Ὁ Κολοκοτρώνης ἀπαντᾶ! (ἀναδημοσίευσις)

Ἀναδημοσιεύω μερικὰ ἀφιερώματα γιὰ τὸ …«ἀγαπημένο μας ΕΛΙΑΜΕΠ» καὶ τὴν «ἱστορία τοῦ ΣΚΑΙ(γάιδαρο)» πρὸ κειμένου νὰ …φρεσκάρουμε τὴν μνήμη μας.

Κύριε («ἱστορικέ») Βερέμη. Κι ἐσεὶς οἱ σύμβουλοί του καὶ συνεργᾶτες του. Ἐὰν πράγματι γνωρίζετε γράμματα, διαβᾶστε τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα. Πιστεύω ὅτι θ σς βοηθήσῃ διαιτέρως.

Ἴσως ὅμως νὰ σᾶς δυσκολεύῃἡ γλώσσα τοῦ Γέρου κάπως….

Νὰ βοηθήσω λοιπόν λίγο. Ἔχουμε καὶ λέμε:

1ον . Τὴν λέξι  «μπέσα» τὴν ἔχετε ἀκούσει ποτέ; Εἶναι μία συνήθεια ποὺ εἶχαν ( κι εὐτυχῶς ἀκόμη ἔχουν) κάποιοι ἄνθρωποι,  κυρίως ἄντρες, καὶ φορ στν τήρησι το λόγου ποὺ  Συνέχεια





Γιατί οἱ Ἥρωες τῆς Ἑλλάδος, ἔχουν καί συνέχεια…

«Εἰς τὸν τόπο τοῦτο, ὁποὺ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγοροῦσαν τὸν παλαιὸ καιρὸ ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των.
 
Ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου, εἰς τὴν μεγάλη δόξα τῶν προπατόρων μας, καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τὸν καιρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα, καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ νὰ κάμωμε συμπερασμοὺς καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θεὸς μόνος ἠξεύρει τὰ μέλλοντα.
 




Σιγὰ διαβάτη…

Στάσου μίαν στιγμή…
Κῦττα! Κῦττα καλά! Ἀναγνώρισε!!!
Ἐδῶ κοιμᾶται ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ!
Ὁ Γέρος μας.
Αὐτὸς ποὺ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε, σήμερα θὰ ἤσουν ἀκόμη ῥαγιᾶς…
Στάσου μία στιγμή… Σκέψου… Θυμήσου…
Συνέχεια





Σὰν σήμερα πέθανε ὁ Γέρος μας.

Ὄχι τὰ κλαριὰ νὰ μᾶς κόψῃς, ὄχι τὰ δένδρα, ὄχι τὰ σπίτια ποὺ μᾶς ἔκαψες, μόνον πέτρα ἀπάνω στὴν πέτρα νὰ μὴ μείνῃ, ἡμεῖς δὲν προσκυνοῦμε.
Τί τά δένδρα μας ἐάν τά κόψῃς καί τά κάψῃς, τήν γῆ δὲν θέλει νά σηκώσῃς καί ἡ ἴδια ἡ γῆς ποὺ τὰ ἔθρευσε, αὐτὴ ἡ ἰδία ἡ γῆς μένει δική μας καὶ τὰ ματακάνει.

Μόνον ἕνας Ἕλληνας  νὰ μείνῃ, πάντα θὰ πολεμοῦμε.
Καὶ μὴν ἐλπίζῃς πὼς τὴν γῆ μας θὰ τὴν κάμης δική σου… 

Συνέχεια





Ἡ μάχη στὸ Βαλτέτσι, ὅπως τὴν ἀφηγεῖται ὁ Γέρος μας.

Σὲ δέκα ἡμέραις περάσοντας τοὺς ἔγραψα εἷς τὸ Λεοντάρι, ὅτι «νὰ ἔλθητε νὰ πιάσουμε τὸ Βαλτέτσι». Καὶ τότε ξεκίνησε ὁ Μπεϊζαντές, οἱ Πετροβαῖοι καὶ Μεσσήνιοι 1200, Παπατσώνης. Ἐπῆγα καὶ ἐγὼ εἷς τὸ Βαλτέτσι, τοὺς λέγω: «Νὰ φτειάσετε τὰ ταμπούρια κλειστά· εἷς τὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ ἦτον μία ἐκκλησιά, νὰ γένη ταμπούρι, καθὼς καὶ δυὸ καταρράχια, ποὺ ἐδιαφέντευαν τὸ χωριό, ὀποῦ ἂν ἔλθουν οἱ Τοῦρκοι νὰ κλεισθῆτε μέσα». Μοῦ ἀπεκρίθησαν ἐκεῖνοι: «Χανόμεθα». – «Ἐσεῖς κλεισθῆτε καὶ ἐγώ σας ἔρχομαι μεντάτι, σᾶς παίρνω εἷς τὸν λαιμό μου». Ἐκείνη τὴν ἴδια ὥρα, ὅπου ἠμεῖς ἐφτειάναμε αὐτό, ἦλθεν ὁ Κεχαϊᾶς μὲ 4000 εἷς τὴν Βοστίτσα ἀπὸ τὰ Γιάννινα, ἔκαψε τὴν Βοστίτσα, ἐπέρασε εἷς τὰ Μαῦρα λιθάρια  ἀτουφέκιστος, ἔκαψε τὴν Κόρινθο. Ὁ Φλέσσας ἔκαψε τὰ σπίτια τοῦ Κιαμὴλ μπέη· ἔκαψε τὸ Ἄργος ὁ Κεχαϊᾶς, ἐπέρασε ἀπὸ τὸ Τουρνίκι, ἐμβῆκε εἷς τὴν Τριπολιτσά. Μπαίνοντας εἷς Τριπολιτσά, τοῦ ἱστόρησαν τὸν πόλεμον τὸν πρῶτον του Βαλτετσιοῦ – ποὺ ἐκυνηγήσαμεν τοὺς Ρωμαίους καὶ ἐπαινέματα τούρκικά· του εἶπαν οἱ παλιοὶ Τοῦρκοι: «Ἧσσον Ῥοῦσσοι, τοὺς κυνηγήσαμεν εἷς τὸν κάμπον τοῦ Σινάνου, ἐπροσκύνησαν». Τὸ αὐτὸ σχέδιον ἤθελον νὰ κάμουν.

Συνέχεια





Τὸ ἄσβεστον μίσος κατὰ τοῦ Κολοκοτρώνη.

Τί κι ἐάν ὁ Γέρος μας στίς καρδιές μας παραμένῃ πάντα ἡ πιό ἀγαπημένη μορφή;
Τί κι ἐάν ὁ Κολοκοτρώνης ἦταν ἀπό τά ἐλάχιστα πρόσωπα τῆς ἱστορίας πού κατάφεραν νά τήν ἀλλάξουν;
Τί κι ἐάν ἀπελευθέρωσε τήν μισή Ἑλλάδα; 

Γιὰ κάποιους παραμένει, ἀκόμη καὶ δύο αἰῶνες ἀργότερα, ἔνα ἀπὸ τὰ πλέον μισητὰ πρόσωπα ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὸν τόπο. Ἀκόμη καὶ νεκρὸ θέλουν νὰ τὸν βλάψουν.

Ἄς μὴν μᾶς ξαφνιάζῃ λοιπὸν ἡ στάσις, ἀκόμη καὶ τῆς ἐπισήμου πολιτείας, τὶς περισσότερες φορές,  κατὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κολοκοτρώνη. Εἶναι λογικό. Ἄλλως τέ, μέσα στοὺς μηχανισμοὺς αὐτῆς τῆς πολιτείας ἔχουν παρεισφρήσῃ ἀκριβῶς Συνέχεια