Ἱκανοὶ κι ἀνίκανοι

Ἱκανὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει ἱκανότητες, πολλὲς ἢ λίγες, γιὰ νὰ φέρῃ εἰς πέρας ἕνα ἔργο. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσμα ἔχουμε ἱκανοὺς ἰατρούς, ἱκανοὺς μηχανικούς, ἱκανοὺς διδασκάλους καὶ οὔτω καθ’ ἐξῆς…
Ἀνίκανος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς ἱκανότητες ἄλλων, στερούμενος ἰδίων ἱκανοτήτων. Πρὸς τοῦτον λοιπὸν οὐδεὶς ἀδαὴς περὶ τῶν ἰατρικῶν δύναται νὰ θεραπεύσῃ ἀσθένειες, ἐνᾦ ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπὸ τὶς ἰατρικὲς γνώσεις ἱκανῶν ἰατρῶν.
Συνέχεια





Ἀφοσίωσις…

Ἀφοσίωσις...Εἶναι μία κατάστασις στὴν ὁποίαν γιὰ νὰ εἰσέλθουμε χρειάζεται …ἀφοσίωσις σὲ ἕναν στόχο.
Ἕναν δικό μας στόχο.
Ἕναν στόχο ποὺ ἐμεῖς ἐπιλέξαμε, κτίσαμε μέσα στὴν φαντασία μας καὶ κατόπιν, ἀφοσιωμένοι, ἐργαζόμεθα γιὰ νὰ τὸν κατακτήσουμε. Συνέχεια





Ἡ ἀρετὴ σημαίνει…

Κατὰ Ἀριστοτέλη ἡ ἀρετὴ εἶναι ἀνάγκη, μοναδικὴ ἐπιλογή, στόχος τῆς ἀνθρωπότητος.

Κατὰ Δημητράκο ὅμως μαθαίνουμε πὼς ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ τελεία σωματικὴ διάπλασις, ἡ ὡραιότης καὶ γενικῶς ἡ τελειότης. Εἶναι ἐπίσης ἡ ὑπεροχὴ καὶ ἡ ἀνδρεία. Αἱ ἀρεταὶ εἶναι αἱ γενναῖαι πράξεις, τὰ προτερήματα.
Ἐπίσης ἀρετὴ σημαίνει ἡ ὑπόληψις, ὁ δόξα, ἡ εὐδοκίμησις καὶ ἡ θεάρεστος πράξις. Συνέχεια





Εὐθιξία

Ἡ λέξις θίγω προέρχεται ἀπὸ τὸ θιγγάνω, ποὺ σημαίνει ἐγγίζω, χειρίζομαι, ψαύω, κρατῶ, πιάνω, ἐναγκαλίζομαι, συνευρίσκομαι, ἐπιχειρῶ, βάζω χέρι καὶ τελικῶς προσβάλλω.. (Ἐξ οὔ κι ἀθίγγανος, ποὺ εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ΔΕΝ ἀρέσκεται νὰ τὸν ἐγγίζουν.)
Θίξις εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ θιγγάνω, ἡ ψαῦσις, ἡ ψηλάφησις. Συνέχεια





Τὰ ἀγαθὰ κόποις κτῶνται.

Ἀστεῖο εἶναι νὰ ἐπαναλαμβάνω μίαν φράσιν μὲ τὴν ὁποῖαν μᾶς πότισαν ἐδῶ καὶ αἰῶνες.
Τὸ ξέρουμε… Τὸ γνωρίζουμε, σὰν ἄκουσμα. Μόνον ποὺ ξεχάσαμε τὴν πραγματική του ἔννοια.
Ξεχάσαμε τὸ τὶ σημαίνει πραγματικὸ ἀγαθό.
Καὶ ἀγαθὸ ΔΕΝ εἶναι τὸ χρῆμα, ὁ πλουτισμός, ἡ διατήρησις (φαινομενικῶς) κεκτημένων δικαιωμάτων.
Ἀγαθό, στὴν πραγματικότητα, εἶναι αὐτὸ τὸ κάτι, τὸ πολὺ ἰδιαίτερον, ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς κάνῃ καλοὺς κι ἀγαθούς. Κι ὁπωσδήποτε αὐτὸ τὸ κάτι, τὸ πολὺ ἰδιαίτερον, ΔΕΝ εἶναι ἀντικείμενον. Δὲν εἶναι κτῆμα. Συνέχεια





Φήμη, Δόξα καὶ Κλέος.

Μεταγράφω ἀπὸ παλαιοτέραν δημοσίευσιν:

Ἡ ἀλήθεια γιά τήν φήμη

Ἡ λέξις φήμη προέρχεται ἐκ τοῦ ῥήματος φημί, ποὺ σημαίνει μοῦ φαίνεται.
Φημί: λέγω, διακηρύσσω, διαβεβαιῶ, ὑποστηρίζω, ἰσχυρίζομαι, νομίζω, στοχάζομαι, ὑποθέτω….
Φήμη: οὐρανόθεν φωνή, θεῖος λόγος, προφητεία, χρησμός, ἀνεξακρίβωτος λόγος, εἴδησις, διάδοσις, ἡ γενικῶς κρατοῦσα καλὴ ἤ κακὴ γνώμη περὶ τινος..

Συνέχεια