Σούρουπον εἶναι, Σαββάτου μέρος τῆς νυκτός,
εἰς τῆς Μάνδρας τὸ Χαγιάτι
κι εἶναι τὸ τζάκι σιωπηρόν,
γεμᾶτον τὸ κανάτι. Συνέχεια
Σούρουπον εἶναι, Σαββάτου μέρος τῆς νυκτός,
εἰς τῆς Μάνδρας τὸ Χαγιάτι
κι εἶναι τὸ τζάκι σιωπηρόν,
γεμᾶτον τὸ κανάτι. Συνέχεια
Ἦταν, αὐτὴ ἡ στιγμὴ
τὴν φυλάκισα στὸ βλέμμα
στὴ σκέψη
δικιά μου νὰ τὴν ἔχω
Συνέχεια
πόσες ἀπ᾿ αὐτὲς τὸν ἔκαμαν τραγούδι. Συνέχεια
Ἔξω ἀπὸ τοὺς δρόμους τῶν ἀστόχαστων,
λειτουργὸς καὶ ψάλτης ὀρφικός,
ἕναν ὕμνο ξαναφέρνω
μιᾶς λατρείας πανάρχαιας πρὸς τὸ φῶς.
Ἔτρεξε ὡς τὰ τώρα ὁ λογισμός μου,
καταχωνιασμένος ποταμὸς
ξάφνισμα στὸ βούισμα τῶν ἀνθρώπων Συνέχεια
Καταστάλαξε
ὁ ἀχὸς τοῦ πολέμου
καὶ ἦλθε ἡ ὥρα
τῆς θλιμμένης σιωπῆς
ποὺ ἀγωνιᾶ
Συνέχεια
ἤμουν μιὰ νύκτα βροχερὴ μαζύ σου στὸ Παρίσι …λίγο πρὶν ἀπ’ τὴν κρίση…
μὲ εἶχες πάρει ἀγκαλιὰ καὶ γκρίνιαζες θυμᾶμαι… σουβλάκια γιὰ νὰ φᾶμε …
τσατίστηκα…
σὲ μάλωσα…
σοῦ ‘πα: «μὴν κλαῖς χοντρέ… γιὰ βόλτα θὰ σὲ πάω στὸ Ile de la Cite…»
Συνέχεια