρέπῃ νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἀπόλυτον ἐξάρτησί μας ἀπὸ τοὺς γηΐνους κύκλους. Τὴν σχέσι μας μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους καὶ τὴν ὑποχρέωσί μας στὴν διάσωσι τῆς πληροφορίας.
Ὅπως ἐπίσης, κάποτε θὰ πρέπῃ νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ὑποχρέωσίν μας καὶ τὸν σεβασμό μας πρὸς τὴν φύσιν γενικότερα. Ἡ φύσις ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι κάτι ὑπαρκτόν, κι ἂς ἀδυνατοῦμε νὰ τὴν ἀντιληφθοῦμε. Εἴμαστε τμῆμα της καὶ παραμένει ἀπαράβατος ὅρος ὁ ἐναρμονισμός μας μαζύ της.
Διότι, πέραν τῆς γραφικότητος, ποὺ ἴσως κάποιοι διακρίνουν, μέσα στὶς παραδόσεις μας ὑφίσταται γνώσις πανάρχαια. Γνώσις ποὺ ἐὰν Συνέχεια →