«Μοῦ ἔφαγαν τὰ συκώτια», ἀκοῦμε συχνὰ πυκνὰ νὰ ὁμολογοῦν οἱ συνάνθρωποί μας.
«Μᾶς ἔφαγαν τὰ συκώτια», μαρτυροῦμε ὅλοι μας, ἄλλος περισσότερο κι ἄλλος λιγότερο, διαβιώντας στὸν κόσμο τῶν καταχραστῶν, τῶν δοσιλόγων, τῶν ἐξαγορασμένων, τῶν ἀτίμων, τῶν ἀδίκων καὶ τῶν ὑπανθρώπων…
Ναί, μᾶς τὰ «ἔφαγαν» καὶ μᾶς τὰ «κατατρώγουν», ὅσο ἀκόμη κρατοῦμε μέσα μας δεμένο τὸν (ἑαυτόν μας) Προμηθέα!

Τόκυο…
Γνωρίζουν τὶ ἐπικαλοῦνται…
…ἀκόμη κι ἐὰν …δὲν γνωρίζουν!!!
Μήπως εἶναι μισέλληνες;
Μποροῦμε λοιπόν, μὲ κάθε εὐκαιρία, νὰ ἀναμασσοῦμε τὰ «περασμένα μεγαλεία» μας, νὰ τὰ διηγώμεθα γιὰ νὰ κλαῖμε…
Μοῦ λέει λοιπὸν νὰ ἐξακολουθήσω ἀμέριμνη τὸν ὕπνο μου γιὰ νὰ μὴ ταράξω τὴν (ἐπισήμως) λεηλασία, μὰ στὴν κυριολεξία (ἀνεπίσημο) γενοκτονία μου.
Γιὰ ἀρχὴ λοιπὸν χρέος μας εἶναι νὰ γκρεμίσουμε τὰ τείχη ποὺ θεωροῦμε πὼς μᾶς ἀπομονώνουν ἀπὸ τοὺς γύρω μας. Ὥρα μας νὰ δοῦμε πὼς ὅλα ὅσα ἀντιμετωπίζουμε προέρχονται ἀπὸ ἕνα αἴτιον: τὸν ἔλεγχό μας. Γιὰ νὰ παύσῃ ὁ ἔλεγχός μας, πρέπει νὰ ἀκυρωθοῦν οἱ ἐπίπλαστες ἀντιλήψεις μας γιὰ τὸν κόσμο, νὰ ἐπανεξετάσουμε τὸ ποιὸς εἶναι ἢ ὄχι ἐχθρὸς καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε πὼς τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ προβλήματά μας εἶναι ἀνύπαρκτα.